Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [27800-27820]

IDΛήμμαΕρμηνεία
27094κυνοκέφαλος, η, ο κυ-νο-κέ-φα-λος επίθ. {συνήθ. στο αρσ.} (λόγ.): που έχει κεφάλι όμοιο με σκύλου: (ΕΚΚΛΗΣ.) ο ~ Άγιος Χριστόφορος. (ΘΡΗΣΚ.) ~ος: θεός. Βλ. -κέφαλος. ● Ουσ.: Κυνοκέφαλοι (οι): ΜΥΘ. φυλή ανθρώπων με κεφάλι σκύλου., κυνοκέφαλος (ο): ΖΩΟΛ. πίθηκος με μακρύ ρύγχος (επιστ. ονομασ. Cynocephalus), που μοιάζει με αυτό του σκύλου. Πβ. μπαμπουίνος. [< αρχ. κυνοκέφαλος, γαλλ. cynocéphale, αγγλ. cynocephalous]
27095κυνοκομείο[κυνοκομεῖο] κυ-νο-κο-μεί-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): χώρος περίθαλψης και στέγασης αδέσποτων σκυλιών σε κατάλληλες εγκαταστάσεις: δημοτικό ~. Πβ. ξενοδοχείο/ξενώνας/πανσιόν σκύλων. Βλ. κτηνιατρείο, πετ σοπ, -κομείο.
27096κυνολογικός, ή, ό κυ-νο-λο-γι-κός επίθ.: ΖΩΟΛ. που σχετίζεται με τους σκύλους και την κυνοφιλία. Βλ. φιλοζωικός. [< αγγλ. cynological, 1926]
27097κυνομαχίακυ-νο-μα-χί-α ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (επίσ.): παράνομη και οργανωμένη μάχη μεταξύ άγριων, ειδικά εκπαιδευμένων σκύλων (κυρ. πιτ μπουλ), που συνοδεύεται από στοιχήματα μεταξύ των θεατών. Βλ. -μαχία. ΣΥΝ. σκυλομαχία
27098κυνοτροφείο[κυνοτροφεῖο] κυ-νο-τρο-φεί-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): ειδικός χώρος εκτροφής σκύλων ράτσας. Βλ. -τροφείο.
27099κυνοφιλίακυ-νο-φι-λί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αγάπη και έκδηλο ενδιαφέρον προς τους σκύλους. Βλ. ζωοφιλία, -φιλία. [< γαλλ. cynophilie]
27100κυοφορίακυ-ο-φο-ρί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. εγκυμοσύνη, κύηση: ~ εμβρύου. Σύλληψη, ~, τοκετός. Περίοδος ~ας.|| (ΝΟΜ.) Άδεια/επίδομα ~ας (: στην εργασία).|| (για ζώο:) Το θηλυκό γεννάει μετά από ~ ... μηνών. Βλ. -φορία. 2. (μτφ.) διεργασία που προετοιμάζει τη γέννηση ενός πνευματικού δημιουργήματος, την εμφάνιση μιας καινούργιας κατάστασης: ~ νέου κόμματος/πολιτικού σκηνικού. Πολύμηνη ~ του νομοσχεδίου. Πβ. ζύμωση. Βλ. γονιμοποίηση. [< 1: μτγν. κυοφορία 2: γαλλ. gestation]
27101κυοφορώ[κυοφορῶ] κυ-ο-φο-ρώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κυοφορ-είς ..., -ώντας, λόγ. μτχ. θηλ. -ούσα | κυοφόρ-ησε, -ήσει, -ήθηκε, -ούμενος} (λόγ.): (για γυναίκα κ. θηλ. θηλαστικό) εγκυμονώ: ~εί αγόρι/δίδυμα/κορίτσι. ~ήθηκε κλωνοποιημένο έμβρυο.|| Γυναίκα που ~εί (= είναι έγκυος). Βλ. γεννώ, -φορώ.κυοφορεί (μτφ.): προετοιμάζει κάτι που πρόκειται να εκδηλωθεί στο μέλλον, όταν ωριμάσει: Γεγονότα που ~ησαν την ανατροπή του καθεστώτος. Συνθήκες μέσα στις οποίες ~ήθηκαν (: γεννήθηκαν, ζυμώθηκαν) νέες ιδέες., κυοφορείται (μτφ.): πρόκειται ή αναμένεται να συμβεί: ~ ανασχηματισμός. ~ούνται αλλαγές/εξελίξεις/μεταρρυθμίσεις. ~ούμενα: σχέδια. Πβ. επίκειται. [< αρχ. κυοφορῶ]
27102ΚΥΠ1(η) (παλαιότ.): Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών. Βλ. ΕΥΠ.
27103ΚΥΠ2(η): ΙΑΤΡ. Καλοήθης Υπερπλασία του Προστάτη.
27104κυπαρισσένιος, ια, ιο κυ-πα-ρισ-σέ-νιος επίθ. 1. κατασκευασμένος από κυπαρισσόξυλο. Βλ. -ένιος. 2. (μτφ.) ευθυτενής, λυγερός: ~ια: κορμοστασιά. ~ιο: ανάστημα. Πβ. ευσταλής.
27105κυπαρίσσικυ-πα-ρίσ-σι ουσ. (ουδ.) {κυπαρισσ-ιού} & (λόγ.) κυπάρισσος (ο/η) 1. ΒΟΤ. πολύ ψηλό, κωνοφόρο, αειθαλές δέντρο (επιστ. ονομασ. Cupressus sempervirens), με σχήμα κώνου, ίσιο κορμό και σκούρο πράσινο φύλλωμα: ~ γλαυκό. Κυπάρισσος η αειθαλής. Βλ. αγριοκυπάρισσο.|| Κορμί/ψηλός σαν ~ (πβ. ευθυτενής, λαμπάδα). 2. (συνεκδ.) κυπαρισσόξυλο: έπιπλα από ~. Βλ. κυπαρισσένιος. ● Υποκ.: κυπαρισσάκι (το) ● ΦΡ.: στα κυπαρίσσια (μτφ.-προφ.): ως αναφορά στο(ν) θάνατο κάποιου: Πήγε ~ ~ (= πέθανε). Πβ. στα θυμαράκια., βλέπει/κοιτάζει τα ραδίκια/τα κυπαρίσσια ανάποδα βλ. ανάποδα [< μεσν. κυπαρίσσι(ν), αρχ. κυπάρισσος (ἡ), αγγλ. cypress, γαλλ. cyprès]
27106κυπαρισσίκυ-πα-ρισ-σί επίθ./ουσ. {άκλ.}: που έχει το σκούρο πράσινο χρώμα του κυπαρισσιού: ~ αυτοκίνητο.|| (ως ουσ.) Το ~ (ενν. χρώμα).
27107κυπαρισσόδασοςκυ-πα-ρισ-σό-δα-σος ουσ. (ουδ.): δάσος με κυπαρίσσια. Πβ. κυπαρισσώνας. Βλ. -δασος.
27108κυπαρισσόμηλοκυ-πα-ρισ-σό-μη-λο ουσ. (ουδ.): ο μικρός, σφαιρικός και ξυλώδης καρπός του κυπαρισσιού. Βλ. κουκουνάρι. [< γαλλ. noix de cyprés]
27109κυπαρισσόξυλοκυ-πα-ρισ-σό-ξυ-λο ουσ. (ουδ.): ξύλο κυπαρισσιού. Βλ. σανταλόξυλο. [< μεσν. κυπαρισσόξυλον]
27110κυπαρισσώναςκυ-πα-ρισ-σώ-νας ουσ. (αρσ.): έκταση γεμάτη κυπαρίσσια. Πβ. κυπαρισσόδασος. Βλ. -ώνας. [< μτγν. κυπαρισσών]
27111κυπατζήςκυ-πα-τζής ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): πράκτορας της ΚΥΠ· κατ' επέκτ. χαφιές. Πβ. κατα-, πληροφοριο-δότης. Βλ. ασφαλίτης.
27112κυπελλάκικυ-πελ-λά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (υποκ.) μικρό κύπελλο, συνήθ. από χαρτί ή πλαστικό: ~ μιας χρήσεως. ~ του καφέ. ~ για τα ούρα (: ουροσυλλέκτης). 2. (συνεκδ.) είδος παγωτού που περιέχεται μέσα σε μικρό κύπελλο. Βλ. ξυλάκι, χωνάκι.
27113κύπελλοκύ-πελ-λο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έλλου} & κύπελο 1. ΑΘΛ. (κ. με κεφαλ. Κ) αθλητική διοργάνωση στον νικητή της οποίας απονέμεται βραβείο από πολύτιμο μέταλλο, συνήθ. σε σχήμα μεγάλου κυπέλλου· το αντίστοιχο βραβείο: βαλκανικό/διασυλλογικό/διεθνές/ευρωπαϊκό (πβ. ευρω~)/πανελλήνιο/τοπικό ~. Παγκόσμιο ~ ποδοσφαίρου (= μουντιάλ). ~ πρωταθλητριών ομάδων Ευρώπης (βλ. τσάμπιονς λιγκ). (παλαιότ.) ~ κυπελλούχων/ΟΥΕΦΑ (βλ. γιουρόπα λιγκ). ~ ασφάλτου/ιστιοπλοΐας/ποδηλασίας πίστας. Τελικός ~έλλου. Πρόκριση στα (προ)ημιτελικά του ~ου. Έχει ~ (= αγώνες ~έλλου) το Σαββατοκύριακο. Βλ. γιούρο, ευρωμπάσκετ, πρωτάθλημα.|| Η ομάδα κατέκτησε/σήκωσε το ~. Απονομή του ~έλλου. Πβ. κούπα, τρόπαιο. 2. πλατύ και χαμηλό ποτήρι και συνεκδ. η αντίστοιχη ποσότητα που περιέχεται σε αυτό: γυάλινο/μεταλλικό/πήλινο/πλαστικό ~. ~ με κρασί/νερό.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Αττικό ερυθρόμορφο ~. Χρυσά ~α.|| Καταναλώνει/πίνει ... ~α καφέ (ημερησίως). Πβ. κούπα, φλιτζάνι. 3. ΒΟΤ. ξυλώδες, συχνά αγκαθωτό, περίβλημα των καρπών ορισμένων θάμνων και δέντρων (π.χ. βελανιδιά, καστανιά). ● ΣΥΜΠΛ.: επαμειβόμενο έπαθλο/κύπελλο βλ. επαμειβόμενος [< 1: αρχ. κύπελλον 2,3: γαλλ. coupe, γερμ. Becher, αγγλ. cup]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.