| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 27235 | κύων | κύ-ων ουσ. (αρσ.) {κυν-ός} (αρχαιοπρ.) 1. ΖΩΟΛ. σκύλος: κυνηγετικός ~. 2. ΑΣΤΡΟΝ. {στον εν.} (με κεφαλ. Κ) ονομασία δύο αστερισμών, του Μεγάλου και του Μικρού Κυνός. Βλ. Αιγόκερως, Σείριος, Σταυρός του Νότου. ● ΦΡ.: τα άγια τοις κυσί βλ. άγιος [< αρχ. κύων] | |
| 27236 | ΚΦΣ | (ο): Κώδικας Φορολογικών Στοιχείων. | |
| 27237 | ΚΨΜ | (το): Κέντρο Ψυχαγωγίας Μονάδας. βλ. καψιμί | |
| 27238 | κωβιός | βλ. γωβιός | |
| 27239 | κωδεΐνη | κω-δε-ΐ-νη ουσ. (θηλ.) & κοδεΐνη: ΦΑΡΜΑΚ. οπιοειδής ουσία (σύμβ. C18H21NO3·H2O), παράγωγο της μορφίνης, η οποία χρησιμοποιείται ως αναλγητικό, ηρεμιστικό ή αντιβηχικό. [< γαλλ. codéine > αγγλ. codein, αρχ. κώδεια ‘κάψα της παπαρούνας’] | |
| 27240 | κώδικας | κώ-δι-κας ουσ. (αρσ.) {κωδίκ-ων} 1. ΝΟΜ. (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ) σύνολο καταγεγραμμένων νόμων που αφορούν συγκεκριμένο τομέα της ανθρώπινης δραστηριότητας: Εμπορικός/Σωφρονιστικός ~. ~ Δεοντολογίας. ~ Ποινικής Δικονομίας/Τροφίμων και Ποτών. Ελληνικός ~ Διαφήμισης. Κοινοτικός Τελωνειακός ~. Βλ. ευρω~.|| (ΙΣΤ.) ~ του Ιουστινιανού/του Χαμουραμπί. 2. (κατ' επέκτ.) άγραφοι κανόνες, αρχές που ρυθμίζουν τις εκδηλώσεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς μέσα στο κοινωνικό σύνολο: ~ αξιών (βλ. ηθική)/ευγενείας (πβ. σαβουάρ βιβρ). ~ (= νόμος) της σιωπής (πβ. ομερτά· βλ. μαφία). Πβ. κανονισμός. 3. σύστημα συμβόλων (αριθμών, γραμμάτων, λέξεων, σχημάτων) για μεταβίβαση ή αναπαράσταση πληροφορίας: γλωσσικός (βλ. λεξιλόγιο)/μαθηματικός/μυστικός/(ΗΛΕΚΤΡ.) χρωματικός (: για αναγνώριση, διάκριση π.χ. αντιστάσεων, καλωδίων) ~. Ο ~ της μουσικής. Σπάω τον ~α (πβ. αποκρυπτογραφώ, αποκωδικοποιώ· βλ. διαβάζω).|| (στη ναυσιπλοΐα, με κεφαλ. το αρχικό Κ) Διεθνής ~ Σημάτων (: με τον οποίο οι ναυτικοί διαφορετικών χωρών συνεννοούνται μεταξύ τους εν πλω).|| (μτφ.) Έχουν τον δικό τους ~α επικοινωνίας. 4. ΠΛΗΡΟΦ. σύνολο ρητών κανόνων που καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο δεδομένα αναπαρίστανται με διακριτή μορφή: δυαδικός/πηγαίος ~. Λογισμικό ανοιχτού ~α (= ελεύθερο λογισμικό). ~ εκκίνησης/ελέγχου (π.χ. πρόσβασης)/χαρακτήρων. Μετατροπή/παραγωγή/τμήμα ~α. Βλ. κρυπτογράφημα, μικρο~, πρόγραμμα, ψευδο~. 5. ΦΙΛΟΛ. (στην παλαιογραφία) σύνολο από χειρόγραφες σελίδες συρραμμένες σε ενιαίο σώμα με σχήμα παρόμοιο με αυτό του βιβλίου: αρχαίος/βυζαντινός/ελληνικός/λατινικός/σιναϊτικός ~. Παλίμψηστοι ~ες. Εκκλησιαστικοί μουσικοί ~ες. Βλ. κύλινδρος. ● ΣΥΜΠΛ.: κώδικας ASCII: ΠΛΗΡΟΦ. κώδικας που χρησιμοποιεί επτά δυαδικά ψηφία, τους αριθμούς 0 ως 127, για την αναπαράσταση 128 αλφαριθμητικών χαρακτήρων, ειδικών συμβόλων και χαρακτήρων ελέγχου. [< αμερικ. ASCII code (American Standard Code for Information Interchange, 1963)] , Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας (ακρ. ΚΟΚ): διατάξεις που ρυθμίζουν την κυκλοφορία των οχημάτων και τη συμπεριφορά οδηγών και πεζών., αγορανομικός κώδικας βλ. αγορανομικός, Αστικός Κώδικας βλ. αστικός, γενετικός κώδικας βλ. γενετικός, γραμμωτός/γραμμικός κώδικας βλ. γραμμωτός, δημοσιοϋπαλληλικός κώδικας βλ. δημοσιοϋπαλληλικός, Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας βλ. δημοτικός, ενδυματολογικός κώδικας βλ. ενδυματολογικός, ηθικός κώδικας/νόμος βλ. ηθικός, κώδικας μορς βλ. μορς, κώδικας τιμής βλ. τιμή, Ποινικός Κώδικας βλ. ποινικός, ταχυδρομικός κώδικας/κωδικός βλ. ταχυδρομικός, τηλεγραφικός κώδικας βλ. τηλεγραφικός, Υπαλληλικός Κώδικας βλ. υπαλληλικός [< 1,5: μτγν. κῶδιξ 2,3: γαλλ. code 4: αγγλ. code] | |
| 27241 | κωδίκελλος | κω-δί-κελ-λος ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): ΝΟΜ. διάταξη (έγγραφο) τελευταίας βούλησης ενός προσώπου για συμπλήρωση ή τροποποίηση της διαθήκης του. [< μτγν. κωδίκελλος ‘έγγραφο διάθεσης κληροδοτημάτων’, γαλλ. codicille, αγγλ. codicil] | |
| 27242 | κωδίκευση | κω-δί-κευ-ση ουσ. (θηλ.) (σπάν.): κωδικοποίηση. [< γαλλ. codage, 1959] | |
| 27243 | κωδικεύω | κω-δι-κεύ-ω ρ. (μτβ.) (σπάν.): ΒΙΟΛ. κωδικοποιώ. [< γαλλ. coder, 1959] | |
| 27244 | κωδικογράφηση | κω-δι-κο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. κωδικοποίηση: ~ των (φορολογικών) δηλώσεων. Βλ. -γράφηση. | |
| 27245 | κωδικογραφικός | , ή, ό κω-δι-κο-γρα-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αντιγραφή αρχαίων και παλαιών χειρογράφων από κωδικογράφο: ~ό: σημείωμα. | |
| 27246 | κωδικογράφος | κω-δι-κο-γρά-φος ουσ. (αρσ.) 1. πρόσωπο που αντιγράφει αρχαία και παλαιά χειρόγραφα, με σκοπό τη διάσωσή τους: (στον Μεσαίωνα και το Βυζάντιο) λόγιος/μοναχός ~.|| ~ της Ιεράς Συνόδου/στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. 2. πληροφορικός που έχει ως αντικείμενό του τη δημιουργία κωδίκων. Βλ. -γράφος. [< 2: αγγλ. coder, 1945] | |
| 27247 | κωδικολογία | κω-δι-κο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ): ΦΙΛΟΛ. κλάδος που έχει ως αντικείμενο τη μελέτη των κωδίκων: Παλαιογραφία-~. Βλ. παπυρολογία. [< γαλλ. codicologie, 1949, αγγλ. codicology, 1953] | |
| 27248 | κωδικόνιο | κω-δι-κό-νι-ο ουσ. (ουδ.) {κωδικονί-ου}: ΒΙΟΧ. καθεμία από τις τριάδες νουκλεοτιδίων που κωδικοποιούν ένα συγκεκριμένο αμινοξύ: ~ έναρξης/λήξης. Μεταλλάξεις στα ~α. Βλ. αντι~. [< αγγλ. codon, 1962, γαλλ. ~, 1968] | |
| 27249 | κωδικοποίηση | κω-δι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. συγκέντρωση και κατάταξη επιμέρους στοιχείων για τη δημιουργία ενός οργανωμένου συνόλου: ~ συμπερασμάτων.|| (κυρ. ΝΟΜ.) ~ διατάξεων/νόμων. Διοικητική ~ των νομοθετικών και κανονιστικών ρυθμίσεων. Βλ. ταξινόμηση. 2. αναπαράσταση ή μετατροπή πληροφορίας σε συγκεκριμένο κώδικα· ο ίδιος ο κώδικας: (ΠΛΗΡΟΦ.) ψηφιακή ~ ήχου/φωνής. ~ κειμένου. Αλγόριθμος/πρόγραμμα/πρότυπα ~ης. Πβ. κρυπτογράφηση. Βλ. γλώσσα μηχανής, δια~, συμβολική γλώσσα.|| Διεθνείς ~ήσεις.|| (απόδοση κωδικού:) ~ προϊόντων με τη μέθοδο του γραμμωτού κώδικα. Βλ. -ποίηση. ΑΝΤ. αποκωδικοποίηση [< 1: γαλλ. codification 2: αγγλ. coding, 1947] | |
| 27250 | κωδικοποιητής | κω-δι-κο-ποι-η-τής ουσ. (αρσ.): ΤΗΛΕΠ. συσκευή που μετατρέπει μια πληροφορία σε συγκεκριμένο κώδικα: ψηφιακός ~. ~ βίντεο/ήχου/φωνής. ΑΝΤ. αποκωδικοποιητής [< αγγλ. encoder, 1944, γαλλ. encodeur, περ. 1960] | |
| 27251 | κωδικοποιώ | [κωδικοποιῶ] κω-δι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {κωδικοποι-είς ... | κωδικοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος, -ώντας} 1. συγκεντρώνω, κατατάσσω δεδομένα και δημιουργώ ένα δομημένο σύνολο: ~ τις διατάξεις. ~ημένος: νόμος. ~ημένο: καταστατικό. 2. μεταγράφω δεδομένα σε συγκεκριμένο κώδικα: ~ ένα μήνυμα. ~ημένη: πληροφορία. ~ημένο: έγγραφο/σήμα/τηλεγράφημα. (ΤΗΛΕΟΡ.) ~ημένη: εικόνα (: για τη λήψη της οποίας χρειάζεται αποκωδικοποιητής). Πβ. κρυπτογραφώ.|| (ΒΙΟΛ.) Τα γονίδια ~ούν πρωτεΐνες. ΑΝΤ. αποκωδικοποιώ (1) 3. ΠΛΗΡΟΦ. αναπαριστώ δεδομένα ή πρόγραμμα υπολογιστή σε μορφή κατανοητή από έναν επεξεργαστή δεδομένων: Το πρόγραμμα ~εί ήχο και βίντεο. ~ημένη: αναπαράσταση. ~ημένοι: χαρακτήρες. ~ημένα: αρχεία/δεδομένα. Βλ. -ποιώ. [< 1: γαλλ. codifier 2,3: αγγλ. code] | |
| 27252 | κωδικός | , ή, ό κω-δι-κός επίθ.: που αναφέρεται σε κώδικα ή κωδικό: ~ή: γλώσσα/φράση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ή: λέξη (βλ. πάσγουορντ). ● ΣΥΜΠΛ.: κωδική αλυσίδα: ΒΙΟΧ. η απέναντι αλυσίδα της μεταγραφόμενης στο DNA: (μη) ~ ~ ενός γονιδίου., κωδική ονομασία & κωδικό όνομα: λέξη ή σύμβολο που χρησιμοποιείται αντί του κανονικού ονόματος, για να αποκρύψει την ύπαρξη ή την ταυτότητα προσώπου ή πράγματος: Πράκτορας γνωστός με το κωδικό όνομα "..."|| Νέα έκδοση με την κωδική ονομασία ... [< αγγλ. code name] , κωδικός αριθμός: προκαθορισμένος συνδυασμός ψηφίων (ή και γραμμάτων) που δίνεται για λόγους ταυτοποίησης, ασφάλειας, ταξινόμησης, κρυπτογράφησης: εθνικός ~ ~. ~ ~ δημοσιεύματος/μερίδας επενδυτή.|| Προσωπικός ~ ~ αναγνώρισης (= πιν). [< αγγλ. code number, 1959] [< αγγλ. code] | |
| 27253 | κωδικός | κω-δι-κός ουσ. (αρσ.) 1. αριθμός ή άλλο σύμβολο κωδικοποίησης: πενταψήφιος/συμπληρωματικός/τετραψήφιος/τηλεφωνικός ~. Διεθνής/υπεραστικός ~ κλήσης. ~οί γλωσσών/ειδικοτήτων/μαθημάτων/προϊόντων/πτήσεων/χρωμάτων/χωρών. 2. συνθηματική λέξη ή ακολουθία χαρακτήρων για την πρόσβαση σε υπολογιστή, σε εφαρμογή ή γενικότ. σε ηλεκτρονικό σύστημα: προσωπικός ~. ~ ασφαλείας/εισόδου/επαλήθευσης/επιβεβαίωσης/λειτουργίας/προστασίας. ~ πελάτη. Αλλάζω/εισάγω τον ~ό. Καταχωρήστε/πληκτρολογήστε τον ~ό σας. ● ΣΥΜΠΛ.: κωδικός PIN: ΤΕΧΝΟΛ. πιν., κωδικός πρόσβασης & κωδικός χρήστη: ΠΛΗΡΟΦ. συνθηματική ακολουθία χαρακτήρων που παρέχει τη δυνατότητα εισόδου σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, δίκτυο, πρόγραμμα, εφαρμογή: αποδεκτός/κλειδωμένος/νέος/προσωπικός ~ ~. ~ ~ στο ίντερνετ. Απαιτείται ~ ~. Εισάγω/πληκτρολογώ τον ~ό ~. Αλλαγή/ανάκτηση/αποστολή/επιβεβαίωση ~ού ~. ΣΥΝ. πάσγουορντ. Βλ. κλειδάριθμο, συνθηματικό., κωδικός σφάλματος: ΠΛΗΡΟΦ. που αντιστοιχεί σε συγκεκριμένο σφάλμα. Βλ. μήνυμα λάθους. [< αγγλ. error code] , αριθμοί/κωδικοί Ε βλ. αριθμός, σειριακός αριθμός/κωδικός βλ. σειριακός, ταχυδρομικός κώδικας/κωδικός βλ. ταχυδρομικός [< αγγλ.-γαλλ. code] | |
| 27254 | κωδικοσελίδα | κω-δι-κο-σε-λί-δα ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. πίνακας που αντιστοιχεί τους δυαδικούς κώδικες χαρακτήρων τους οποίους χρησιμοποιεί ένα πρόγραμμα, με αυτούς μιας συγκεκριμένης γλώσσας: ελληνική ~. Αλλαγή/επιλογή/μετατροπή ~ας. Βλ. γραμματοσειρά. [< αγγλ. code page] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ