Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [27960-27980]

IDΛήμμαΕρμηνεία
27254κωδικοσελίδακω-δι-κο-σε-λί-δα ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. πίνακας που αντιστοιχεί τους δυαδικούς κώδικες χαρακτήρων τους οποίους χρησιμοποιεί ένα πρόγραμμα, με αυτούς μιας συγκεκριμένης γλώσσας: ελληνική ~. Αλλαγή/επιλογή/μετατροπή ~ας. Βλ. γραμματοσειρά. [< αγγλ. code page]
27255κώδωνκώ-δων ουσ. (αρσ.) & κώδωνας (αρχαιοπρ.): κουδούνι. Συνήθ. στη ● ΦΡ.: κρούω τον κώδωνα (του κινδύνου) (μτφ.-λόγ.): προειδοποιώ για ενδεχόμενο κίνδυνο: Πρόσεχε! Σου ~ ~ (= σου εφιστώ την προσοχή)! Τον κώδωνα του κινδύνου κρούουν οι επιστήμονες για το νέφος. ΣΥΝ. χτυπάει/κρούει το καμπανάκι [< αρχ. κώδων]
27256κωδωνοειδής, ής, ές κω-δω-νο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που μοιάζει στο σχήμα με κώδωνα: (ΜΑΘ.) ~ής: καμπύλη/κατανομή.|| (ΒΟΤ.) ~ή: άνθη. Βλ. -ειδής. ΣΥΝ. κωδωνόσχημος [< γαλλ. campaniforme]
27258κωδωνοκρούστηςκω-δω-νο-κρού-στης ουσ. (αρσ.) (λόγ.): πρόσωπο που έχει αναλάβει να χτυπά την καμπάνα του ναού.
27259κωδωνοστάσιοκω-δω-νο-στά-σι-ο ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) κωδωνοστάσι : καμπαναριό: μαρμάρινο/πέτρινο ~. Δίλοβο ~. Το ~ της Μονής/του ναού. Πυργοειδή ~α. Βλ. παρεκκλήσι, -στάσιο.
27260κωδωνόσχημος, η, ο κω-δω-νό-σχη-μος επίθ. (λόγ., συνήθ. ΑΡΧΑΙΟΛ.): κωδωνοειδής: ~ος: κρατήρας. ~α: ειδώλια.
27261κωθώνικω-θώ-νι ουσ. (ουδ.) (υβριστ.): ηλίθιος, χαζός, ανόητος. Πβ. κουτορνίθι, μπουμπούνας, μπούφος, ντουβάρι, χαϊβάνι. [< αρχ. κωθώνιον 'στρατιωτικό κύπελλο']
27262κωλάδικοκω-λά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (αργκό): νυχτερινό κέντρο διασκέδασης με επαγγελματικό στριπτίζ· γενικότ. κάθε κακόφημο νυχτερινό κέντρο. Βλ. -άδικο.
27263κωλάντεροκω-λά-ντε-ρο ουσ. (ουδ.) (λ. ταμπού): το ορθό (έντερο). [< μεσν. κωλέντερο, κωλόντερον]
27264κωλαράςκω-λα-ράς ουσ. (αρσ.) , κωλαρού (η) (μεγεθ.-μειωτ.): αυτός που έχει μεγάλα οπίσθια. Βλ. -αράς, βυζαρού, κοιλαράς.
27265κωλίκω-λί ουσ. (ουδ.) (λ. ταμπού): κώλος.
27266κωλιάκω-λιά ουσ. (θηλ.) (αργκό): εντυπωσιακός ελιγμός αυτοκινήτου, μοτοσικλέτας ή ποδηλάτου, κατά τον οποίο ολισθαίνει πλαγίως το πίσω μέρος του οχήματος. Πβ. παντιλίκια, υπερστροφή. Βλ. γκαζιά, σούζα, σπινιάρισμα, χειροφρενιά.
27267κώλο[κῶλο] κώ-λο ουσ. (ουδ.) & κώλον (λόγ.) 1. ΓΡΑΜΜ. περίοδος ή ημιπερίοδος: κατά ~α µεταγραφή αποσπάσματος/κειµένου. 2. ΑΝΑΤ. κόλον. 3. ΜΕΤΡ. τμήμα στίχου που αποτελείται από δύο ή περισσότερους πόδες. [< αρχ. κῶλον]
27268κωλο- & κωλό-α' συνθετικό λέξεων 1. που αναφέρονται στα οπίσθια: κωλό-τσεπη.|| Κωλο-μέρι. 2. με μειωτική ή υβριστική σημασία ή για δήλωση αγανάκτησης: κωλο-φυλλάδα. Κωλό-παιδο.|| Κωλό-καιρος. Πβ. βρομο-, παλιο-, σκατο-. [< μεσν. κωλ(ο)-]
27269κωλοβαρώ[κωλοβαρῶ] κω-λο-βα-ρώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κωλοβαρ-άς ... | (σπάν.) κωλοβάρε-σα} & κωλοβαράω (αργκό): περνώ τον χρόνο μου χωρίς να κάνω τίποτα, τεμπελιάζω: (το) ~άει όλη μέρα/στις καφετέριες. ΣΥΝ. τα ξύνει/ξύνει τ' αρχίδια (/τα παπάρια) του
27270κωλόγεροςκω-λό-γε-ρος ουσ. (αρσ.) (υβριστ.): ηλικιωμένος άνδρας, συνήθ. δύστροπος ή ανήθικος. Πβ. παλιό-, σκατό-γερος. Βλ. πορνό-, πουστό-γερος.
27271κωλόγριακω-λό-γρι-α ουσ. (θηλ.) (υβριστ.): ηλικιωμένη γυναίκα, συνήθ. δύστροπη. Πβ. μπαμπό-, παλιό-, σκατό-γρια.
27272κωλοδάχτυλοκω-λο-δά-χτυ-λο ουσ. (ουδ.) (λ. ταμπού): άσεμνη χειρονομία με τεντωμένο το μεσαίο δάχτυλο του χεριού.
27273κωλόκαιροςκω-λό-και-ρος ουσ. (αρσ.) (προφ., με δυσαρέσκεια): έντονη κακοκαιρία. Πβ. παλιόκαιρος. Βλ. -καιρος, ψοφόκρυο.
27274κωλομέρικω-λο-μέ-ρι ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (λ. ταμπού): γλουτός· (στον πληθ.) οπίσθια. Πβ. καπούλια, κώλος. [< μεσν. κωλόμερο]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.