| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 27136 | κυριακοδρόμιο | κυ-ρια (& επίσ. ρι-α)-κο-δρό-μι-ο ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. βιβλίο με κηρύγματα και ερμηνείες των ευαγγελικών και αποστολικών περικοπών που διαβάζονται κάθε Κυριακή στη Θεία Λειτουργία: ~ του Ευαγγελίου. Βλ. αγιο-, εορτο-λόγιο, -δρόμιο. [< μεσν. κυριακοδρόμιον] | |
| 27137 | κυριακός | , ή, ό κυ-ρια (& επίσ. ρι-α)-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που αναφέρεται στον Κύριο· που γίνεται την Κυριακή: ~ή: εντολή. ~ό: δείπνο (= Θεία Κοινωνία)/σχολείο (= κατηχητικό). ● ΣΥΜΠΛ.: Κυριακή αργία: η αργία της Kυριακής: νομοθετική κατοχύρωση της ~ής ~ας. [< γαλλ. chômage du dimanche] , Κυριακή προσευχή: ΕΚΚΛΗΣ. υποδειγματική προσευχή που παρέδωσε ο ίδιος ο Ιησούς στους μαθητές του και είναι πιο γνωστή από την αρχική της φράση "Πάτερ ημών". Βλ. Σύμβολο της Πίστεως. [< μτγν. κυριακός] | |
| 27138 | κυριάρχηση | κυ-ρι-άρ-χη-ση ουσ. (θηλ.): κυριαρχία: απόλυτη/βίαιη/πλήρης ~. ~ των συναισθημάτων πάνω στη λογική. Πβ. επιβολή, επικράτηση, υπερίσχυση, υπεροχή. [< μεσν. κυριάρχησις] | |
| 27139 | κυριαρχία | κυ-ρι-αρ-χί-α ουσ. (θηλ.) 1. πολιτική κυρ. εξουσία: εδαφική/εξωτερική/εσωτερική/περιορισμένη ~. Μορφές ~ας. Απώλεια/άσκηση της ~ας. Η περιοχή βρίσκεται/παραμένει/τελεί υπό ξένη ~ (πβ. σκλαβιά, υποδούλωση, υποταγή· βλ. ελευθερία). Βλ. συγ~.|| (ΙΣΤ.) Βενετική/φράγκικη ~. Αυτοκρατορία που εδραίωσε/εξάπλωσε/επέβαλε/επέκτεινε την ~ της σε όλη την οικουμένη. Βλ. -αρχία, επι~. 2. (μτφ.) υπεροχή, επιβολή, επικράτηση σε έναν τομέα, χώρο: ιδεολογική/ναυτική/οικονομική/πολιτισμική ~. Καθολική ~ της εικόνας/των ΜΜΕ/του χρήματος. ~ στην αγορά κινητής τηλεφωνίας. Πβ. ηγεμονία. Βλ. αυτο~, δύναμη, επιρροή.|| (ΑΘΛ.) ~ της ομάδας έναντι της ... ● ΣΥΜΠΛ.: εθνική κυριαρχία: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. το δικαίωμα ενός κράτους να έχει τον απόλυτο έλεγχο εντός των εδαφικών του ορίων, χωρίς εξωτερικές παρεμβάσεις: η αρχή/διασφάλιση/παραβίαση/υπονόμευση της ~ής ~ας. Βλ. ανεξαρτησία, αυτο-διάθεση, -νομία., λαϊκή κυριαρχία: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. βασική αρχή του δημοκρατικού πολιτεύματος σύμφωνα με την οποία φορέας της εξουσίας είναι ο λαός: εκδήλωση/έκφραση/εκπρόσωποι (βλ. βουλευτής)/σφετερισμός της ~ής ~ας. [< μτγν. κυριαρχία, γαλλ. domination, souveraineté] | |
| 27140 | κυριαρχικός | , ή, ό κυ-ρι-αρ-χι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην κυριαρχία ή που είναι κυρίαρχος: ~ός: έλεγχος/λόγος. ~ή: ενέργεια/εξουσία/επιβολή/παρουσία/σχέση. ~ό: καθεστώς/στοιχείο. ~ά: δικαιώματα (: που απορρέουν από την εθνική κυριαρχία)/ένστικτα/συμφέροντα. Πβ. εξουσιαστ-, ηγετ-ικός. Βλ. αυταρχ-, δεσποτ-ικός. ● επίρρ.: κυριαρχικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. κυριαρχικός, γαλλ. dominant, souverain] | |
| 27141 | κυριαρχικότητα | κυ-ρι-αρ-χι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του κυριαρχικού: σκύλος με έντονη ~ (: επιθυμία να υπερισχύει έναντι των άλλων). [< αγγλ. dominance] | |
| 27142 | κυρίαρχος | , η, ο κυ-ρί-αρ-χος επίθ. (λόγ.) 1. που επικρατεί, υπερισχύει, υπερτερεί, με αποτέλεσμα να επιβάλλεται και να ασκεί έλεγχο και επιρροή: ~η αντίληψη (= επικρατούσα)/άποψη/γλώσσα/ιδεολογία/μορφή (ενός φαινομένου)/τάση. Το ~ο θέμα (συζήτησης). Εταιρεία που αναδείχθηκε (ως) η ~η δύναμη στον τομέα της τεχνολογίας. Πβ. δεσπόζων, ηγεμονικός, ισχυρός.|| (ΠΟΛΙΤ.) Ο ~ λαός (: οι πολίτες στο δημοκρατικό πολίτευμα). ~η: πολιτική δύναμη.|| (κατ' επέκτ., ο πιο σημαντικός) Η ~η αιτία (= ο ~ος λόγος). Το ~ο αίτημα (των απεργών)/σύμπτωμα (μιας ασθένειας). Οι ~οι παράγοντες (ανάπτυξης). (ΒΙΟΛ.) ~ο: γονίδιο (= επικρατές· βλ. υπολειπόμενο, υποτελές). Διαδραματίζει ~ο ρόλο/κατέχει ~η θέση στις διεθνείς εξελίξεις. Πβ. βασικός, θεμελιώδης, κύριος, ουσιαστικός, πρωταρχικός. 2. ΠΟΛΙΤ. ανεξάρτητος, αυτεξούσιος: ~η: χώρα. ~ο: κράτος (βλ. ομόσπονδος, προτεκτοράτο). Βλ. αυτοδιάθεση. ● Ουσ.: κυρίαρχος, κυρίαρχη (ο/η): πρόσωπο που κυριαρχεί σε κάποιον χώρο: αδιαμφισβήτητος/απόλυτος/υπέρτατος ~. ~ των αιθέρων (: για άλτη, μπασκετμπολίστα, πιλότο)/των θαλασσών (: για εφοπλιστή, (ΜΥΘ.) για τον Ποσειδώνα)/του κόσμου/του Σύμπαντος (βλ. Θεός). Πβ. άρχοντας, εξουσιαστής, ηγέτης. Βλ. αφέντης, βασιλιάς, συγ~.|| (μτφ.) O ~ της κατάστασης/του παιχνιδιού. Βλ. -αρχος. [< 1: μτγν. κυρίαρχος 2: γαλλ. souverain] | |
| 27143 | κυριαρχώ | [κυριαρχῶ] κυ-ρι-αρ-χώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κυριαρχ-είς ... | κυριάρχ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ούμενος, -ημένος, -ώντας}: {συνήθ. στο γ' πρόσ.} ελέγχω, εξουσιάζω κυρ. συναισθήματα: ~εί (πάνω) στον εαυτό/στη ζωή/στα πάθη του. Αγωνίζομαι να ~ήσω στα νεύρα μου. (σπάν.) Τον ~ησε ο πανικός/φόβος (= κυρίευσε). ~ούνται (= διακατέχ-, καταλαμβάν-ονται) από αισθήματα λύπης/μοναξιάς. Πβ. επιβάλλομαι, κοντρολάρω, χαλιναγωγώ.|| Το νησί ~ήθηκε (= κατακτήθηκε) από Ρωμαίους και Βυζαντινούς. Πβ. διαφεντεύω. ● κυριαρχεί: επικρατεί ή υπερέχει, συνήθ. ως προς τη σπουδαιότητα, τον αριθμό: ~ η ακρίβεια/η ανασφάλεια/ο εγωισμός/η λογική (= βασιλ-, πρυταν-εύει)/η υποκρισία. ~ η άποψη/αντίληψη ότι .../η τάση να ... Εταιρεία/προϊόν που ~ στην αγορά. Προσωπικότητες που ~ησαν στον εικοστό αιώνα. Το βουνό/ο καταρράκτης ~ στο τοπίο. Πβ. δεσπόζω.|| (ΑΘΛ.) ~ησαν των αντιπάλων τους/απέναντι στη … με 3-0. Πβ. επικρατώ, νικώ, υπερισχύω. [< μεσν. κυριαρχώ, γαλλ. dominer] | |
| 27144 | κυρίευση | κυ-ρί-ευ-ση ουσ. (θηλ.): κατάκτηση: ~ της πόλης/του οχυρού από τους εχθρούς. Πβ. άλωση, εκπόρθηση, κατα~, κατάληψη, υποδούλωση. [< μτγν. κυρίευσις] | |
| 27145 | κυριεύω | κυ-ρι-εύ-ω ρ. (μτβ.) {κυρί-εψε (λόγ.) -ευσε, κυρι-έψει (λόγ.) -εύσει, κυριεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, -μένος, -οντας} 1. (μτφ., κυρ. για συναισθήματα) εξουσιάζω, καταλαμβάνω: Την ~ουν οι ανασφάλειες/ενοχές/τάσεις φυγής/τύψεις. Με ~ευσε η αμφιβολία/η θλίψη/το πάθος/η περιέργεια/η χαρά. Μην αφήσεις του φόβους να σε ~εύσουν. ~τηκε από ζήλια/μίσος/οργή. Τα καταθλιπτικά άτομα ~ονται από επίμονες αρνητικές σκέψεις. ~μένος από άγχος. Πβ. διακατέχει, κατα~. 2. (κυρ. για στρατό) γίνομαι κύριος, κατακτώ: ~ευσαν το οχυρό/το φρούριο. Η πόλη ~τηκε και καταστράφηκε/λεηλατήθηκε από ... Πβ. αλώνω, εκπορθώ, (καθ)υποτάσσω, υποδουλώνω. ● ΦΡ.: ζει και βασιλεύει (και τον κόσμο κυριεύει) βλ. βασιλεύω [< αρχ. κυριεύω] | |
| 27146 | κυρίλα | κυ-ρί-λα ουσ. (θηλ.) (αργκό): χλιδή, πολυτέλεια: Ζει μέσα στην ~ (: στα λούσα). Πβ. γκλαμουριά, χλίδα. | |
| 27147 | κυριλάτος | , η, ο [κυριλᾶτος] κυ-ρι-λά-τος επίθ. (αργκό-ειρων.): κυριλέ: ~η: εμφάνιση. ~ο: μαγαζί/ντύσιμο. ~α: ξενοδοχεία. Βλ. -άτος. | |
| 27148 | κυριλέ | κυ-ρι-λέ επίθ. {άκλ.} (αργκό-ειρων.): (για πρόσ.) που ζει με πολυτέλεια ή (για πράγμα) που είναι ακριβό και εντυπωσιάζει: ~ τύπος. ~ ύφος. ΑΝΤ. λαϊκός.|| ~ αμάξι/εστιατόριο/ντύσιμο. Πβ. χλιδάτος. Βλ. γιάπικος.|| (ως επίρρ.) Ντυμένος ~. Πβ. καθωσπρέπει. ΣΥΝ. κυριλάτος | |
| 27149 | κυριλίκι | κυ-ρι-λί-κι ουσ. (ουδ.) (αργκό-ειρων.): κυριλέ συμπεριφορά. Βλ. -ίκι. | |
| 27150 | κυριλλικός | , ή, ό κυ-ρυλ-λι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με το κυριλλικό αλφάβητο: ~ή: γραμματοσειρά/γραφή. ~οί: χαρακτήρες. ● Ουσ.: Κυριλλικά (τα): ενν. γράμματα. ● ΣΥΜΠΛ.: κυριλλικό αλφάβητο: που χρησιμοποιείται ως επί το πλείστον σε διάφορες ανατολικές, σλαβικές και νοτιοσλαβικές γλώσσες. [< γαλλ. cyrillique] | |
| 27151 | κυριολεκτικός | , ή, ό κυ-ρι-ο-λε-κτι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την κυριολεξία: ~ή: έκφραση/έννοια/μετάφραση (= πιστή)/χρήση (της λέξης). ~ό: νόημα. ~ές: σημασίες. Μιλάει με ~ό τρόπο. Χρησιμοποιεί ~ή γλώσσα. ΑΝΤ. αλληγορικός, μεταφορικός (2) 2. (επιτατ.) που παρουσιάζει στον μέγιστο βαθμό τις ιδιότητες που του αποδίδονται· πραγματικός, αληθινός: Επικρατεί ~ή εξαθλίωση/~ό χάος! ● επίρρ.: κυριολεκτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: στην κυριολεξία. ● ΦΡ.: με την κυριολεκτική έννοια/σημασία του όρου βλ. όρος [< μεσν. κυριολεκτικός] | |
| 27152 | κυριολεκτώ | [κυριολεκτῶ] κυ-ρι-ο-λε-κτώ ρ. (αμτβ.) {κυριολεκτ-είς ... | -είται, -ώντας} 1. μιλώ με ακρίβεια και ειλικρίνεια, χωρίς προσπάθεια συγκάλυψης ή παραποίησης της πραγματικής διάστασης των γεγονότων: ~, όταν λέω ότι ... Αν θέλουμε να ~ούμε/για να ~ήσουμε ... Βλ. σοβαρολογώ. ΣΥΝ. ακριβολογώ 2. εκφράζομαι, κάνοντας κυριολεκτική χρήση των λέξεων: Ο συγγραφέας ~εί.|| (συνεκδ.) Η Βίβλος/το κείμενο ~εί. ● κυριολεκτείται: (για λέξη) χρησιμοποιείται με την κυριολεκτική της σημασία, σε αντίθεση με την μεταφορική: Ο όρος "υποτροπή" ~ στην επανεμφάνιση της ασθένειας ... [< μτγν. κυριολεκτῶ] | |
| 27153 | κυριολεξία | κυ-ρι-ο-λε-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. η βασική, ακριβής ή αρχική σημασία λέξης, φράσης, σε αντίθεση προς τη μεταφορική: Στον ποιητικό λόγο οι λέξεις χάνουν την ~ τους. Ήταν μια αγωνίστρια της ζωής με την ~ του όρου. Πβ. ακριβολογία. Βλ. μεταφορά, σχήμα (λόγου).|| (συνεκδ. στον πληθ.) Χρησιμοποιεί ~ες (= κυριολεκτεί). Μπερδεύουν τους συμβολισμούς με τις ~ες (: κυριολεκτικές χρήσεις). ● ΦΡ.: κατά κυριολεξία (επίσ.): κυριολεκτικά, με την κυριολεκτική σημασία. Βλ. μεταφορικά., στην κυριολεξία ΣΥΝ. κυριολεκτικά 1. (επιτατ.) πραγματικά, στα αλήθεια, χωρίς (πολλές) υπερβολές: Γελάσαμε, ~ ~, μέχρι δακρύων. Η ζωή της ~ ~ κρεμόταν σε μια κλωστή. 2. στην κυριολεκτική σημασία: Η λέξη ... ~ ~ σημαίνει ... [< μτγν. κυριολεξία] | |
| 27154 | κύριος | κύ-ρι-ος ουσ. (αρσ.) {κυρί-ου | -ων, -ους} 1. ως ευγενική αναφορά ή προσφώνηση άντρα: (για κάποιον του οποίου αγνοούμε το όνομα) Ένας γοητευτικός/ευγενέστατος/ηλικιωμένος/νεαρός ~. Σας ζητάει ένας ~. Ο ~ της φωτογραφίας της φάνηκε γνωστός. Ρωτήστε τον ~ο δίπλα. Ο εν λόγω ~ θέλησε να μείνει ανώνυμος. (στο τηλέφωνο) Με ποιον ~ο μιλάω;|| Αγαπητέ/φίλτατε ~ε ... Αξιότιμοι ~οι ... Κυρίες και ~οι ...|| (με ρ. στο γ' πρόσ., συνήθ. για πελάτη) Για δες τι θέλει ο ~. Τι θα πάρουν οι ~οι;|| (συνοδεύει επώνυμο ή/και όνομα, ιδιότητα) Ο ~ Αντρέας. (ως συντομ. κ.) Ο κ. Πετρόπουλος. (ως συντομ. κ.κ.) Οι κ.κ. Βασιλείου και Ρένεσης. Ο ~ καθηγητής/πρόεδρος ... Μάλιστα, ~ε δικαστά. 2. (λόγ.) εξουσιαστής, κυρίαρχος: ~ του κόσμου (= ο Θεός). Έγινε ο ~ του νησιού/της πόλης (πβ. αφέντης). Κάθε άνθρωπος είναι ~ της μοίρας/τύχης του. Παρέμειναν ~οι της κατάστασης/του παιχνιδιού μέχρι τέλους. Πβ. άρχοντας, βασιλιάς. 3. ΝΟΜ. κάτοχος, ιδιοκτήτης: ο ~ του ακινήτου/της επιχείρησης/των μετοχών. Βλ. συγ~. 4. άνδρας με αξιοπρέπεια, ήθος και σοβαρότητα: Είναι ~ με τα/σε όλα του. Ήταν ένας πραγματικός ~ του ελληνικού θεάτρου. Πβ. ιππότης, τζέντλεμαν. 5. προσηγορία ή προσφώνηση δασκάλου ή καθηγητή μέσης εκπαίδευσης, κυρ. από μαθητές: Με σήκωσε ο ~ στον πίνακα. ~ε, να ρωτήσω κάτι; 6. σύζυγος, οικοδεσπότης ή αφεντικό: (κυρ. παλαιότ.) Ο ~ της κυρίας. Πβ. άνδρας.|| Πότε επιστρέφει ο ~ του σπιτιού;|| (από το υπηρετικό προσωπικό) Ο ~ απουσιάζει. ● ΣΥΜΠΛ.: συμφωνία κυρίων: που δεν βασίζεται σε επίσημο έγγραφο, αλλά στον λόγο των συμβαλλόμενων: Υπάρχει ~ ~ ανάμεσα στις δύο πλευρές ότι ... [< αγγλ. gentlemen's/ gentleman's agreement, γαλλ. ~ ~, 1930] , ψιλός κύριος βλ. ψιλός ● ΦΡ.: κύριος/κυρία του εαυτού μου: ανεξάρτητος/η ή ικανός/ή να διατηρώ τον αυτοέλεγχό μου. ● βλ. κυρία [< 1,5,6: μτγν. κύριος, γαλλ. monsieur, ιταλ. signore 2,3: αρχ. κύριος 4: αγγλ. gentleman] | |
| 27155 | Κύριος | Κύ-ρι-ος ουσ. (αρσ.) {Κυρί-ου}: ΕΚΚΛΗΣ. ο Θεός ή ο Ιησούς Χριστός: η αγάπη/η διδασκαλία/το έλεος του ~ου.|| Η Ανάληψη/Ανάσταση/Γέννηση/τα Πάθη του ~ου. ● ΦΡ.: απεδήμησε(ν)/αποδήμησε εις Κύριον/εις τόπο(ν) χλοερό(ν)/αποδήμησε στον άλλο κόσμο/από τον μάταιο τούτο κόσμο: πέθανε, απεβίωσε. Πβ. μας άφησε χρόνους., Κύριε ελέησον!/Θεέ και Κύριε!/Kύριε των δυνάμεων: εκφράζει ξάφνιασμα, απορία (μερικές φορές σε συνδυασμό με φόβο) ή αποδοκιμασία: Τελευταία παριστάνει και τον μουσικό, ~ε ελέησον!, Κύριος οίδε: (: ένας Θεός ξέρει) για να δηλωθεί η άγνοια του ομιλητή σχετικά με το τι θα συμβεί στο μέλλον: Η κατάσταση είναι πολύ τεταμένη. ~ τι θα επακολουθήσει!, Μέγας είσαι/ει Κύριε (και θαυμαστά τα έργα σου)!: (από την ακολουθία του Αγίου Βαπτίσματος) επιφώνηση έκπληξης και απορίας για κάτι που φαίνεται παράδοξο., μνήσθητί μου, Κύριε (ΚΔ) (προφ.): για να δηλωθεί παράκληση ή έκπληξη, απορία: ~ ~, τι άλλο θα δουν τα μάτια μου;, βλέπω Θεού/Κυρίου πρόσωπο βλ. πρόσωπο, ήμαρτον Παναγία μου/Θεέ μου/Χριστέ μου/Κύριε! βλ. ήμαρτον, Θου, Κύριε, φυλακήν τω στόματί μου! βλ. φυλακή, Κύριε των δυνάμεων! βλ. δύναμη, μωραίνει Κύριος ον βούλεται απολέσαι βλ. μωραίνω, όποιος πρόλαβε, τον Κύριον είδε βλ. προλαβαίνω, το πολύ το "Κύριε ελέησον" το βαριέται κι ο Θεός/κι ο παπάς βλ. βαριέμαι, χαλασμός Κυρίου/κόσμου βλ. χαλασμός [< μτγν. Κύριος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ