Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [27860-27880]

IDΛήμμαΕρμηνεία
27153κυριολεξίακυ-ρι-ο-λε-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. η βασική, ακριβής ή αρχική σημασία λέξης, φράσης, σε αντίθεση προς τη μεταφορική: Στον ποιητικό λόγο οι λέξεις χάνουν την ~ τους. Ήταν μια αγωνίστρια της ζωής με την ~ του όρου. Πβ. ακριβολογία. Βλ. μεταφορά, σχήμα (λόγου).|| (συνεκδ. στον πληθ.) Χρησιμοποιεί ~ες (= κυριολεκτεί). Μπερδεύουν τους συμβολισμούς με τις ~ες (: κυριολεκτικές χρήσεις). ● ΦΡ.: κατά κυριολεξία (επίσ.): κυριολεκτικά, με την κυριολεκτική σημασία. Βλ. μεταφορικά., στην κυριολεξία ΣΥΝ. κυριολεκτικά 1. (επιτατ.) πραγματικά, στα αλήθεια, χωρίς (πολλές) υπερβολές: Γελάσαμε, ~ ~, μέχρι δακρύων. Η ζωή της ~ ~ κρεμόταν σε μια κλωστή. 2. στην κυριολεκτική σημασία: Η λέξη ... ~ ~ σημαίνει ... [< μτγν. κυριολεξία]
27154κύριοςκύ-ρι-ος ουσ. (αρσ.) {κυρί-ου | -ων, -ους} 1. ως ευγενική αναφορά ή προσφώνηση άντρα: (για κάποιον του οποίου αγνοούμε το όνομα) Ένας γοητευτικός/ευγενέστατος/ηλικιωμένος/νεαρός ~. Σας ζητάει ένας ~. Ο ~ της φωτογραφίας της φάνηκε γνωστός. Ρωτήστε τον ~ο δίπλα. Ο εν λόγω ~ θέλησε να μείνει ανώνυμος. (στο τηλέφωνο) Με ποιον ~ο μιλάω;|| Αγαπητέ/φίλτατε ~ε ... Αξιότιμοι ~οι ... Κυρίες και ~οι ...|| (με ρ. στο γ' πρόσ., συνήθ. για πελάτη) Για δες τι θέλει ο ~. Τι θα πάρουν οι ~οι;|| (συνοδεύει επώνυμο ή/και όνομα, ιδιότητα) Ο ~ Αντρέας. (ως συντομ. κ.) Ο κ. Πετρόπουλος. (ως συντομ. κ.κ.) Οι κ.κ. Βασιλείου και Ρένεσης. Ο ~ καθηγητής/πρόεδρος ... Μάλιστα, ~ε δικαστά. 2. (λόγ.) εξουσιαστής, κυρίαρχος: ~ του κόσμου (= ο Θεός). Έγινε ο ~ του νησιού/της πόλης (πβ. αφέντης). Κάθε άνθρωπος είναι ~ της μοίρας/τύχης του. Παρέμειναν ~οι της κατάστασης/του παιχνιδιού μέχρι τέλους. Πβ. άρχοντας, βασιλιάς. 3. ΝΟΜ. κάτοχος, ιδιοκτήτης: ο ~ του ακινήτου/της επιχείρησης/των μετοχών. Βλ. συγ~. 4. άνδρας με αξιοπρέπεια, ήθος και σοβαρότητα: Είναι ~ με τα/σε όλα του. Ήταν ένας πραγματικός ~ του ελληνικού θεάτρου. Πβ. ιππότης, τζέντλεμαν. 5. προσηγορία ή προσφώνηση δασκάλου ή καθηγητή μέσης εκπαίδευσης, κυρ. από μαθητές: Με σήκωσε ο ~ στον πίνακα. ~ε, να ρωτήσω κάτι; 6. σύζυγος, οικοδεσπότης ή αφεντικό: (κυρ. παλαιότ.) Ο ~ της κυρίας. Πβ. άνδρας.|| Πότε επιστρέφει ο ~ του σπιτιού;|| (από το υπηρετικό προσωπικό) Ο ~ απουσιάζει. ● ΣΥΜΠΛ.: συμφωνία κυρίων: που δεν βασίζεται σε επίσημο έγγραφο, αλλά στον λόγο των συμβαλλόμενων: Υπάρχει ~ ~ ανάμεσα στις δύο πλευρές ότι ... [< αγγλ. gentlemen's/ gentleman's agreement, γαλλ. ~ ~, 1930] , ψιλός κύριος βλ. ψιλός ● ΦΡ.: κύριος/κυρία του εαυτού μου: ανεξάρτητος/η ή ικανός/ή να διατηρώ τον αυτοέλεγχό μου. ● βλ. κυρία [< 1,5,6: μτγν. κύριος, γαλλ. monsieur, ιταλ. signore 2,3: αρχ. κύριος 4: αγγλ. gentleman]
27155ΚύριοςΚύ-ρι-ος ουσ. (αρσ.) {Κυρί-ου}: ΕΚΚΛΗΣ. ο Θεός ή ο Ιησούς Χριστός: η αγάπη/η διδασκαλία/το έλεος του ~ου.|| Η Ανάληψη/Ανάσταση/Γέννηση/τα Πάθη του ~ου. ● ΦΡ.: απεδήμησε(ν)/αποδήμησε εις Κύριον/εις τόπο(ν) χλοερό(ν)/αποδήμησε στον άλλο κόσμο/από τον μάταιο τούτο κόσμο: πέθανε, απεβίωσε. Πβ. μας άφησε χρόνους., Κύριε ελέησον!/Θεέ και Κύριε!/Kύριε των δυνάμεων: εκφράζει ξάφνιασμα, απορία (μερικές φορές σε συνδυασμό με φόβο) ή αποδοκιμασία: Τελευταία παριστάνει και τον μουσικό, ~ε ελέησον!, Κύριος οίδε: (: ένας Θεός ξέρει) για να δηλωθεί η άγνοια του ομιλητή σχετικά με το τι θα συμβεί στο μέλλον: Η κατάσταση είναι πολύ τεταμένη. ~ τι θα επακολουθήσει!, Μέγας είσαι/ει Κύριε (και θαυμαστά τα έργα σου)!: (από την ακολουθία του Αγίου Βαπτίσματος) επιφώνηση έκπληξης και απορίας για κάτι που φαίνεται παράδοξο., μνήσθητί μου, Κύριε (ΚΔ) (προφ.): για να δηλωθεί παράκληση ή έκπληξη, απορία: ~ ~, τι άλλο θα δουν τα μάτια μου;, βλέπω Θεού/Κυρίου πρόσωπο βλ. πρόσωπο, ήμαρτον Παναγία μου/Θεέ μου/Χριστέ μου/Κύριε! βλ. ήμαρτον, Θου, Κύριε, φυλακήν τω στόματί μου! βλ. φυλακή, Κύριε των δυνάμεων! βλ. δύναμη, μωραίνει Κύριος ον βούλεται απολέσαι βλ. μωραίνω, όποιος πρόλαβε, τον Κύριον είδε βλ. προλαβαίνω, το πολύ το "Κύριε ελέησον" το βαριέται κι ο Θεός/κι ο παπάς βλ. βαριέμαι, χαλασμός Κυρίου/κόσμου βλ. χαλασμός [< μτγν. Κύριος]
27156κύριος, α, ο κύ-ρι-ος επίθ. {λόγ. θηλ. -ία | κυρι-ότερος, -η, -ο}: βασικός, σημαντικός, ουσιώδης: ~ος: αντίπαλος/μέτοχος/ομιλητής/παράγοντας (πβ. θεμελιώδης)/ρόλος (πβ. πρωτεύων· βλ. δευτερεύων)/στόχος/υπεύθυνος/ύποπτος (φόνου)/χορηγός. ~α: αιτία (διαζυγίου)/οδική αρτηρία (πβ. κεντρική)/προτεραιότητα/σημασία μιας λέξης (= κυριολεκτική· βλ. μεταφορική). ~ο: πιάτο/πρόβλημα (πβ. μείζον)/χαρακτηριστικό. ~ες: αλλαγές (βλ. επουσιώδεις)/γραμμές (σιδηροδρομικού δικτύου)/κατηγορίες (προϊόντων). ~α: πλεονεκτήματα/συμπεράσματα. Τα ~ότερα σημεία μιας ομιλίας. Οι ~ότερες ειδήσεις της ημέρας. Είσαστε κατά ~ο επάγγελμα αγρότης; Μετά τον πρόλογο ακολουθεί το ~ο (κ. κυρίως) θέμα. Η ~α είσοδος του ναού βρίσκεται στη βόρεια πλευρά (πβ. επίσημη, μπροστινή· βλ. πίσω, πλαϊνή).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~α: οθόνη. ~ο: μενού. ~ες: επιλογές. (στο διαδίκτυο) Επιστροφή στην ~α σελίδα. ● ΣΥΜΠΛ.: κύρια/ανεξάρτητη πρόταση: ΓΡΑΜΜ. (στην παραδοσιακή γραμματική) αυτή που έχει αυτοτελές νόημα και μπορεί να σταθεί μόνη της στον λόγο. ΑΝΤ. δευτερεύουσα/εξαρτημένη πρόταση, κύριο όνομα: ΓΡΑΜΜ. ουσιαστικό που δηλώνει συγκεκριμένο πρόσωπο (π.χ. Δημήτρης), ζώο, τόπο (π.χ. Θεσσαλία), για να το διακρίνει από τα άλλα, και του οποίου το πρώτο γράμμα γράφεται πάντα με κεφαλαίο. Πβ. βαφτιστικό (όνομα). Βλ. επωνυμία, επώνυμο. ΑΝΤ. κοινό όνομα (2), προσηγορικό, βασικά/κύρια χρώματα βλ. χρώμα, κύρια/κεντρική μνήμη βλ. μνήμη, κύριο άρθρο βλ. άρθρο, ο κύριος όγκος βλ. όγκος ● ΦΡ.: κατά κύριο/πρώτο/μείζονα λόγο & κατά πρώτο και κύριο λόγο: προπαντός, πρωτίστως, ιδίως, κυρίως: Η αύξηση της ανεργίας οφείλεται ~ ~ στο γεγονός ότι ... Πβ. κατεξοχήν. [< γαλλ. à plus forte raison] , πρώτον και κύριον: πρώτα-πρώτα, κατά πρώτον, πρωτίστως. ● βλ. κυρίως [< αρχ. κύριος]
27157κυριότητακυ-ρι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. εμπράγματο δικαίωμα το οποίο παρέχει στον δικαιούχο την άμεση, απόλυτη και καθολική εξουσία σε κάποιο πράγμα: αλλαγή/καθεστώς/κτήση/μεταβίβαση/παρακράτηση ~ας. Τεκμήριο/τίτλος ~ας. Έχω την αποκλειστική/πλήρη (βλ. επικαρπία) ~ του ακινήτου/της γης. Η περιουσία παρέμεινε/πέρασε/περιήλθε στην ~ά του. Το αυτοκίνητο του ανήκει κατά ~. Πβ. νομή. Βλ. -ότητα, συγ~. ΣΥΝ. ιδιοκτησία (1), κατοχή (1) ● Κυριότητες (οι): ΕΚΚΛΗΣ. ένα από τα εννέα τάγματα των αγγέλων. ● ΣΥΜΠΛ.: ψιλή κυριότητα βλ. ψιλός [< μτγν. κυριότης, γαλλ. proprieté]
27158κυριούλης, κυριούλακυ-ρι-ού-λης ουσ. (αρσ. + θηλ.) {αρσ. κυριούληδες} (οικ.): (δηλωτικό συμπάθειας ή/και οίκτου) κύριος, κυρία μεγάλης συνήθ. ηλικίας.
27159κυρίωςκυ-ρί-ως επίρρ. & (σπάν.-προφ.) κύρια: κατά κύριο λόγο, προπαντός, πρωτίστως, ιδίως: Το βιβλίο απευθύνεται ~ σε παιδιά δημοτικού. Πβ. βασικά, ιδία, ιδιαιτέρως, κατεξοχήν.|| (ως επίθ.) Ο ~ ναός. Η ~ αίθουσα. Το ~ θέμα/μενού/πιάτο. ● ΦΡ.: πρώτα και κύρια βλ. πρώτα απ’ όλα ● βλ. κύριος [< αρχ. κυρίως]
27160κύρος[κῦρος] κύ-ρος ουσ. (ουδ.) {κύρ-ους} 1. εκτίμηση και σεβασμός που αποδίδεται σε κάποιον λόγω της αναγνωρισμένης θέσης ή αξίας του: επαγγελματικό/επιστημονικό/κοινωνικό/πολιτικό/υψηλό ~. Το ~ της Δικαιοσύνης/του Κοινοβουλίου/της Κυβέρνησης/της οικογένειας/της χώρας. Ανάκτηση/αποκατάσταση του ~ους. Επαγγέλματα/προσωπικότητα ~ους. Οργανισμός με αδιαμφισβήτητο/αυξημένο/διεθνές/παγκόσμιο ~. Διαφυλάσσεται/ενισχύεται/θίγεται/ισχυροποιείται/καταρρακώνεται/πλήττεται/προσβάλλεται/υποβαθμίζεται/υπονομεύεται το ~ (και η αξιοπιστία) ενός θεσμού. Περιβάλλεται με ~. Μεγάλο το πλήγμα για το ~ του ... Πβ. γόητρο, ίματζ, πρεστίζ, υπόληψη. Βλ. εμβέλεια. 2. ΝΟΜ. εγκυρότητα, ισχύς: το ~ της απόφασης (δικαστηρίου)/του διαγωνισμού (του Δημοσίου)/της καταγγελίας. Ένσταση κατά του ~ους του (αθλητικού) αγώνα/της διαδικασίας/των εκλογών. Βλ. βαρύτητα, ισόκυρος. ΑΝΤ. ακυρότητα ● ΦΡ.: εγνωσμένης αξίας/εγνωσμένου κύρους βλ. εγνωσμένος [< αρχ. κῦρος, γαλλ. autorité]
27161κυρόςκυ-ρός ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. προσωνυμία ιεράρχη που έχει πεθάνει: Εκοιμήθη ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος/Μητροπολίτης ~ ... [< μεσν. κυρός]
27162κυρούλακυ-ρού-λα ουσ. (θηλ.) (οικ.): απλοϊκή, αγράμματη, συνήθ. ηλικιωμένη γυναίκα. Βλ. γριούλα. [< μεσν. κυρούλα]
27163κυρτός, ή, ό κυρ-τός επίθ. 1. του οποίου η επιφάνεια έχει σχήμα καμπύλης προς τα έξω: ~ός: καθρέφτης/φακός. ~ή: γέφυρα (= τοξωτή)/λαβή/λάμα/οθόνη. ~ό: κάτοπτρο/πριόνι/σώμα. Πβ. γυριστός, καμπυλωτός, πομπέ. Βλ. αμφίκυρτος.|| ~ή: μύτη (πβ. γαμψή. ΑΝΤ. ίσια)/πλάτη (= καμπουριασμένη· βλ. καμπούρα, κύφωση)/ράχη. ~ό: ράμφος. ~ά: νύχια. Βλ. ευθυτενής.|| (ΜΑΘ.) ~ή: ανάλυση/γωνία/συνάρτηση. ~ό: πολύγωνο. ΑΝΤ. κοίλος 2. λοξός, πλάγιος: ~ή: γραφή. ~ά: γράμματα. Βλ. κάθετος. ● επίρρ.: κυρτά [< αρχ. κυρτός]
27164κυρτότητακυρ-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) το κυρτό σχήμα, η ιδιότητα του κυρτού: ~ της Γης/της επιφάνειας/του κερατοειδούς/του κρανίου/του (οφθαλμικού) φακού. ~ της σπονδυλικής στήλης (πβ. καμπούρα, κύφωση, σκολίωση). Πβ. καμπυλότητα, κύρτωση.|| (ΜΑΘ.) Διάνυσμα ~ας. ~ συνάρτησης. Βλ. -ότητα. 2. ΟΙΚΟΝ. καμπύλη που δείχνει το ποσοστό μεταβολής της τιμής ενός τίτλου η οποία καθορίζεται από τις αλλαγές στα επιτόκια: αρνητική/θετική ~. ~ ομολόγων. Δείκτης ~ας. [< αρχ. κυρτότης 1: γαλλ. convexité 2: γαλλ. courbure]
27165κύρτωμακύρ-τω-μα ουσ. (ουδ.): το αποτέλεσμα του κυρτώνω· καμπυλότητα, κύρτωση: ~ του εδάφους. (κυρ. στην Κύπρο) ~ οδοστρώματος (= σαμαράκι). Πβ. καμπύλωμα. ΑΝΤ. ίσιωμα. Βλ. κοίλωμα.|| (ΙΑΤΡ.) Αυχενικό/γναθιαίο/ισχιακό/κνημιαίο/οσφυϊκό ~ (: φυσιολογική καμπύλωση). Θωρακικό/σκολιωτικό ~ (= καμπούρα, κύφωση). ~ της πλάτης/της σπονδυλικής στήλης/των ώμων (= καμπούριασμα). [< αρχ. κύρτωμα, γαλλ. courbure]
27166κυρτώνωκυρ-τώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κύρτω-σε, κυρτώ-σει, -μένος, κυρτών-οντας} 1. κάνω κάτι κυρτό: ~ μια ράβδο. Βλ. κοιλαίνω. ΣΥΝ. κάμπτω (2), καμπυλώνω, λυγίζω (1) ΑΝΤ. ισιώνω (1) 2. αποκτώ κυρτό σχήμα, γίνομαι κυρτός: ~σαν τα κλαδιά (= λύγισαν). Η σπονδυλική στήλη ~ει. ~μένη: επιφάνεια. 3. (ειδικότ.) καμπουριάζω: Μην ~εις την πλάτη σου! ~ει τους ώμους του. ~μένη: ράχη (πβ. καμπούρα). (για πρόσ.) ~μένος από τα χρόνια. Πβ. σκεβρώνω. [< αρχ. κυρτῶ]
27167κύρτωσηκύρ-τω-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κυρτώνω: μηχανήματα ~ης μετάλλων/υάλου (πβ. κάμψη, κουρμπάρισμα, λύγισμα). Βλ. στρέβλωση.|| (ΙΑΤΡ.) ~ της σπονδυλικής στήλης (: σκολίωση ή κύφωση). Πβ. κυρτότητα, κύρτωμα. 2. ΣΤΑΤΙΣΤ. μέτρο που εκφράζει τον βαθμό συγκέντρωσης μιας μεταβλητής στο μέσο και στα άκρα της: συντελεστής ~ης. Βλ. διασπορά. [< 1: μτγν. κύρτωσις 2: αγγλ. kurtosis, 1905]
27168κυρώνωκυ-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {κύρω-σε, κυρώ-σει, -θηκε, -μένος (λόγ.) κεκυρωμένος, κυρών-οντας} (επίσ.): επικυρώνω: ~θηκε το πρωτόκολλο/η συμφωνία/η συνθήκη (από τη Βουλή). ~μένο: αντίγραφο. Σύμβαση ~μένη με νόμο. Βλ. κατα~, προσ~. ΑΝΤ. ακυρώνω (1) [< αρχ. κυρῶ, μεσν. κυρώνω]
27169κύρωσηκύ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. απόδοση νομικής ισχύος σε κάτι: ~ αποφάσεων/κανονισμού/του κρατικού προϋπολογισμού/πρωτοκόλλου. Υπογραφή και ~ της συνθήκης. Κατατέθηκε σήμερα στη Βουλή για/προς ~ η συμφωνία. Νόμος ... περί ~ώσεως της σύμβασης. Βλ. κατα~, κατάργηση, προσ~. ΣΥΝ. επικύρωση (1) ΑΝΤ. ακύρωση (1) 2. ΝΟΜ. {συνήθ. στον πληθ.} ποινή, τιμωρία: αστικές/διοικητικές/διπλωματικές/εμπορικές (βλ. αποκλεισμός, εμπάργκο, μποϊκοτάζ)/έμπρακτες/επαπειλούμενες/νόμιμες/οικονομικές/πειθαρχικές/ποινικές/πολιτικές/χρηματικές ~ώσεις. Απειλή/άρση/επιβολή ~ώσεων. Πρόστιμα και αυστηρές ~ώσεις σε εταιρείες ... Οι παραβάτες θα υποστούν τις προβλεπόμενες ~ώσεις. Αποσύρονται/καταργούνται οι ~ώσεις εναντίον/σε βάρος του ... Η μη εφαρμογή των διατάξεων επισύρει/επιφέρει/συνεπάγεται ~ώσεις. Ο νόμος προβλέπει ~ώσεις. Δεν υπάρχει καμία ~ για ... Βλ. επακόλουθο. [< 1: αρχ. κύρωσις 2: γαλλ. sanction]
27170κυρωτικός, ή, ό κυ-ρω-τι-κός επίθ. 1. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. που καθιστά κάτι έγκυρο, που επικυρώνει: ~ός: νόμος. ~ή: απόφαση. ~ό: νομοσχέδιο/πλαίσιο. ~ές: διαδικασίες/διατάξεις/πράξεις. ~ά: έγγραφα. Η ~ή αρμοδιότητα της Βουλής. ΣΥΝ. επικυρωτικός ΑΝΤ. ακυρωτικός (1) 2. ΝΟΜ. που σχετίζεται με την επιβολή κυρώσεων: ~ός: μηχανισμός (για παραβάσεις). Η ~ή λειτουργία του δικαίου. Μη ~ές συστάσεις. Επιβάλλονται αυστηρά ~ά μέτρα στην εταιρεία. Βλ. κατα~. [< μτγν. κυρωτικός]
27171ΚΥΣΔΕ(το): Κεντρικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.
27174ΚΥΣΠΕ(το): Κεντρικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.