| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 27134 | Κυριακή | Κυ-ρια-κή ουσ. (θηλ.): η πρώτη ημέρα της εβδομάδας ανάμεσα στο Σάββατο και τη Δευτέρα: η αργία/οι εφημερίδες της ~ής. Βλ. κυριακάτικος. ● ΣΥΜΠΛ.: Κυριακή του τυφλού: ΕΚΚΛΗΣ. η πέμπτη Κυριακή μετά το Πάσχα., η εβδομάδα/Κυριακή της Κρεοφάγου βλ. κρεοφάγος, η εβδομάδα/Κυριακή της Τυροφάγου βλ. τυροφάγος, Κυριακή της Αποκριάς βλ. Αποκριά, Κυριακή της Ορθοδοξίας βλ. ορθοδοξία, Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως βλ. σταυροπροσκύνηση, Κυριακή του Ασώτου βλ. άσωτος, Κυριακή του Θωμά βλ. Θωμάς, Κυριακή του Παραλύτου/του Παραλυτικού βλ. παράλυτος, Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου βλ. τελώνης, Κυριακή των (Αγίων) Πατέρων βλ. πατέρας, Κυριακή των Βαΐων βλ. βάγια, Κυριακή των Νηστειών βλ. νηστεία ● ΦΡ.: της Κυριακής χαρά και της Δευτέρας λύπη (παροιμ.): για κάτι συνήθ. φτηνό, ευτελές και μικρής αντοχής ή διάρκειας., δεν είναι κάθε μέρα τ' Άι-Γιαννιού/Πασχαλιά/Κυριακή/γιορτή βλ. Πασχαλιά2, Κυριακή κοντή γιορτή βλ. γιορτή [< μτγν. Κυριακή] | |
| 27135 | κυριακό | κυ-ρια-κό ουσ. (ουδ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ): ΕΚΚΛΗΣ. ναός που είναι κοινός για όλους τους μοναχούς μιας σκήτης και βρίσκεται στο μέσο της. Βλ. αρχονταρίκι, καλύβα. [< μτγν. κυριακόν] | |
| 27136 | κυριακοδρόμιο | κυ-ρια (& επίσ. ρι-α)-κο-δρό-μι-ο ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. βιβλίο με κηρύγματα και ερμηνείες των ευαγγελικών και αποστολικών περικοπών που διαβάζονται κάθε Κυριακή στη Θεία Λειτουργία: ~ του Ευαγγελίου. Βλ. αγιο-, εορτο-λόγιο, -δρόμιο. [< μεσν. κυριακοδρόμιον] | |
| 27137 | κυριακός | , ή, ό κυ-ρια (& επίσ. ρι-α)-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που αναφέρεται στον Κύριο· που γίνεται την Κυριακή: ~ή: εντολή. ~ό: δείπνο (= Θεία Κοινωνία)/σχολείο (= κατηχητικό). ● ΣΥΜΠΛ.: Κυριακή αργία: η αργία της Kυριακής: νομοθετική κατοχύρωση της ~ής ~ας. [< γαλλ. chômage du dimanche] , Κυριακή προσευχή: ΕΚΚΛΗΣ. υποδειγματική προσευχή που παρέδωσε ο ίδιος ο Ιησούς στους μαθητές του και είναι πιο γνωστή από την αρχική της φράση "Πάτερ ημών". Βλ. Σύμβολο της Πίστεως. [< μτγν. κυριακός] | |
| 27138 | κυριάρχηση | κυ-ρι-άρ-χη-ση ουσ. (θηλ.): κυριαρχία: απόλυτη/βίαιη/πλήρης ~. ~ των συναισθημάτων πάνω στη λογική. Πβ. επιβολή, επικράτηση, υπερίσχυση, υπεροχή. [< μεσν. κυριάρχησις] | |
| 27139 | κυριαρχία | κυ-ρι-αρ-χί-α ουσ. (θηλ.) 1. πολιτική κυρ. εξουσία: εδαφική/εξωτερική/εσωτερική/περιορισμένη ~. Μορφές ~ας. Απώλεια/άσκηση της ~ας. Η περιοχή βρίσκεται/παραμένει/τελεί υπό ξένη ~ (πβ. σκλαβιά, υποδούλωση, υποταγή· βλ. ελευθερία). Βλ. συγ~.|| (ΙΣΤ.) Βενετική/φράγκικη ~. Αυτοκρατορία που εδραίωσε/εξάπλωσε/επέβαλε/επέκτεινε την ~ της σε όλη την οικουμένη. Βλ. -αρχία, επι~. 2. (μτφ.) υπεροχή, επιβολή, επικράτηση σε έναν τομέα, χώρο: ιδεολογική/ναυτική/οικονομική/πολιτισμική ~. Καθολική ~ της εικόνας/των ΜΜΕ/του χρήματος. ~ στην αγορά κινητής τηλεφωνίας. Πβ. ηγεμονία. Βλ. αυτο~, δύναμη, επιρροή.|| (ΑΘΛ.) ~ της ομάδας έναντι της ... ● ΣΥΜΠΛ.: εθνική κυριαρχία: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. το δικαίωμα ενός κράτους να έχει τον απόλυτο έλεγχο εντός των εδαφικών του ορίων, χωρίς εξωτερικές παρεμβάσεις: η αρχή/διασφάλιση/παραβίαση/υπονόμευση της ~ής ~ας. Βλ. ανεξαρτησία, αυτο-διάθεση, -νομία., λαϊκή κυριαρχία: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. βασική αρχή του δημοκρατικού πολιτεύματος σύμφωνα με την οποία φορέας της εξουσίας είναι ο λαός: εκδήλωση/έκφραση/εκπρόσωποι (βλ. βουλευτής)/σφετερισμός της ~ής ~ας. [< μτγν. κυριαρχία, γαλλ. domination, souveraineté] | |
| 27140 | κυριαρχικός | , ή, ό κυ-ρι-αρ-χι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην κυριαρχία ή που είναι κυρίαρχος: ~ός: έλεγχος/λόγος. ~ή: ενέργεια/εξουσία/επιβολή/παρουσία/σχέση. ~ό: καθεστώς/στοιχείο. ~ά: δικαιώματα (: που απορρέουν από την εθνική κυριαρχία)/ένστικτα/συμφέροντα. Πβ. εξουσιαστ-, ηγετ-ικός. Βλ. αυταρχ-, δεσποτ-ικός. ● επίρρ.: κυριαρχικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. κυριαρχικός, γαλλ. dominant, souverain] | |
| 27141 | κυριαρχικότητα | κυ-ρι-αρ-χι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του κυριαρχικού: σκύλος με έντονη ~ (: επιθυμία να υπερισχύει έναντι των άλλων). [< αγγλ. dominance] | |
| 27142 | κυρίαρχος | , η, ο κυ-ρί-αρ-χος επίθ. (λόγ.) 1. που επικρατεί, υπερισχύει, υπερτερεί, με αποτέλεσμα να επιβάλλεται και να ασκεί έλεγχο και επιρροή: ~η αντίληψη (= επικρατούσα)/άποψη/γλώσσα/ιδεολογία/μορφή (ενός φαινομένου)/τάση. Το ~ο θέμα (συζήτησης). Εταιρεία που αναδείχθηκε (ως) η ~η δύναμη στον τομέα της τεχνολογίας. Πβ. δεσπόζων, ηγεμονικός, ισχυρός.|| (ΠΟΛΙΤ.) Ο ~ λαός (: οι πολίτες στο δημοκρατικό πολίτευμα). ~η: πολιτική δύναμη.|| (κατ' επέκτ., ο πιο σημαντικός) Η ~η αιτία (= ο ~ος λόγος). Το ~ο αίτημα (των απεργών)/σύμπτωμα (μιας ασθένειας). Οι ~οι παράγοντες (ανάπτυξης). (ΒΙΟΛ.) ~ο: γονίδιο (= επικρατές· βλ. υπολειπόμενο, υποτελές). Διαδραματίζει ~ο ρόλο/κατέχει ~η θέση στις διεθνείς εξελίξεις. Πβ. βασικός, θεμελιώδης, κύριος, ουσιαστικός, πρωταρχικός. 2. ΠΟΛΙΤ. ανεξάρτητος, αυτεξούσιος: ~η: χώρα. ~ο: κράτος (βλ. ομόσπονδος, προτεκτοράτο). Βλ. αυτοδιάθεση. ● Ουσ.: κυρίαρχος, κυρίαρχη (ο/η): πρόσωπο που κυριαρχεί σε κάποιον χώρο: αδιαμφισβήτητος/απόλυτος/υπέρτατος ~. ~ των αιθέρων (: για άλτη, μπασκετμπολίστα, πιλότο)/των θαλασσών (: για εφοπλιστή, (ΜΥΘ.) για τον Ποσειδώνα)/του κόσμου/του Σύμπαντος (βλ. Θεός). Πβ. άρχοντας, εξουσιαστής, ηγέτης. Βλ. αφέντης, βασιλιάς, συγ~.|| (μτφ.) O ~ της κατάστασης/του παιχνιδιού. Βλ. -αρχος. [< 1: μτγν. κυρίαρχος 2: γαλλ. souverain] | |
| 27143 | κυριαρχώ | [κυριαρχῶ] κυ-ρι-αρ-χώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κυριαρχ-είς ... | κυριάρχ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ούμενος, -ημένος, -ώντας}: {συνήθ. στο γ' πρόσ.} ελέγχω, εξουσιάζω κυρ. συναισθήματα: ~εί (πάνω) στον εαυτό/στη ζωή/στα πάθη του. Αγωνίζομαι να ~ήσω στα νεύρα μου. (σπάν.) Τον ~ησε ο πανικός/φόβος (= κυρίευσε). ~ούνται (= διακατέχ-, καταλαμβάν-ονται) από αισθήματα λύπης/μοναξιάς. Πβ. επιβάλλομαι, κοντρολάρω, χαλιναγωγώ.|| Το νησί ~ήθηκε (= κατακτήθηκε) από Ρωμαίους και Βυζαντινούς. Πβ. διαφεντεύω. ● κυριαρχεί: επικρατεί ή υπερέχει, συνήθ. ως προς τη σπουδαιότητα, τον αριθμό: ~ η ακρίβεια/η ανασφάλεια/ο εγωισμός/η λογική (= βασιλ-, πρυταν-εύει)/η υποκρισία. ~ η άποψη/αντίληψη ότι .../η τάση να ... Εταιρεία/προϊόν που ~ στην αγορά. Προσωπικότητες που ~ησαν στον εικοστό αιώνα. Το βουνό/ο καταρράκτης ~ στο τοπίο. Πβ. δεσπόζω.|| (ΑΘΛ.) ~ησαν των αντιπάλων τους/απέναντι στη … με 3-0. Πβ. επικρατώ, νικώ, υπερισχύω. [< μεσν. κυριαρχώ, γαλλ. dominer] | |
| 27144 | κυρίευση | κυ-ρί-ευ-ση ουσ. (θηλ.): κατάκτηση: ~ της πόλης/του οχυρού από τους εχθρούς. Πβ. άλωση, εκπόρθηση, κατα~, κατάληψη, υποδούλωση. [< μτγν. κυρίευσις] | |
| 27145 | κυριεύω | κυ-ρι-εύ-ω ρ. (μτβ.) {κυρί-εψε (λόγ.) -ευσε, κυρι-έψει (λόγ.) -εύσει, κυριεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, -μένος, -οντας} 1. (μτφ., κυρ. για συναισθήματα) εξουσιάζω, καταλαμβάνω: Την ~ουν οι ανασφάλειες/ενοχές/τάσεις φυγής/τύψεις. Με ~ευσε η αμφιβολία/η θλίψη/το πάθος/η περιέργεια/η χαρά. Μην αφήσεις του φόβους να σε ~εύσουν. ~τηκε από ζήλια/μίσος/οργή. Τα καταθλιπτικά άτομα ~ονται από επίμονες αρνητικές σκέψεις. ~μένος από άγχος. Πβ. διακατέχει, κατα~. 2. (κυρ. για στρατό) γίνομαι κύριος, κατακτώ: ~ευσαν το οχυρό/το φρούριο. Η πόλη ~τηκε και καταστράφηκε/λεηλατήθηκε από ... Πβ. αλώνω, εκπορθώ, (καθ)υποτάσσω, υποδουλώνω. ● ΦΡ.: ζει και βασιλεύει (και τον κόσμο κυριεύει) βλ. βασιλεύω [< αρχ. κυριεύω] | |
| 27146 | κυρίλα | κυ-ρί-λα ουσ. (θηλ.) (αργκό): χλιδή, πολυτέλεια: Ζει μέσα στην ~ (: στα λούσα). Πβ. γκλαμουριά, χλίδα. | |
| 27147 | κυριλάτος | , η, ο [κυριλᾶτος] κυ-ρι-λά-τος επίθ. (αργκό-ειρων.): κυριλέ: ~η: εμφάνιση. ~ο: μαγαζί/ντύσιμο. ~α: ξενοδοχεία. Βλ. -άτος. | |
| 27148 | κυριλέ | κυ-ρι-λέ επίθ. {άκλ.} (αργκό-ειρων.): (για πρόσ.) που ζει με πολυτέλεια ή (για πράγμα) που είναι ακριβό και εντυπωσιάζει: ~ τύπος. ~ ύφος. ΑΝΤ. λαϊκός.|| ~ αμάξι/εστιατόριο/ντύσιμο. Πβ. χλιδάτος. Βλ. γιάπικος.|| (ως επίρρ.) Ντυμένος ~. Πβ. καθωσπρέπει. ΣΥΝ. κυριλάτος | |
| 27149 | κυριλίκι | κυ-ρι-λί-κι ουσ. (ουδ.) (αργκό-ειρων.): κυριλέ συμπεριφορά. Βλ. -ίκι. | |
| 27150 | κυριλλικός | , ή, ό κυ-ρυλ-λι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με το κυριλλικό αλφάβητο: ~ή: γραμματοσειρά/γραφή. ~οί: χαρακτήρες. ● Ουσ.: Κυριλλικά (τα): ενν. γράμματα. ● ΣΥΜΠΛ.: κυριλλικό αλφάβητο: που χρησιμοποιείται ως επί το πλείστον σε διάφορες ανατολικές, σλαβικές και νοτιοσλαβικές γλώσσες. [< γαλλ. cyrillique] | |
| 27151 | κυριολεκτικός | , ή, ό κυ-ρι-ο-λε-κτι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την κυριολεξία: ~ή: έκφραση/έννοια/μετάφραση (= πιστή)/χρήση (της λέξης). ~ό: νόημα. ~ές: σημασίες. Μιλάει με ~ό τρόπο. Χρησιμοποιεί ~ή γλώσσα. ΑΝΤ. αλληγορικός, μεταφορικός (2) 2. (επιτατ.) που παρουσιάζει στον μέγιστο βαθμό τις ιδιότητες που του αποδίδονται· πραγματικός, αληθινός: Επικρατεί ~ή εξαθλίωση/~ό χάος! ● επίρρ.: κυριολεκτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: στην κυριολεξία. ● ΦΡ.: με την κυριολεκτική έννοια/σημασία του όρου βλ. όρος [< μεσν. κυριολεκτικός] | |
| 27152 | κυριολεκτώ | [κυριολεκτῶ] κυ-ρι-ο-λε-κτώ ρ. (αμτβ.) {κυριολεκτ-είς ... | -είται, -ώντας} 1. μιλώ με ακρίβεια και ειλικρίνεια, χωρίς προσπάθεια συγκάλυψης ή παραποίησης της πραγματικής διάστασης των γεγονότων: ~, όταν λέω ότι ... Αν θέλουμε να ~ούμε/για να ~ήσουμε ... Βλ. σοβαρολογώ. ΣΥΝ. ακριβολογώ 2. εκφράζομαι, κάνοντας κυριολεκτική χρήση των λέξεων: Ο συγγραφέας ~εί.|| (συνεκδ.) Η Βίβλος/το κείμενο ~εί. ● κυριολεκτείται: (για λέξη) χρησιμοποιείται με την κυριολεκτική της σημασία, σε αντίθεση με την μεταφορική: Ο όρος "υποτροπή" ~ στην επανεμφάνιση της ασθένειας ... [< μτγν. κυριολεκτῶ] | |
| 27153 | κυριολεξία | κυ-ρι-ο-λε-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. η βασική, ακριβής ή αρχική σημασία λέξης, φράσης, σε αντίθεση προς τη μεταφορική: Στον ποιητικό λόγο οι λέξεις χάνουν την ~ τους. Ήταν μια αγωνίστρια της ζωής με την ~ του όρου. Πβ. ακριβολογία. Βλ. μεταφορά, σχήμα (λόγου).|| (συνεκδ. στον πληθ.) Χρησιμοποιεί ~ες (= κυριολεκτεί). Μπερδεύουν τους συμβολισμούς με τις ~ες (: κυριολεκτικές χρήσεις). ● ΦΡ.: κατά κυριολεξία (επίσ.): κυριολεκτικά, με την κυριολεκτική σημασία. Βλ. μεταφορικά., στην κυριολεξία ΣΥΝ. κυριολεκτικά 1. (επιτατ.) πραγματικά, στα αλήθεια, χωρίς (πολλές) υπερβολές: Γελάσαμε, ~ ~, μέχρι δακρύων. Η ζωή της ~ ~ κρεμόταν σε μια κλωστή. 2. στην κυριολεκτική σημασία: Η λέξη ... ~ ~ σημαίνει ... [< μτγν. κυριολεξία] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ