Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [27880-27900]

IDΛήμμαΕρμηνεία
27175κυστεΐνηκυ-στε-ΐ-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. θειούχο αμινοξύ (σύμβ. C3H7NO2S) από την οξείδωση του οποίου παράγεται η κυστίνη. Βλ. ομο~. [< γαλλ. cystéine, αγγλ. cysteine]
27176κυστεκτομήκυ-στε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χειρουργική αφαίρεση της ουροδόχου κύστης, κυρ. σε περιπτώσεις καρκίνου: ριζική ~. Βλ. -εκτομή, χολο~. [< γαλλ. cystectomie, αγγλ. cystectomy]
27177κυστεογραφίακυ-στε-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) & κυστογραφία: ΙΑΤΡ. ακτινολογική εξέταση της ουροδόχου κύστης μετά από έγχυση σκιαγραφικής ουσίας σε αυτήν: ανιούσα/οπισθοδρομική/ραδιοϊσοτοπική ~. Βλ. -γραφία. [< αγγλ. cystography, γαλλ. cystographie, 1959]
27178κυστεοσκόπησηκυ-στε-ο-σκό-πη-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ενδοσκοπική διαγνωστική εξέταση της ουροδόχου κύστης, της ουρήθρας και (στους άνδρες) του προστάτη αδένα με τη χρήση κυστεοσκοπίου. Βλ. -σκόπηση. [< γαλλ. cystoscopie]
27179κυστεοσκόπιοκυ-στε-ο-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.) & κυστοσκόπιο: ΙΑΤΡ. ενδοσκόπιο το οποίο εισάγεται στην ουροδόχο κύστη διαμέσου της ουρήθρας για τη διενέργεια κυστεοσκόπησης. Βλ. -σκόπιο. [< γαλλ.-αγγλ. cystoscope]
27180κύστηκύ-στη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -εως | -εις (προφ.) -ες, -εων} 1. ΙΑΤΡ. παθολογικός σχηματισμός που μοιάζει με θύλακα και συνήθ. περιέχει υγρό ή ημίρρευστο υλικό: αραχνοειδής/οδοντοφόρος/ορώδης ~. Βλεννώδεις/καλοήθεις/νεφρικές ~εις. ~ες στο δέρμα (= επιδερμικές)/στο στήθος/στις ωοθήκες. ~εις των γνάθων/του ήπατος. Πβ. θυλάκιο. Βλ. απόστημα, βλαστο~, ψευδο~. 2. ΑΝΑΤ. όργανο που έχει τη μορφή μεμβρανώδους σάκου και εξυπηρετεί την προσωρινή αποθήκευση ενός προϊόντος εκκρίσεως: σπερματοδόχος ~. Αφαίρεση ~ης (βλ. κυστεκτομή). Βλ. ασκός. ● ΣΥΜΠΛ.: δερμοειδής κύστη βλ. δερμοειδής, κύστη κόκκυγος βλ. κόκκυγας, νηκτική κύστη βλ. νηκτικός, ουροδόχος κύστη βλ. ουροδόχος, χοληδόχος κύστη βλ. χοληδόχος [< αρχ. κύστις, γαλλ. kyste, αγγλ. cyst]
27181κυστίδιοκυ-στί-δι-ο ουσ. (ουδ.) {κυστιδί-ου | συνήθ. στον πληθ.} 1. ΒΙΟΛ. σφαιρικός σχηματισμός με μορφή φυσαλίδας μέσα στο κύτταρο: βλαστικό ~. Εκκριτικά/καλυμμένα/κυτταροπλασματικά/μεμβρανικά/συναπτικά ~α. Βλ. -ίδιο, οργανίδιο. 2. ΙΑΤΡ. (υποκ.) μικρή, φυσιολογική ή παθολογική, κύστη που περιέχει υγρό: ελλειπτικό/σπερματικό/σφαιρικό ~. Βλ. γρομπαλάκι, εξόγκωμα. [< γαλλ. vésicule]
27182κυστικός, ή, ό κυ-στι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την κύστη ή με παθολογική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από κύστεις: ~ός: πόρος.|| ~ή: ακμή (στο πρόσωπο)/μάζα/μαστοπάθεια/νόσος (του παγκρέατος/των πνευμόνων). ~ό: καρκίνωμα/μόρφωμα. ~οί: όγκοι. ~ές: βλάβες. Βλ. ενδο~, ινο~, ορθο~, πολυ~. ● ΣΥΜΠΛ.: κυστική ίνωση βλ. ίνωση [< γαλλ. cystique, αγγλ. cystic]
27183κυστίνηκυ-στί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. θειούχο αμινοξύ (σύμβ. C6H12N2O4S2) απαραίτητο για τον οργανισμό, το οποίο περιέχεται σε πολλές πρωτεΐνες, κυρ. στις ζωικές και την κερατίνη, και το οποίο χρησιμοποιείται και ως βελτιωτικό του ψωμιού: L-~. Βλ. κυστεΐνη, λυσίνη, μεθειονίνη. [< γαλλ.-αγγλ. cystine]
27184κυστίτιδακυ-στί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή της ουροδόχου κύστης που οφείλεται κυρ. σε μόλυνση: αιμορραγική/διάμεση/οξεία ~. Βλ. -ίτιδα, ουρολοίμωξη, χολο~. [< γαλλ. cystite, αγγλ. cystitis]
27185κυστοειδής, ής, ές κυ-στο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που μοιάζει με κύστη: (ΙΑΤΡ.) ~ής: αδένας. ~ής: απόφυση. ~ές: οίδημα (ωχράς κηλίδας). Βλ. -ειδής. [< γαλλ. cystoïde, αγγλ. cystoid]
27186ΚΥΤ(το): Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης Προσφύγων.
27187κυτίοκυ-τί-ο ουσ. (ουδ.) & κυτίον (επίσ.): κουτί: ~ παραπόνων/πρώτων βοηθειών.
27188κυτιοποιίακυ-τι-ο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κατασκευή (χάρτινων) κουτιών και συνεκδ. η αντίστοιχη βιομηχανική μονάδα. Βλ. -ποιία.
27189κυτο- & κυτό-: α' συνθετικό όρων της βιολογίας με αναφορά στο κύτταρο: κυτο-κίνηση. Κυτό-πλασμα (= κυτταρό-πλασμα). [< γερμ. Zyt(o)-]
27190κυτοκίνεςκυ-το-κί-νες & κυτταροκίνες {σπανιότ. στον εν. κυτοκίνη & κυτταροκίνη}: ΒΙΟΧ. κατηγορία πρωτεϊνών που παράγονται σε αντίδραση έναντι φλεγμονών και ρυθμίζουν ανοσολογικά θέματα και λειτουργίες, προκαλώντας διάφορες μεταβολές στα κύτταρα ενός οργανισμού. Βλ. ιντερλευκίνη. [< αγγλ. cytokine, 1974]
27191κυτοκίνησηβλ. κυτταροκίνηση
27192κυτοκινίνηκυ-το-κι-νί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ.-ΒΙΟΛ. φυτική ορμόνη απαραίτητη για την αύξηση και την ανάπτυξη των υπέργειων τμημάτων των φυτών. Βλ. -ίνη, αυξίνη. [< αγγλ. cytokinin, 1965, γαλλ. cytokinine, 1965]
27193κυτόπλασμαβλ. κυτταρόπλασμα
27194κύτοςκύ-τος ουσ. (ουδ.) {κύτ-ους | -η} (λόγ.) 1. το κοίλο μέρος πλωτού συνήθ. σκάφους: διπλό/μονό ~. Το ~ του πλοίου/του υποβρυχίου. Ρήγμα στο ~. Έλεγχος χωρητικότητας ~ών. Πβ. αμπάρι. Βλ. καρίνα, πυθμένας.|| Το ~ του αεροπλάνου. Πβ. κοιλιά. 2. ΑΝΑΤ. κοιλότητα του σώματος που περιβάλλεται από οστά: ~ του θώρακα/της κοιλίας/του κρανίου. [< αρχ. κύτος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.