| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 27074 | κύμινο | κύ-μι-νο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. μικρό, ετήσιο ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Cuminum cyminum) με λευκά ή ρόδινα άνθη και έντονο άρωμα· κυρ. συνεκδ. το μπαχαρικό που προέρχεται από τους σπόρους του: τριμμένο ~ (= ~ σε σκόνη). Σουτζουκάκια με ~. Βλ. κάρι, τσίλι. ● ΦΡ.: μέχρι/ώσπου/όσο να πεις κύμινο/κρεμμύδι (μτφ.-προφ.): αμέσως, πολύ γρήγορα: Θα έχω τελειώσει ~ ~! ΣΥΝ. στη στιγμή, στο άψε σβήσε, στο τάκα-τάκα, ώσπου να πεις αμήν [< αρχ. κύμινον, γαλλ.-αγγλ. cumin] | |
| 27075 | κυνάγχη | κυ-νάγ-χη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του φάρυγγα και ιδ. των αμυγδαλών οφειλόμενη κυρ. σε πυογόνους κόκκους: ερπητική/στρεπτοκοκκική ~. Βλ. αμυγδαλίτιδα, στηθάγχη. [< αρχ. κυνάγχη] | |
| 27076 | κυνηγάρικος | , η, ο βλ. κυνηγιάρικος | |
| 27077 | κυνηγάω | βλ. κυνηγώ | |
| 27078 | κυνηγετικός | , ή, ό κυ-νη-γε-τι-κός επίθ. & κυνηγητικός 1. που σχετίζεται με το κυνήγι: ~ός: σύλλογος/χάρτης. ~ή: άδεια/εκπαίδευση/καραμπίνα/νομοθεσία/περίοδος (: κατά την οποία επιτρέπεται το κυνήγι). ~ό: όπλο/περίπτερο. ~ά: είδη/φυσίγγια. Ελεγχόμενη ~ή περιοχή. Πβ. θηρευτικός.|| (ΜΟΥΣ.) ~ό: κόρνο (πβ. κέρας). 2. (για ζώο) εκπαιδευμένο για κυνήγι: ~ό: γεράκι/σκυλί (= κυνηγόσκυλο). ΣΥΝ. κυνηγιάρικος [< αρχ. κυνηγετικός, γαλλ. cynégétique, αγγλ. cynegetic] | |
| 27079 | κυνήγημα | κυ-νή-γη-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. (μτφ.) επίμονη επιδίωξη: το ~ των βαθμών/των στόχων. Θέλει πολύ ~ (: μεγάλη προσπάθεια), για να πετύχεις στη δουλειά! ΣΥΝ. κυνήγι (3) 2. κυνηγητό, καταδίωξη: ~ των ληστών από τους αστυνομικούς. [< 2: μεσν. κυνήγημα] | |
| 27080 | κυνηγητό | κυ-νη-γη-τό ουσ. (ουδ.) 1. καταδίωξη: Οι Αρχές έχουν εξαπολύσει ένα άγριο/ανελέητο/ξέφρενο ~ για τον εντοπισμό του δράστη. Πβ. ανθρωπο~, κυνήγημα, κυνήγι. Βλ. φορο~. 2. ομαδικό παιδικό παιχνίδι στο οποίο τα παιδιά τρέχουν, προσπαθώντας να μην τα πιάσει αυτό που τα κυνηγά. Βλ. κρυφτό. 3. (μτφ.) συνεχής και επίμονη αναζήτηση ή επιδίωξη: (αδιάκοπο/αέναο) ~ της ευτυχίας/του κέρδους/της τηλεθέασης. ~ με τον χρόνο. Βλ. -ητό. ΣΥΝ. κυνήγι (3) | |
| 27081 | κυνήγι | κυ-νή-γι ουσ. (ουδ.) {κυνηγ-ιού (λόγ.) -ίου} 1. εντοπισμός, σύλληψη ή/και θανάτωση ζώων (σπανιότ. ψαριών) ως χόμπι, επάγγελμα ή (κυρ. παλαιότ.) για εξασφάλιση τροφής: ελεγχόμενο/οργανωμένο/παράνομο (πβ. λαθροθηρία)/υποβρύχιο (βλ. ψαροντούφεκο) ~. Άδεια/απαγόρευση/είδη/έναρξη/εποχή/όπλα (= κυνηγετικά· βλ. καραμπίνα, τουφέκι)/(απαγορευμένη/ιδιωτική) περιοχή ~ιού. ~ με άλογα/σκυλιά (= κυνηγόσκυλα). Το ~ του αγριογούρουνου/της αλεπούς/του λαγού/της μπεκάτσας/της φάλαινας (= φαλαινοθηρία)/του φασιανού/της φώκιας. (Δεν) επιτρέπεται το ~. Το ~ (= η κυνηγετική περίοδος) αρχίζει ... και διαρκεί μέχρι ... Πβ. θήρα. Βλ. σαφάρι.|| (μτφ.) Το ~ των εγκληματιών/τρομοκρατών/φοροφυγάδων. Πβ. καταδίωξη, κυνήγημα, κυνηγητό. Βλ. έρευνα. 2. (συνεκδ.) το σύνολο των ζώων που επιτρέπεται να κυνηγήσει κάποιος σε συγκεκριμένο τόπο ή ζώο που έχει σκοτωθεί με αυτόν τον τρόπο: χοντρό ~ (: τα άγρια ζώα). Στην περιοχή υπάρχει πλούσιο ~. Πβ. λεία.|| Μαγείρεψε ~. ΣΥΝ. θήραμα (1) 3. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) επίμονη αναζήτηση, σταθερή επιδίωξη: αδιάκοπο/άσκοπο/ατέρμονο ~. Το ~ των βαθμών (= βαθμοθηρία)/της δόξας/των εντυπώσεων/της επιτυχίας/του κέρδους/της ομορφιάς/της τελειότητας (= τελειοθηρία)/της τηλεθέασης/του χρόνου/των ψήφων (= ψηφοθηρία). Στο ~ της πρόκρισης η ποδοσφαιρική ομάδα. Πβ. άγρα, αλιεία. ● ΣΥΜΠΛ.: κυνήγι κεφαλών 1. ΑΝΘΡΩΠ. συστηματική καταδίωξη και εξόντωση μιας ομάδας ανθρώπων. 2. (μτφ.) διωγμός εις βάρος μιας πληθυσμιακής ομάδας. Βλ. κατατρεγμός. [< αγγλ. headhunting] , κυνήγι θησαυρού βλ. θησαυρός1, κυνήγι μαγισσών βλ. μάγισσα ● ΦΡ.: παίρνω στο κυνήγι (κάποιον) {συνήθ. στον αόρ.} (προφ.): τον κυνηγώ: Τους πήραν ~ χωρίς να καταφέρουν να τους πιάσουν. Πβ. (κατα)διώκω.|| (απειλητ.) Λίγα τα λόγια σου, μην σε πάρω ~. [< μεσν. κυνήγι(ν) < μτγν. κυνήγιον] | |
| 27082 | κυνηγιάρικος | , η, ο κυ-νη-γιά-ρι-κος επίθ. & (σπάν.) κυνηγάρικος (λαϊκό): (για ζώο) κυνηγετικός: ~ο: γεράκι/σκυλί (= κυνηγόσκυλο). ~α: ψάρια (: που έχουν το ένστικτο του κυνηγού). Βλ. αρπακτικός. | |
| 27083 | κυνηγόπαπια | κυ-νη-γό-πα-πια ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. είδος αγριόπαπιας (επιστ. ονομασ. Aythya ferina) μεσαίου μεγέθους με εντυπωσιακά χρώματα. ΣΥΝ. γκισάρι | |
| 27084 | κυνηγός | κυ-νη-γός ουσ. (αρσ.) 1. πρόσωπο που ασχολείται με το κυνήγι ζώων: μανιώδης ~. Νόμιμος/παράνομος (= λαθρο~) ~. Επαγγελματίας/ερασιτέχνης ~. ~οί αγριογούρουνων/μπεκάτσας. Βλ. αντι~.|| (ΕΘΝΟΛΟΓ.) Οι άνθρωποι από ~οί-τροφοσυλλέκτες έγιναν κτηνοτρόφοι και γεωργοί. Βλ. νομάδας.|| (για ζώο, κυρ. σκύλο) Το ένστικτο του ~ού. ΣΥΝ. θηρευτής (1) 2. (μτφ.) αυτός που επιδίδεται σε επίμονη αναζήτηση ή επιδιώκει έντονα να πετύχει κάτι: ~ της αλήθειας/της γνώσης/της περιπέτειας/των προκλήσεων/της τελειότητας (= τελειοθήρας)/της τύχης (= τυχοδιώκτης). Πβ. θηρευτής.|| Υπήρξε δεινός ~ του ωραίου φύλου. Πβ. γυναικάς, γυναικοκατακτητής. Βλ. δον ζουάν, καζανόβας.|| (συνήθ. σε ταινίες) ~ επικηρυγμένων/θησαυρών (βλ. χρυσοθήρας)/μαγισσών (βλ. κυνήγι μαγισσών). 3. ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) παίκτης που παίζει στην επίθεση: διεθνής ~. Πβ. επιθετικός, φορ. ● ΣΥΜΠΛ.: κυνηγοί μετάλλων, κυνηγός κεφαλών 1. ΑΝΘΡΩΠ. μέλος πρωτόγονης φυλής που κόβει και διατηρεί τα κεφάλια των εχθρών της ως λάφυρα ή για τελετουργικούς σκοπούς. Βλ. ανθρωποφάγος. 2. (κατ' επέκτ.) επαγγελματίας δολοφόνος. Βλ. συμβόλαιο θανάτου. 3. (μτφ.) πρόσωπο ή εταιρεία που αναζητά υπαλλήλους υψηλού επιπέδου, για να στελεχώσουν μια επιχείρηση, έναν οργανισμό. [< αγγλ. headhunter] , κυνηγός ταλέντων: επαγγελματίας που αναζητά νέα ταλέντα: ~ ~ δισκογραφικής εταιρείας. Tην ανακάλυψε ένας ~ ~ σε μία πειραματική σκηνή. Πβ. σκάουτερ. Βλ. μάνατζερ. [< αμερικ. talent scout, 1936] [< 1: αρχ. κυνηγός] | |
| 27085 | κυνηγόσκυλο | κυ-νη-γό-σκυ-λο ουσ. (ουδ.): σκύλος ειδικά εκπαιδευμένος για να βοηθά στο κυνήγι ζώων, κυνηγετικός σκύλος. Πβ. ιχνηλάτης, λαγωνικό, μπασέ, τέκελ. ΣΥΝ. ζαγάρι (1) [< γαλλ. chien de chasse] | |
| 27086 | κυνηγότοπος | κυ-νη-γό-το-πος ουσ. (αρσ.): περιοχή που προσφέρεται για κυνήγι, επειδή είναι πλούσια σε θηράματα: ελεύθεροι/ιδιωτικοί/ορεινοί ~οι. Βλ. -τοπος. | |
| 27087 | κυνηγώ | [κυνηγῶ] κυ-νη-γώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κυνηγ-άς ..., -ώντας | κυνήγ-ησα, -ήσει, -ιέται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} & κυνηγάω 1. εντοπίζω, συλλαμβάνω ή/και σκοτώνω ζώα (σπανιότ. ψάρια), συνήθ. ως χόμπι, επάγγελμα ή (κυρ. παλαιότ.) για εξασφάλιση τροφής, ασχολούμαι με το κυνήγι: ~ούν άγρια θηρία/λαγούς/μπεκάτσες. ~ούσαν παράνομα (πβ. λαθροθηρώ). Η φώκια έχει ~ηθεί ανελέητα για το δέρμα της. Πβ. θηρεύω. Βλ. ψαρεύω.|| Το γεράκι ~άει το θήραμά/τη λεία του. (για κυνηγετικό σκύλο) Αγγλικό σέτερ που μπορεί να ~ήσει σε κάθε έδαφος. 2. τρέχω πίσω από κάποιον ή κάτι για να το(ν) συλλάβω, πιάσω ή προφτάσω· κατ' επέκτ. αναζητώ, ψάχνω ή πιέζω κάποιον προκειμένου να πετύχω τον σκοπό μου: Οι αστυνομικοί ~ούσαν τους διαρρήκτες/δράστες. Πβ. καταδιώκω.|| ~ησε τις γάτες με τη σκούπα. Πβ. διώχνω.|| Τα παιδιά ~ιούνται (= παίζουν κυνηγητό) στο προαύλιο του σχολείου.|| (μτφ.) Τον ~άει η αστυνομία. Τους ~ούσε πέντε μήνες για να την πληρώσουν. (για διασημότητα) Την ~ούν οι θαυμαστές/οι παπαράτσι.|| Του αρέσει να ~άει τις γυναίκες (= πολιορκεί, φλερτάρει). Πβ. διεκδικώ. 3. (μτφ.) επιδιώκω, επιζητώ επίμονα, δείχνω μεγάλο ενδιαφέρον για κάτι: ~άει τη δόξα/την καριέρα/το κέρδος/το τέλειο (βλ. τελειοθηρία). Είναι αποφασισμένη να ~ήσει την υπόθεση μέχρι τέλους.|| Η ομάδα ~ησε το γκολ/μια θέση στην κορυφή.|| Μην ~άς (= προκαλείς) την τύχη σου. Βλ. τυχοδιώκτης. 4. (μτφ.) προσπαθώ να βλάψω κάποιον, του συμπεριφέρομαι με εχθρικό τρόπο: Θα τον ~ήσω δικαστικά. ~ήθηκε ανηλεώς για τις ιδέες της. Έφυγαν ~ημένοι μετά τον πόλεμο. Πβ. διώκω.|| Τον ~ούν οι ερινύες/οι τύψεις. Πβ. κατα-τρέχω, -τρύχω. ● ΦΡ.: θα μας κυνηγήσουν (μτφ.-προφ.): για έντονη αποδοκιμασία ή διασυρμό: ~ ~, αν το πούμε αυτό! Πβ. παίρνω κάποιον με τις λεμονόκουπες/τις ντομάτες/τα γιαούρτια/τ' αβγά., σαν κυνηγημένος: βιαστικά, προσπαθώντας να ξεφύγει από κάποιον ή κάτι: Έφυγε ~ ~. Πβ. άρον-άρον, κακήν κακώς., τον κυνηγάει ο χρόνος: είναι πιεσμένος χρονικά, δεν προλαβαίνει: Έχουμε περιθώριο μέχρι το καλοκαίρι, δεν μας κυνηγάει ~. Πβ. βιάζομαι, επείγομαι., βαράω/κυνηγάω/σκοτώνω μύγες βλ. μύγα, κυνηγάει ανεμόμυλους βλ. ανεμόμυλος, κυνηγάω/παίρνω κάποιον με το σκουπόξυλο βλ. σκουπόξυλο, ψάχνω/κυνηγώ κάποιον/κάτι με το τουφέκι βλ. τουφέκι [< 1: αρχ. κυνηγῶ] | |
| 27088 | κυνικός | , ή, ό κυ-νι-κός επίθ. 1. που χαρακτηρίζεται από κυνισμό: ~ός: άνθρωπος. ~ή: απάντηση/ειλικρίνεια/θέση/ομολογία/συμπεριφορά. ~ό: ύφος/χιούμορ (πβ. καυστικό, μαύρο). Μη γίνεσαι ~. Πβ. μακιαβελικός, σκληρός, ωμός. 2. ΦΙΛΟΣ. που είναι σχετικός με τους Κυνικούς: ~ή: σχολή/φιλοσοφία. Βλ. στωικός. 3. ΑΣΤΡΟΝ. που έχει σχέση με τον αστερισμό του Κυνός. ● Ουσ.: Κυνικοί (οι): ΦΙΛΟΣ. ομάδα αρχαίων φιλοσόφων (4ος αι. π.Χ.) που απέρριπταν τις κοινωνικές συμβάσεις, τους θεσμούς και τις καθιερωμένες αξίες, και υιοθετούσαν έναν απλό τρόπο ζωής κοντά στη φύση με λιτότητα και εγκράτεια. ● επίρρ.: κυνικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: κυνικά καύματα βλ. καύμα [< αρχ. κυνικός, γαλλ. cynique, αγγλ. cynic] | |
| 27089 | κυνικότητα | κυ-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κυνισμός. Βλ. -ότητα. | |
| 27090 | κυνισμός | κυ-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από αδιαφορία και ωμή περιφρόνηση απέναντι σε παραδεκτές και αναγνωρισμένες από το κοινωνικό σύνολο αξίες: προκλητικός/πρωτοφανής ~ (των αρμοδίων). Μίλησε με ~ό. Επέδειξε ~ό. Πβ. ωμότητα. ΣΥΝ. κυνικότητα 2. ΦΙΛΟΣ. (συνήθ. με κεφαλ. Κ) η θεωρία και ο τρόπος ζωής των Κυνικών. Βλ. -ισμός. [< 1: γαλλ. cynisme, αγγλ. cynism 2: μτγν. κυνισμός] | |
| 27091 | κυνόδοντας | κυ-νό-δο-ντας ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΑΝΑΤ. καθένα από τα μυτερά και με μεγάλη ρίζα πρόσθια δόντια τα οποία βρίσκονται (ανά ένα) σε κάθε ημιμόριο της άνω και κάτω γνάθου, ανάμεσα στους τομείς και τους προγομφίους: έγκλειστος ~. Αιχμηροί/κοφτεροί ~ες. Βλ. τραπεζ-, φρονιμ-ίτης. [< αρχ. κυνόδους] | |
| 27092 | κυνοδρομίες | κυ-νο-δρο-μί-ες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν.} (επίσ.): αγώνες στοιχήματος (ιδιαίτερα δημοφιλείς στη Μεγάλη Βρετανία) στους οποίους συμμετέχουν εκπαιδευμένοι σκύλοι που τρέχουν σε ειδικό διάδρομο, κυνηγώντας έναν μηχανικό λαγό. Βλ. -δρομία. ΣΥΝ. σκυλοδρομίες [< αρχ. κυνοδρομία 'κυνήγι με τη βοήθεια σκύλων', γαλλ. courses de chiens] | |
| 27093 | κυνοειδής | , ής, ές κυ-νο-ει-δής επίθ.: ΖΩΟΛ. που ανήκει ή αναφέρεται στους σκύλους· που έχει όμοια χαρακτηριστικά με σκύλο: ~ής: ιός/λοιμός. ~ής: ασθένεια/διατροφή. Βλ. σκυλίσιος.|| ~ή: δόντια. Βλ. -ειδής. ● Ουσ.: κυνοειδή (τα) {σπάν. στον εν. κυνοειδές}: οικογένεια θηλαστικών (Cynoidea) στην οποία ανήκει ο σκύλος, η αλεπού, το τσακάλι και ο λύκος. [< αρχ. κυνοειδής, αγγλ. cynoid] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ