Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [27820-27840]

IDΛήμμαΕρμηνεία
27113κύπελλοκύ-πελ-λο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έλλου} & κύπελο 1. ΑΘΛ. (κ. με κεφαλ. Κ) αθλητική διοργάνωση στον νικητή της οποίας απονέμεται βραβείο από πολύτιμο μέταλλο, συνήθ. σε σχήμα μεγάλου κυπέλλου· το αντίστοιχο βραβείο: βαλκανικό/διασυλλογικό/διεθνές/ευρωπαϊκό (πβ. ευρω~)/πανελλήνιο/τοπικό ~. Παγκόσμιο ~ ποδοσφαίρου (= μουντιάλ). ~ πρωταθλητριών ομάδων Ευρώπης (βλ. τσάμπιονς λιγκ). (παλαιότ.) ~ κυπελλούχων/ΟΥΕΦΑ (βλ. γιουρόπα λιγκ). ~ ασφάλτου/ιστιοπλοΐας/ποδηλασίας πίστας. Τελικός ~έλλου. Πρόκριση στα (προ)ημιτελικά του ~ου. Έχει ~ (= αγώνες ~έλλου) το Σαββατοκύριακο. Βλ. γιούρο, ευρωμπάσκετ, πρωτάθλημα.|| Η ομάδα κατέκτησε/σήκωσε το ~. Απονομή του ~έλλου. Πβ. κούπα, τρόπαιο. 2. πλατύ και χαμηλό ποτήρι και συνεκδ. η αντίστοιχη ποσότητα που περιέχεται σε αυτό: γυάλινο/μεταλλικό/πήλινο/πλαστικό ~. ~ με κρασί/νερό.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Αττικό ερυθρόμορφο ~. Χρυσά ~α.|| Καταναλώνει/πίνει ... ~α καφέ (ημερησίως). Πβ. κούπα, φλιτζάνι. 3. ΒΟΤ. ξυλώδες, συχνά αγκαθωτό, περίβλημα των καρπών ορισμένων θάμνων και δέντρων (π.χ. βελανιδιά, καστανιά). ● ΣΥΜΠΛ.: επαμειβόμενο έπαθλο/κύπελλο βλ. επαμειβόμενος [< 1: αρχ. κύπελλον 2,3: γαλλ. coupe, γερμ. Becher, αγγλ. cup]
27114κυπελλοειδής, ής, ές κυ-πελ-λο-ει-δής επίθ. (λόγ.): που είναι όμοιος στο σχήμα με κύπελλο: (ΒΟΤ.) ~ή: άνθη. ~ής παραμόρφωση των φύλλων (: στροφή προς τα πάνω). Βλ. -ειδής. [< μεσν. κυπελλοειδής]
27115κυπελλούχος[κυπελλοῦχος] κυ-πελ-λού-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (κ. με κεφαλ. Κ): ΑΘΛ. (συνήθ. για ομάδα) που της απονεμήθηκε το κύπελλο του νικητή σε αθλητική διοργάνωση: ανάδειξη/στέψη ~ου. Κατάκτηση του τίτλου της ~ου. Αναδείχθηκε/ανακηρύχθηκε/στέφθηκε ~ Ευρώπης στο μπάσκετ/στο ποδόσφαιρο.|| Αντιμετωπίζουν/υποδέχονται τους ~ους (ενν. παίκτες). Βλ. πρωταθλητής, τροπαιούχος, -ούχος1.|| (ως επίθ.) Οι ~ες ομάδες.
27116κυπέλλωσηκυ-πέλ-λω-ση: ΧΗΜ. το τελικό στάδιο κατά την επεξεργασία του μεταλλεύματος για τον διαχωρισμό του αργύρου και του λιθαργύρου από τον μόλυβδο με οξείδωση μέσα σε ειδικά πυρίμαχα σκεύη (κύπελλα): εμπλουτισμός, τήξη και ~. Κάμινος ~ης. [< γαλλ. coupellation]
27117κύπερηκύ-πε-ρη ουσ. (θηλ.) : ΒΟΤ. ανθεκτικό πολυετές ζιζάνιο (οικογ. Cyperaceae) με κόνδυλο, τριγωνικό βλαστό και στενόμακρα μυτερά φύλλα: κίτρινη ~. [< αρχ. κύπειρος (ὁ), μτγν. κύπερις, αγγλ. cyperus]
27118κυπραίικος, η, ο βλ. κυπριακός
27119κυπρίκυ-πρί ουσ. (ουδ.) 1. (προφ.) ηλεκτρικός μηχανισμός για το άνοιγμα πόρτας: ~ με διακόπτη (απενεργοποίησης)/τρύπες στήριξης. 2. & κυπροκούδουνο (λαϊκό) μπρούντζινο κουδούνι που κρεμούν οι κτηνοτρόφοι στον λαιμό των ζώων, συνήθ. των κατσικιών και των προβάτων, για να τα ακούν και να τα αναγνωρίζουν από απόσταση. [< μεσν. *κυπρίον]
27120κυπριακός, ή, ό κυ-πρι-α-κός επίθ. & (λαϊκό) κυπραίικος & κυπριώτικος: που σχετίζεται με την Κύπρο ή/και τους Κυπρίους: Η ~ή Δημοκρατία. Η ~ή σημαία. Ο ~ Ελληνισμός. Βλ. ελληνο~, τουρκο~. ● Ουσ.: Κυπριακά (τα) & (επίσ.) Κυπριακή (η): η κυπριακή διάλεκτος., Κυπριακό (το) (ενν. ζήτημα/πρόβλημα): ΠΟΛΙΤ. η κρίση που επικρατεί στις σχέσεις μεταξύ του ελληνισμού της Κύπρου και των Τούρκων από το 1974, μετά την τουρκική εισβολή στο νησί: η διευθέτηση/επίλυση του ~ού. Βλ. Μεσανατολικό. [< μτγν. Κυπριακός, μεσν. Κυπριώτικος]
27121κυπρίνος[κυπρῖνος] κυ-πρί-νος ουσ. (αρσ.): ΙΧΘΥΟΛ. μεγαλόσωμο ψάρι (επιστ. ονομασ. Cyprinus carpio) του γλυκού νερού, κυρ. του βυθού, με μακρόστενο ωοειδές σχήμα, σκούρο καφέ-πράσινο χρώμα στη ράχη και μεγάλο στόμα με μουστάκια-αισθητήρες για την ανεύρεση τροφής. Βλ. πέστροφα, χέλι. ΣΥΝ. γριβάδι, σαζάνι [< αρχ. κυπρῖνος]
27122Κύπριος, ΚύπριαΚύ-πρι-ος επίθ./ουσ. {κ. (λόγ.) θηλ. Κυπρία} & (λαϊκό) Κυπριώτης, Κυπριώτισσα & Κυπραίος, Κυπραία: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στην Κύπρο ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει την κυπριακή υπηκοότητα. Βλ. Ελληνο~, Τουρκο~, παγκύπριος. [< αρχ. Κύπριος, μτγν. Κυπριώτης, μεσν. Κυπραίος]
27123κυπρίτηςκυ-πρί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. ορυκτό, υποξείδιο του χαλκού, με τη μορφή ερυθρών κρυστάλλων. Βλ. -ίτης2. [< αγγλ-γαλλ. cuprite]
27124κυπριώτικος, η, ο βλ. κυπριακός
27125κύπτωκύ-πτω ρ. (λόγ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: κύπτω τον αυχένα (μτφ.): σκύβω το κεφάλι, υποτάσσομαι. [< αρχ. κύπτω]
27126κυρ & κυρ-{άκλ.} (λαϊκό) προτακτικό 1. κύριου ανδρικού ονόματος: κυρ-Λευτέρης/~Νικόλας (βλ. μπαρμπα-).|| (σε παραμύθια για ζώα) Ο κυρ-λύκος/~τζίτζικας. 2. ουσιαστικού που δηλώνει αξίωμα ή επαγγελματική ιδιότητα: Τι νέα κυρ δήμαρχε;|| (μειωτ.) Άσε μας κι εσύ κυρ αστυνόμε! Βλ. κυρα-.
27127κυράκυ-ρά ουσ. (θηλ.) {κυράδες} (λαϊκό) & (λαϊκότ.) κερά 1. σύζυγος ή οικοδέσποινα: Πού είναι η ~ σου; Πβ. κυρία. 2. αφέντρα: (παλαιότ.) η ~ της θάλασσας/του κάστρου. ~ κι αρχόντισσα.|| (με κεφαλ. Κ, ως προσωνύμιο της Παναγίας) Η ~ των Αγγέλων. Πβ. Δέσποινα. 3. ως μειωτική προσφώνηση: ~ μου, δεν βλέπεις μπροστά σου; Άσε μας ~ μου! ● ΦΡ.: η καλή νοικοκυρά είναι δούλα και κυρά βλ. νοικοκυρά, λέγε λέγε το κοπέλι, κάνει την κυρά/τη γριά και/να θέλει βλ. κοπέλι [< μτγν. κυρά]
27128κυρα-(λαϊκό) & (διαλεκτ.) κερα-: προτακτικό 1. κύριου θηλυκού ονόματος: κυρα-Μαρία. Τι θες κερα-Λένη;|| (σε παραμύθια για ζώα) Η κυρα-καβουρίνα. 2. ουσιαστικού που δηλώνει επάγγελμα: Τι κάνεις κυρα-δασκάλα; Βλ. κυρ, γρια-.
27129κυράτσακυ-ρά-τσα ουσ. (θηλ.) & κεράτσα (κυρ. υβριστ.): γυναίκα χαμηλού συνήθ. κοινωνικού επιπέδου, που δείχνει αδιακρισία ή μικροπρέπεια, σχολιάζει αρνητικά τους άλλους, κουτσομπολεύει ή καβγαδίζει για ασήμαντες αφορμές. Πβ. κατίνα, κλώσα. Βλ. -άτσα. [< μεσν. κυράτσα ‘αφέντρα, μάνα, αγαπημένη’]
27130κύρηςκύ-ρης ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.-λαϊκό): ο άνδρας ως αρχηγός της οικογένειάς του· κύριος: ο ~ της (= ο σύζυγος ή ο πατέρας της). Ο ~ του σπιτιού (πβ. νοικοκύρης). ● ΦΡ.: κατά μάνα κατά κύρη (κατά γιο και θυγατέρα) βλ. μάνα [< μεσν. κύρης]
27131κυρίακυ-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. ευγενική αναφορά ή προσφώνηση γυναίκας (παλαιότ. έγγαμης, σε αντιδιαστολή προς το δεσποινίς): (για κάποια της οποίας αγνοούμε το όνομα) γοητευτική/εμφανίσιμη/επώνυμη/ηλικιωμένη/καθωσπρέπει/κομψή ~. Ο κύριος και η ~ Παπαδοπούλου (βλ. ανδρόγυνο, ζεύγος). (με ρ. στο γ' πρόσ., συνήθ. για πελάτη) Τι θα ήθελε η ~; (σε ονόματα φιλανθρωπικών ιδρυμάτων με κεφαλ. Κ) Αδελφότητα/Ένωση/Σύλλογος ~ών.|| Αγαπητή/αξιότιμη/φιλτάτη ~. ~ες και κύριοι ... Έτσι δεν είναι ~ μου; (συνοδεύει επώνυμο ή/και όνομα, ιδιότητα) Να μας απαντήσει η ~ Λιγνού. Η ~ Ειρήνη. (ως συντομ. κ.) Η κ. Παυλοπούλου. Η ~ βουλευτής/δήμαρχος/πρόεδρος. 2. γυναίκα με αξιοπρέπεια, που εμπνέει σεβασμό για το ήθος ή/και το έργο της: ~ της καλής κοινωνίας/των σαλονιών. Φέρθηκε σαν (αληθινή) ~.|| ~ των γραμμάτων. Η μεγάλη ~ της τζαζ. Πβ. λαίδη. 3. προσηγορία ή προσφώνηση δασκάλας ή καθηγήτριας μέσης εκπαίδευσης κυρ. από μαθητές: η ~ των γαλλικών/της φυσικής. ~, να σβήσω τον πίνακα; 4. σύζυγος, οικοδέσποινα ή αφεντικίνα: (κυρ. παλαιότ.) ~ (= γυναίκα) δικηγόρου/υποστρατήγου.|| Η ~ του σπιτιού. Πβ. κυρά. Βλ. νοικοκυρά.|| (από το υπηρετικό προσωπικό) Η ~ απουσιάζει.|| Η ~ των αγγέλων (: προσωνυμία της Παναγίας). ● ΣΥΜΠΛ.: πρώτη κυρία 1. σύζυγος προέδρου κράτους ή πρωθυπουργού. 2. (σπάν.) γυναίκα που διακρίνεται σε κάποιο χώρο: η ~ ~ της παιδικής λογοτεχνίας., σιδηρά κυρία: γυναίκα που κατέχει ηγετική θέση στον δημόσιο, συνήθ. πολιτικό, βίο. [< αγγλ. iron lady, 1976] , κυρία (επί) των τιμών βλ. τιμή ● ΦΡ.: κύριος/κυρία του εαυτού μου βλ. κύριος ● βλ. κύριος [< 1,3,4: μτγν. κυρία, γαλλ. madame, ιταλ. signora 2: αγγλ. gentlewoman]
27132κύριαβλ. κυρίως

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.