Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [27900-27920]

IDΛήμμαΕρμηνεία
27195κυτοσίνηκυ-το-σί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. νουκλεοτιδική βάση της κατηγορίας των πυριμιδινών (σύμβ. C4H5N3O). Βλ. αδενίνη, γουανίνη, θυμίνη, ουρακίλη, DNA. [< γερμ. Cytosin, 1894, αγγλ. cytosine, 1894, γαλλ. ~, 1903]
27196κυτόχρωμακυ-τό-χρω-μα ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ. ομάδα πρωτεϊνών που βρίσκεται στα μιτοχόνδρια και παίζει σημαντικό ρόλο στην κυτταρική αναπνοή. [< αγγλ. cytochrome, 1925]
27197κυτταρικός, ή, ό κυτ-τα-ρι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το κύτταρο: ~ός: θάνατος (πβ. απόπτωση, νέκρωση)/ιστός/μεταβολισμός/πολλαπλασιασμός/πυρήνας/σκελετός (= κυτταροσκελετός). ~ή: διαίρεση (πβ. μείωση, μίτωση· βλ. κεντρόσωμα)/δομή/επικοινωνία/καλλιέργεια (= κυτταροκαλλιέργεια)/λειτουργία. ~ό: σώμα (του νευρώνα)/τοίχωμα. ~οί: μηχανισμοί/τύποι (του ανθρώπινου οργανισμού). ~ές: αλλοιώσεις/σειρές. ~ά: οργανίδια (βλ. κενοτόπιο, λυσόσωμα, μιτοχόνδριο). Βλ. α~, δια~, λεμφο~, λευκο~, μακρο~, μικρο~, νεφρο~, υπο~, φαγο~, μονο-, πολυ-κύτταρος. ● ΣΥΜΠΛ.: κυτταρική αναπνοή βλ. αναπνοή, κυτταρική ανοσία βλ. ανοσία, κυτταρική βιολογία βλ. βιολογία, κυτταρική/πλασματική μεμβράνη βλ. μεμβράνη [< γαλλ. cellulaire]
27198κυτταρίνηκυτ-τα-ρί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πολυσακχαρίτης από μόρια γλυκόζης, από τον οποίο αποτελείται η μεμβράνη των φυτικών κυττάρων· (στον πληθ.) οι φυτικές ίνες: αναγεννημένη/κρυσταλλική/οξική/τροποποιημένη ~. Η ~ του ξύλου.|| Τροφές πλούσιες σε ~ες (: φρούτα και λαχανικά). Βλ. ημι~, λιγνίνη, πηκτίνη, νιτρο~. ΣΥΝ. σελουλόζη [< γαλλ. cellulose]
27199κυτταρινικός, ή, ό κυτ-τα-ρι-νι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που περιέχει κυτταρίνη: ~ή: αιθανόλη/βιομάζα. ~ό: νάτριο. Κυτταρ(ιν)ικές: ίνες. [< γαλλ. cellulosique]
27200κυτταρίτιδακυτ-τα-ρί-τι-δα ουσ. (θηλ.) 1. συσσώρευση λίπους στον υποδόριο ιστό (συνήθ. των γυναικών), με αποτέλεσμα το δέρμα να χάνει την ελαστικότητά του και να ζαρώνει: μαλακή/σκληρή ~. Γενικευμένη/εντοπισμένη/τοπική ~. ~ στα πόδια. Τζελ/κρέμα κατά της ~ας (βλ. αντικυτταριτιδικός). Βλ. λιποδυστροφία, χαλάρωση, ψωμάκια. 2. ΙΑΤΡ. φλεγμονή του κυτταρικού συνδετικού ιστού. [< γαλλ. cellulite]
27201κύτταροκύτ-τα-ρο ουσ. (ουδ.) {κυττάρ-ου | -ων} 1. ΒΙΟΛ. {συνήθ. στον πληθ.} η θεμελιώδης δομική και λειτουργική μονάδα των ζωντανών οργανισμών που αποτελείται από έναν πυρήνα, ο οποίος περιβάλλεται από κυτταρόπλασμα και περικλείεται από κυτταρική μεμβράνη: ανθρώπινα/γεννητικά/εμβρυϊκά/επιθηλιακά/ευκαρυωτικά/ζωικά/θυγατρικά/καρκινικά/μυϊκά/νευρικά/παθολογικά/προκαρυωτικά/υγιή/φυσιολογικά/φυτικά ~α. Ερυθρά (= ερυθροκύτταρα)/λευκά (= λευκοκύτταρα) ~α του αίματος. ~α των βακτηρίων/του εγκεφάλου. Βλ. αστρο~, ηπατο~, ανοσο-, ιστιο-, λεμφο-, μελανο-, μονο-, φαγο-, χονδρο-κύτταρα, μεγακαρυο~, μικρο~, οστεο~, σπερματο~, φωτο~, ωο~. 2. {συνήθ. στον εν.} (μτφ.) βασικό, δομικό, συστατικό στοιχείο: δυναμικό/ενεργό/ζωντανό ~. Το ~ της δημοκρατίας/του ελληνισμού. Η οικογένεια είναι το ~ της κοινωνίας. Πβ. βάση, θεμέλιο, κέντρο. || ~ του ΧΥΤΑ. ● ΣΥΜΠΛ.: αρχέγονα κύτταρα βλ. αρχέγονος, βλαστικά κύτταρα βλ. βλαστικός, ηλιακή κυψέλη βλ. ηλιακός, φωτοβολταϊκό στοιχείο βλ. φωτοβολταϊκός [< αρχ. κύτταρον, γαλλ. cellule, αγγλ. cell]
27202κυτταρο- & κυτταρό-: το ουσιαστικό κύτταρο ως α' συνθετικό όρων της βιολογίας ή σχετικών επιστημονικών κλάδων: ~καλλιέργεια. Κυτταρό-λυση/~πλασμα.|| Κυτταρο-γενετική/~χημεία. ΚΥΤΤΑΡΟ ΚΥΤΤΑΡΟ
27203κυτταροβλάστηκυτ-τα-ρο-βλά-στη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. ο πυρήνας του κυττάρου. [< γερμ. Zytoblast]
27204κυτταρογένεσηκυτ-τα-ρο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. δημιουργία ή παραγωγή κυττάρων. Βλ. -γένεση. [< γερμ. Zytogonie]
27205κυτταρογενετικήκυτ-τα-ρο-γε-νε-τι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ): ΒΙΟΛ. κλάδος της Γενετικής που έχει ως αντικείμενο τη μελέτη των χρωμοσωμάτων (αριθμός, δομή, μορφολογία) με σκοπό την έρευνα χρωμοσωμικών ανωμαλιών. Βλ. βιο-, φυλο-γενετική. [< γαλλ. cytogénétique, αγγλ. cytogenetics, 1930]
27206κυτταρογενετικός, ή, ό κυτ-τα-ρο-γε-νε-τι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που σχετίζεται με την κυτταρογενετική: ~ός: έλεγχος. ~ή: ανάλυση/μελέτη. ~ές: εξετάσεις. ~ά: δεδομένα/ευρήματα. [< αγγλ. cytogenetic, cytogenetical
27207κυτταροδιαγνωστικός, ή, ό κυτ-τα-ρο-δι-α-γνω-στι-κός επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: κυτταροδιαγνωστική μέθοδος: ΙΑΤΡ. διάγνωση παθολογικής κατάστασης μέσω της εξέτασης των κυττάρων στους ιστούς και στα υγρά του σώματος. Βλ. Παπ τεστ. [< γαλλ. cytodiagnostic, 1900, αγγλ. ~]
27208κυτταροκαλλιέργειακυτ-τα-ρο-καλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. ανάπτυξη και διατήρηση κυττάρων σε δοκιμαστικό σωλήνα ή άλλη εργαστηριακή συσκευή για ερευνητικούς σκοπούς. Βλ. -καλλιέργεια. [< αγγλ. cell culture]
27209κυτταροκίνεςβλ. κυτοκίνες
27210κυτταροκίνησηκυτ-τα-ρο-κί-νη-ση ουσ. (θηλ.) & κυτοκίνηση: ΒΙΟΛ. διαδικασία διαίρεσης του κυτταροπλάσματος του κυττάρου που ακολουθεί τη μίτωση. [< αγγλ. cytokinesis, 1898]
27211κυτταρολογίακυτ-τα-ρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Κ): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. κυτταρική βιολογία: διαγνωστική ~ (βλ. κυτταροδιαγνωστική μέθοδος). Βλ. βιοψία, ιστολογία, -λογία. [< γερμ. Zytologie, γαλλ. cytologie]
27212κυτταρολογικός, ή, ό κυτ-τα-ρο-λο-γι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την κυτταρολογία: ~ός: έλεγχος. ~ή: διάγνωση (βλ. κυτταροδιαγνωστική μέθοδος)/εικόνα. ~ές: εξετάσεις (ούρων/πτυέλων). ~ά: αποτελέσματα/δεδομένα/δείγματα/ευρήματα. Βλ. ιστολογ-, παθολογοανατομ-ικός.|| (ως ουσ.) Το ~ό (ενν. τμήμα νοσοκομείου ή εργαστήριο). ● επίρρ.: κυτταρολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]
27213κυτταρολόγοςκυτ-τα-ρο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (κ. με κεφαλ. Κ): γιατρός ειδικευμένος στην κυτταρολογία: παθολογοανατόμος-~. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. cytologiste, γερμ. Zytologe]
27214κυτταρόλυσηκυτ-τα-ρό-λυ-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. καταστροφή ενός ζωντανού κυττάρου μέσω της διάσπασης των στοιχείων του. Βλ. απόπτωση, λύση, νέκρωση. [< αγγλ. cytolysis, 1896, γαλλ. cytolyse, 1905]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.