Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [27920-27940]

IDΛήμμαΕρμηνεία
27215κυτταρολυτικός, ή, ό κυτ-τα-ρο-λυ-τι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που σχετίζεται με την κυτταρόλυση. ΣΥΝ. λυτικός [< γαλλ. cytolytique, αγγλ. cytolytic, 1904]
27216κυτταρομεγαλοϊόςκυτ-τα-ρο-με-γα-λο-ϊ-ός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. ιός που ανήκει στην οικογένεια των ερπητοϊών: αντισώματα ~ού. Λοίμωξη από ~ό. [< αγγλ. cytomegalovirus (CMV), 1960, γαλλ. cytomégalovirus, 1979]
27217κυτταρομετρίακυτ-τα-ρο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: κυτταρομετρία ροής: ΙΑΤΡ. διαγνωστική τεχνική σε καρκινικό ιστό με τη χρήση μηχανήματος λέιζερ για τη μέτρηση του DNA στα κύτταρα και την αξιολόγηση της επιθετικότητας της νόσου. Βλ. -μετρία. [< αγγλ. flow cytometry, 1978]
27218κυτταροπενίακυτ-τα-ρο-πε-νί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μείωση του αριθμού των κυττάρων του αίματος. Βλ. παγ~. [< αγγλ. cytopenia, γαλλ. cytopenie]
27219κυτταρόπλασμακυτ-τα-ρό-πλα-σμα ουσ. (ουδ.) & κυτόπλασμα: ΒΙΟΛ. πρωτόπλασμα με σύνθετη δομή που βρίσκεται μεταξύ του κυτταρικού πυρήνα και της κυτταρικής μεμβράνης. Βλ. ενδοπλασματικό δίκτυο, κενοτόπιο, οργανίδιο, -πλασμα. [< γαλλ. cytoplasme, αγγλ. cytoplasm]
27220κυτταροπλασματικός, ή, ό κυτ-τα-ρο-πλα-σμα-τι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που σχετίζεται με το κυτταρόπλασμα ή ανήκει στη δομή του: ~ή: διαίρεση.|| ~ό: σύστημα μεμβρανών/τμήμα. ~ές: πρωτεΐνες. ~ά: ινίδια/κυστίδια/οργανίδια/ριβοσώματα. [< γαλλ. cytoplasmique, αγγλ. cytoplasmic]
27221κυτταροσκελετόςκυτ-τα-ρο-σκε-λε-τός ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ. περίπλοκο πλέγμα πρωτεϊνικών ινιδίων που εκτείνεται σε όλο το κυτταρόπλασμα και ελέγχει το σχήμα, τη δομή και την κίνηση των κυττάρων. [< αγγλ. cytoskeleton, 1936, γαλλ. cytosquelette, 1977]
27222κυτταροστατικός, ή, ό κυτ-τα-ρο-στα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που καταστέλλει την ανάπτυξη και τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων: ~ή: δράση/θεραπεία. ~ές: φαρμακευτικές ουσίες. Πβ. αντινεοπλασματικός. ● Ουσ.: κυτταροστατικά (τα): ΦΑΡΜΑΚ. ενν. φάρμακα. Βλ. ανοσοκατασταλτικός. [< αγγλ. cytostatic, 1949, γαλλ. cytostatique]
27223κυτταροτοξικός, ή, ό κυτ-τα-ρο-το-ξι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που έχει καταστροφική επίδραση σε συγκεκριμένα συνήθ. είδη κυττάρων: ~ή: δράση/χημειοθεραπεία. ~ό: τεστ (για την τροφική δυσανεξία)/φάρμακο. ~ά: αντισώματα/λεμφοκύτταρα. [< αγγλ. cytotoxic, 1902, γαλλ. cytotoxique, 1904]
27224κυτταροτοξικότητακυτ-τα-ρο-το-ξι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. η ιδιότητα του κυτταροτοξικού: λεμφοκυτταρική ~. Βλ. απόπτωση. [< γαλλ. cytotoxicité, πριν από το 1970, αγγλ. cytotoxicity]
27225κυτταροφαγίαβλ. φαγοκυττάρωση
27226κυτταροχημείακυτ-τα-ρο-χη-μεί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Κ): ΒΙΟΛ. κλάδος της κυτταρολογίας που μελετά τη χημική σύσταση των κυττάρων. [< αγγλ. cytochemistry, 1900, γαλλ. cytochimie]
27227κύφωσηκύ-φω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μόνιμη παραμόρφωση της σπονδυλικής στήλης που χαρακτηρίζεται από έντονη κύρτωση της πλάτης: θωρακική/νεανική ~. Πβ. καμπούρα. Βλ. λόρδωση, σκολίωση. [< αρχ. κύφωσις, γαλλ. cyphose, αγγλ. cyphosis]
27228κυφωτικός, ή, ό κυ-φω-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που παρουσιάζει κύφωση: ~ή: παραμόρφωση. [< γαλλ. cyphotique, αγγλ. cyphotic]
27229κυψέληκυ-ψέ-λη ουσ. (θηλ.) 1. τεχνητή ή φυσική κατοικία μελισσών· συνεκδ. το σμήνος της: άδεια/γεμάτη ~. Κελιά ~ης. Πβ. κουβέλι. ΣΥΝ. μελίσσι (2) 2. ΤΕΧΝΟΛ. {συνήθ. στον πληθ.} συσκευή παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Πβ. κυψελίδα. 3. {στον πληθ.} μικρή και κλειστή κοιλότητα: φάκελος ενισχυμένος με ~ες αέρα. Βλ. παγοκυψέλες. 4. μέρος κτιρίου με ομοιόμορφη διαρρύθμιση: Τα γραφεία κατανέμονται σε ~ες των ... τ.μ. 5. ΤΗΛΕΠ. περιοχή την οποία καλύπτει με σήμα μια κεραία δικτύου κινητής τηλεφωνίας. Βλ. μικρο~. ● ΣΥΜΠΛ.: κυψέλη εργασίας (σπάν.-μτφ.): τόπος ή χώρος οργανωμένης και εντατικής δραστηριότητας: Η βιβλιοθήκη του σχολείου έγινε μια πραγματική ~ ~., κυψέλη καυσίμου/ενεργειακή κυψέλη: ΗΛΕΚΤΡ. συσκευή που μετατρέπει τη χημική ενέργεια καύσης σε ηλεκτρική συνεχούς ρεύματος: ~ες ~ υδρογόνου. Όχημα ~ών ~. Βλ. μπαταρία. [< αγγλ. fuel cell, 1922] , ηθμοειδείς κυψέλες βλ. ηθμοειδής, ηλιακή κυψέλη βλ. ηλιακός, φωτοβολταϊκό στοιχείο βλ. φωτοβολταϊκός [< 1: αρχ. κυψέλη 2,3,4: γαλλ. cellule 5: αγγλ. cell, 1977]
27230κυψελίδακυ-ψε-λί-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΦΥΣΙΟΛ. ουσία που εκκρίνεται από τους σμηγματογόνους αδένες του έξω ακουστικού πόρου, για να διατηρεί εύκαμπτο τον τυμπανικό υμένα και να παρεμποδίζει την είσοδο βλαβερών στοιχείων στο αυτί. Πβ. βύσμα. ΣΥΝ. κερί (2) 2. ΤΕΧΝΟΛ. καθετί που έχει τη μορφή μικρής κυψέλης: ~ καυσίμου.κυψελίδες (οι) 1. ΦΥΣΙΟΛ. μικρές διευρύνσεις, κοιλότητες που εντοπίζονται στα βρογχιόλια και αποτελούν τη βασική λειτουργική μονάδα των πνευμόνων. 2. ΚΡΥΣΤ. οι δομικές μονάδες του κρυστάλλου. [< αρχ. κυψελίς, γαλλ. cellule]
27231κυψελιδικός, ή, ό κυ-ψε-λι-δι-κός επίθ.: ΦΥΣΙΟΛ. που σχετίζεται με τις κυψελίδες: ~ή: πίεση/συγκέντρωση. ~ό: επιθήλιο/τοίχωμα. ~ά: κύτταρα/μακροφάγα. ● ΣΥΜΠΛ.: κυψελιδική πρωτεΐνωση βλ. πρωτεΐνωση
27232κυψελοειδής, ής, ές κυ-ψε-λο-ει-δής επίθ. (επιστ.): κυψελωτός: (ΑΝΑΤ.) ~είς: αδένες. Βλ. -ειδής. ΣΥΝ. κυψελώδης ● ΣΥΜΠΛ.: κυψελοειδές δίκτυο/σύστημα: ΤΗΛΕΠ. σύστημα που χρησιμοποιεί κυψέλες για την αποθήκευση πληροφορίας: αναλογικά/ασύρματα/δορυφορικά/επίγεια/ψηφιακά ~ή συστήματα. ~ ~ κινητής τηλεφωνίας. [< γαλλ. système cellulaire]
27233κυψελώδης, ης, ες κυ-ψε-λώ-δης επίθ. {κυψελώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): κυψελωτός: ~ες: καουτσούκ. Η ~ δομή της ελαφρόπετρας.|| (ΓΕΩΛ.) ~εις: πλάκες. Πβ. πορώδης. Βλ. -ώδης. ΣΥΝ. κυψελοειδής [< γαλλ. cellulaire]
27234κυψελωτός, ή, ό κυ-ψε-λω-τός επίθ.: που μοιάζει με κυψέλη ή αποτελείται από πολλές μικρές κοιλότητες παρόμοιες με κυψέλες: ~ή: επιφάνεια. ~ό: γυαλί/πλέγμα/σκυρόδεμα (= ελαφρομπετόν· πβ. πορώδης). Ανοξείδωτος ~ κάδος (πλυντηρίου).|| (ΤΗΛΕΠ.) ~ή: τηλεφωνία. ΣΥΝ. κυψελοειδής, κυψελώδης [< γαλλ. cellulaire]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.