| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 1828 | ακροδάχτυλο & ακροδάκτυλο | [ἀκροδάχτυλο] α-κρο-δά-χτυ-λο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λογοτ.): η άκρη του δαχτύλου: τα ~α των χεριών/των ποδιών (= οι μύτες). [< μεσν. ακροδάκτυλον] | |
| 1829 | ακροδέκτης | [ἀκροδέκτης] α-κρο-δέ-κτης ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. οδοντωτό μεταλλικό εξάρτημα που προσαρμόζεται στην άκρη καλωδίου, ώστε να συνδεθεί με ηλεκτρικό αγωγό ή συσκευή: αρνητικός/θετικός ~. ~ εισόδου/εξόδου. Βλ. βύσμα. [< αγγλ. terminal] | |
| 1830 | ακροδεξιά | [ἀκροδεξιά] α-κρο-δε-ξι-ά ουσ. (θηλ.): ΠΟΛΙΤ. άκρα Δεξιά: Κόμματα/οργανώσεις της ~άς. Πβ. φασισμός. ΑΝΤ. ακροαριστερά [< γαλλ. extrême droite] | |
| 1831 | ακροδεξιός | , ά, ό [ἀκροδεξιός] α-κρο-δε-ξι-ός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με την άκρα Δεξιά ή ανήκει σε αυτήν: ~ός: πολιτικός/χώρος. ~ά: εφημερίδα/νοοτροπία/οργάνωση/πολιτική/προπαγάνδα. ~ό: κόμμα. ~ές: τάσεις. ~ά: κινήματα. Πβ. φασιστικός. Βλ. κεντροδεξιός. ● Ουσ.: ακροδεξιός, ακροδεξιά (ο/η): πρόσωπο που ασπάζεται τις θέσεις της άκρας Δεξιάς. ΑΝΤ. ακροαριστερός, ακροαριστερή [< γαλλ. d'extrême droite] | |
| 1832 | ακροθαλάσσι | [ἀκροθαλάσσι] α-κρο-θα-λάσ-σι ουσ. (ουδ.) & ακροθάλασσο (λογοτ.): ακρογιάλι, ακροθαλασσιά: Οι αγέρηδες χτυπούν τ' ~. | |
| 1833 | ακροθαλασσιά | [ἀκροθαλασσιά] α-κρο-θα-λασ-σιά ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) ακροθάλασσα (λογοτ.): γιαλός, ακρογιαλιά: ερημοκλήσια κτισμένα σε ~ιές. Πβ. ακρο-, περι-γιάλι, ακτή, παραλία, πλαζ. | |
| 1834 | ακροθιγώς | [ἀκροθιγῶς] α-κρο-θι-γώς επίρρ. (απαιτ. λεξιλόγ.): επιφανειακά, επιδερμικά, χωρίς εμβάθυνση ή ανάλυση: Αναφέρθηκε στο/εξέτασε το θέμα ~. Έθιξε ~ (ΑΝΤ. σε βάθος) το ζήτημα. ΑΝΤ. αναλυτικά, λεπτομερώς [< μτγν. ἀκροθιγῶς] | |
| 1835 | ακροκέραμο | [ἀκροκέραμο] α-κρο-κέ-ρα-μο ουσ. (ουδ.) & (λόγ.) ακροκέραμος (ο): ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. διακοσμητικό στοιχείο στην άκρη της στέγης κτιρίων ή στις γωνίες αετώματος: μαρμάρινα/πήλινα ~α. ~ με ανθέμιο και γραπτή διακόσμηση/με ανάγλυφη παράσταση σφιγγός. Μαίανδροι και ~α. Πβ. ακρωτήριο. [< μεσν. ακροκέραμον, γαλλ. antéfixe] | |
| 1836 | ακρόλιθο | [ἀκρόλιθο] α-κρό-λι-θο ουσ. (ουδ.) & ακρόλιθος (ο): ΑΡΧΑΙΟΛ. ξύλινο άγαλμα με λίθινα, μαρμάρινα ή ελεφάντινα άκρα και κεφαλή: ~ του Απόλλωνα.|| (ως επίθ.) ~ο: ειδώλιο. [< μτγν. ἀκρόλιθος] | |
| 1837 | ακρολιμνιά | [ἀκρολιμνιά] α-κρο-λι-μνιά ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λογοτ.): όχθη λίμνης: βαλτότοποι με καλάμια στην ~. | |
| 1838 | ακρολοφία | [ἀκρολοφία] α-κρο-λο-φί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. επιμήκης προεξοχή οστού ή γενικότ. οργάνου: γεννητική/ιερά/κνημιαία/λαγόνια/φατνιακή ~. Ισχιακές/μιτοχονδριακές ~ες. [< μτγν. ἀκρολοφία 'κορυφή λόφου', γαλλ. crête] | |
| 1839 | ακρομεγαλία | [ἀκρομεγαλία] α-κρο-με-γα-λί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χρόνια πάθηση ατόμων μετά την εφηβεία, που χαρακτηρίζεται από υπερτροφία των ποδιών, των χεριών και της μύτης, λόγω υπερέκκρισης της αυξητικής ορμόνης. Βλ. γιγαντισμός. ΣΥΝ. μεγαλακρία [< γαλλ. acromégalie, αγγλ. acromegaly] | |
| 1840 | ακρομόλιο | [ἀκρομόλιο] α-κρο-μό-λι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} & (σπάν.) ακρομόλι: το άκρο του μόλου ή του κυματοθραύστη προς την ανοιχτή θάλασσα: ~ του λιμανιού/του λιμενοβραχίονα. | |
| 1841 | ακρόμπαρο | [ἀκρόμπαρο] α-κρό-μπα-ρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. εξάρτημα προσαρμοσμένο στην μπάρα του τιμονιού που μεταφέρει τις κινήσεις της στους τροχούς: αλλαγή δεξιού ~ου. Εξολκέας/ρυθμιστής ~ων. | |
| 1842 | άκρον | βλ. άκρο | |
| 1843 | ακροπατώ | [ἀκροπατῶ] α-κρο-πα-τώ ρ. (αμτβ.) {συνήθ. στη μτχ. ακροπατώντας} (λόγ.): περπατώ στις μύτες των ποδιών: Έφυγε αθόρυβα ~ώντας (= ακροποδητί).|| (μτφ.) ~ούσε (= ακροβατούσε) στην κόψη επιστήμης και λογοτεχνίας. | |
| 1844 | ακροποδητί | [ἀκροποδητί] α-κρο-πο-δη-τί επίρρ. (αρχαιοπρ.): πατώντας στις μύτες των ποδιών, αθόρυβα, ακροπατώντας: Βαδίζει/πλησίασε ~. [< μτγν. ἀκροποδητί] | |
| 1845 | ακρόπολη | [ἀκρόπολη] α-κρό-πο-λη ουσ. (θηλ.) 1. (με κεφαλ. Α) λόφος της Αθήνας, ο οποίος κατά την αρχαιότητα ήταν η θρησκευτική εστία της πόλης και σήμερα ανήκει στα σπουδαιότερα μνημεία του παγκόσμιου πολιτισμού: Ο (ιερός) βράχος/η νότια κλιτύς/τα (λαμπρά) μνημεία (: Παρθενώνας, Ερέχθειο, ναός της Νίκης, Προπύλαια)/το (αρχαιολογικό) μουσείο/ο (αρχαιολογικός) χώρος της ~ης. Στους πρόποδες/στις υπώρειες της ~ης. Η ~ ανακηρύχθηκε πρώτο μνημείο στον κατάλογο της Ευρωπαϊκής Πολιτιστικής Κληρονομιάς (26.3.2007).|| Μπαλκόνι/ξενοδοχείο/ταράτσα με θέα την ~. Οικόπεδο, κάτω από την ~, στο καλύτερο σημείο. 2. ΙΣΤ. οχυρωμένος λόφος αρχαίας ελληνικής, βυζαντινής ή μεσαιωνικής πόλης (κυρ. στον ελλαδικό χώρο), ο οποίος αποτελούσε καταφύγιο σε περίπτωση επιδρομής: αρχαϊκή/μυκηναϊκή/ομηρική/οχυρωμένη ~. Η ~ των Μυκηνών. Ισχυρές/κυκλώπειες/περιτοιχισμένες ~πόλεις. 3. (σπάν.-μτφ.) χώρος διαφύλαξης παραδόσεων, θεσμών: (για πόλη) προπύργιο και ~ του Βυζαντίου. Η ~ του μοναχισμού (: το Άγιο Όρος). Πβ. προμαχώνας. ● ΦΡ.: έπεσε από την Ακρόπολη και στάθηκε όρθιος & και βρήκε πορτοφόλι (αργκό): σε περιπτώσεις που γλιτώνει κάποιος ανέλπιστα από μια δύσκολη κατάσταση, ιδ. την τελευταία στιγμή. [< αρχ. ἀκρόπολις ‘φρούριο, κάστρο’] | |
| 1846 | ακροποσθία | [ἀκροποσθία] α-κρο-πο-σθί-α ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. πτυχή του δέρματος που καλύπτει τη βάλανο· ακροβυστία: στένωση (= φίμωση) της ~ας. Αφαίρεση/εκτομή της ~ας (= περιτομή). [< αρχ. ἀκροποσθία] | |
| 1847 | ακροποταμιά | [ἀκροποταμιά] α-κρο-πο-τα-μιά ουσ. (θηλ.): όχθη ποταμού και η γύρω περιοχή: πυκνόφυτη ~. Οι ιτιές/τα καλάμια της ~ιάς. Κάτω στην ~. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ