| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 27254 | κωδικοσελίδα | κω-δι-κο-σε-λί-δα ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. πίνακας που αντιστοιχεί τους δυαδικούς κώδικες χαρακτήρων τους οποίους χρησιμοποιεί ένα πρόγραμμα, με αυτούς μιας συγκεκριμένης γλώσσας: ελληνική ~. Αλλαγή/επιλογή/μετατροπή ~ας. Βλ. γραμματοσειρά. [< αγγλ. code page] | |
| 27255 | κώδων | κώ-δων ουσ. (αρσ.) & κώδωνας (αρχαιοπρ.): κουδούνι. Συνήθ. στη ● ΦΡ.: κρούω τον κώδωνα (του κινδύνου) (μτφ.-λόγ.): προειδοποιώ για ενδεχόμενο κίνδυνο: Πρόσεχε! Σου ~ ~ (= σου εφιστώ την προσοχή)! Τον κώδωνα του κινδύνου κρούουν οι επιστήμονες για το νέφος. ΣΥΝ. χτυπάει/κρούει το καμπανάκι [< αρχ. κώδων] | |
| 27256 | κωδωνοειδής | , ής, ές κω-δω-νο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που μοιάζει στο σχήμα με κώδωνα: (ΜΑΘ.) ~ής: καμπύλη/κατανομή.|| (ΒΟΤ.) ~ή: άνθη. Βλ. -ειδής. ΣΥΝ. κωδωνόσχημος [< γαλλ. campaniforme] | |
| 27258 | κωδωνοκρούστης | κω-δω-νο-κρού-στης ουσ. (αρσ.) (λόγ.): πρόσωπο που έχει αναλάβει να χτυπά την καμπάνα του ναού. | |
| 27259 | κωδωνοστάσιο | κω-δω-νο-στά-σι-ο ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) κωδωνοστάσι : καμπαναριό: μαρμάρινο/πέτρινο ~. Δίλοβο ~. Το ~ της Μονής/του ναού. Πυργοειδή ~α. Βλ. παρεκκλήσι, -στάσιο. | |
| 27260 | κωδωνόσχημος | , η, ο κω-δω-νό-σχη-μος επίθ. (λόγ., συνήθ. ΑΡΧΑΙΟΛ.): κωδωνοειδής: ~ος: κρατήρας. ~α: ειδώλια. | |
| 27261 | κωθώνι | κω-θώ-νι ουσ. (ουδ.) (υβριστ.): ηλίθιος, χαζός, ανόητος. Πβ. κουτορνίθι, μπουμπούνας, μπούφος, ντουβάρι, χαϊβάνι. [< αρχ. κωθώνιον 'στρατιωτικό κύπελλο'] | |
| 27262 | κωλάδικο | κω-λά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (αργκό): νυχτερινό κέντρο διασκέδασης με επαγγελματικό στριπτίζ· γενικότ. κάθε κακόφημο νυχτερινό κέντρο. Βλ. -άδικο. | |
| 27263 | κωλάντερο | κω-λά-ντε-ρο ουσ. (ουδ.) (λ. ταμπού): το ορθό (έντερο). [< μεσν. κωλέντερο, κωλόντερον] | |
| 27264 | κωλαράς | κω-λα-ράς ουσ. (αρσ.) , κωλαρού (η) (μεγεθ.-μειωτ.): αυτός που έχει μεγάλα οπίσθια. Βλ. -αράς, βυζαρού, κοιλαράς. | |
| 27265 | κωλί | κω-λί ουσ. (ουδ.) (λ. ταμπού): κώλος. | |
| 27266 | κωλιά | κω-λιά ουσ. (θηλ.) (αργκό): εντυπωσιακός ελιγμός αυτοκινήτου, μοτοσικλέτας ή ποδηλάτου, κατά τον οποίο ολισθαίνει πλαγίως το πίσω μέρος του οχήματος. Πβ. παντιλίκια, υπερστροφή. Βλ. γκαζιά, σούζα, σπινιάρισμα, χειροφρενιά. | |
| 27267 | κώλο | [κῶλο] κώ-λο ουσ. (ουδ.) & κώλον (λόγ.) 1. ΓΡΑΜΜ. περίοδος ή ημιπερίοδος: κατά ~α µεταγραφή αποσπάσματος/κειµένου. 2. ΑΝΑΤ. κόλον. 3. ΜΕΤΡ. τμήμα στίχου που αποτελείται από δύο ή περισσότερους πόδες. [< αρχ. κῶλον] | |
| 27268 | κωλο- & κωλό- | α' συνθετικό λέξεων 1. που αναφέρονται στα οπίσθια: κωλό-τσεπη.|| Κωλο-μέρι. 2. με μειωτική ή υβριστική σημασία ή για δήλωση αγανάκτησης: κωλο-φυλλάδα. Κωλό-παιδο.|| Κωλό-καιρος. Πβ. βρομο-, παλιο-, σκατο-. [< μεσν. κωλ(ο)-] | |
| 27269 | κωλοβαρώ | [κωλοβαρῶ] κω-λο-βα-ρώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κωλοβαρ-άς ... | (σπάν.) κωλοβάρε-σα} & κωλοβαράω (αργκό): περνώ τον χρόνο μου χωρίς να κάνω τίποτα, τεμπελιάζω: (το) ~άει όλη μέρα/στις καφετέριες. ΣΥΝ. τα ξύνει/ξύνει τ' αρχίδια (/τα παπάρια) του | |
| 27270 | κωλόγερος | κω-λό-γε-ρος ουσ. (αρσ.) (υβριστ.): ηλικιωμένος άνδρας, συνήθ. δύστροπος ή ανήθικος. Πβ. παλιό-, σκατό-γερος. Βλ. πορνό-, πουστό-γερος. | |
| 27271 | κωλόγρια | κω-λό-γρι-α ουσ. (θηλ.) (υβριστ.): ηλικιωμένη γυναίκα, συνήθ. δύστροπη. Πβ. μπαμπό-, παλιό-, σκατό-γρια. | |
| 27272 | κωλοδάχτυλο | κω-λο-δά-χτυ-λο ουσ. (ουδ.) (λ. ταμπού): άσεμνη χειρονομία με τεντωμένο το μεσαίο δάχτυλο του χεριού. | |
| 27273 | κωλόκαιρος | κω-λό-και-ρος ουσ. (αρσ.) (προφ., με δυσαρέσκεια): έντονη κακοκαιρία. Πβ. παλιόκαιρος. Βλ. -καιρος, ψοφόκρυο. | |
| 27274 | κωλομέρι | κω-λο-μέ-ρι ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (λ. ταμπού): γλουτός· (στον πληθ.) οπίσθια. Πβ. καπούλια, κώλος. [< μεσν. κωλόμερο] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ