| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 1819 | ακροβολίζομαι | [ἀκροβολίζομαι] α-κρο-βο-λί-ζο-μαι ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ακροβολί-στηκε, -στεί, -σμένος} 1. ΣΤΡΑΤ. παρατάσσομαι σε σκόρπιες και ακραίες θέσεις βολής: Οι ελεύθεροι σκοπευτές ~στηκαν στις στέγες των κτιρίων. 2. (κατ' επέκτ.) (για πλήθος ατόμων) κάθομαι εδώ και εκεί, διασκορπίζομαι: Οι φίλαθλοι είχαν ~στεί στο άνω διάζωμα του γηπέδου. [< 1: αρχ. ἀκροβολίζομαι] | |
| 1820 | ακροβολισμός | [ἀκροβολισμός] α-κρο-βο-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΣΤΡΑΤ. αραιή διάταξη στρατιωτικού τμήματος (κυρ. ομάδας πεζικού) σε μια γραμμή: Διέταξε ~ό των κομάντος/των οπλιτών. Η διμοιρία προχωρούσε σε ~ό. (παράγγελμα) εις ακροβολισμόν! Βλ. -ισμός. 2. ΣΤΡΑΤ. {συνήθ. στον πληθ.} δοκιμαστικές βολές που ανταλλάσσουν από μακριά τα αντίπαλα στρατεύματα πριν από την κύρια μάχη: ~οί και αψιμαχίες/συμπλοκές. Βλ. εκ του συστάδην. 3. (σπάν.-μτφ.) {συνήθ. στον πληθ.} λεκτικοί διαξιφισμοί με δηκτικά υπονοούμενα: ~οί μεταξύ των πολιτικών αρχηγών. [< αρχ. ἀκροβολισμός 1: γαλλ. harcèlement] | |
| 1821 | ακροβολιστής | [ἀκροβολιστής] α-κρο-βο-λι-στής ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. στρατιώτης που πολεμά παραταγμένος σε αραιή διάταξη: επιθέσεις/πυρά/τάγματα ~ών.|| (σπάν.) ~ές της Αστυνομίας.|| (μτφ.) ~ές του θεάτρου/της κριτικής. [< αρχ. ἀκροβολιστής, γαλλ. tirailleur] | |
| 1822 | ακροβολιστικός | , ή, ό [ἀκροβολιστικός] α-κρο-βο-λι-στι-κός επίθ.: ΣΤΡΑΤ. που σχετίζεται με τον ακροβολισμό ή/και τον ακροβολιστή: ~ός: σχηματισμός. ~ή: επίθεση. [< μτγν. ἀκροβολιστικός] | |
| 1823 | ακροβούνι | [ἀκροβούνι] α-κρο-βού-νι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): βουνοκορφή: απάτητα/χιονισμένα ~ια. ΣΥΝ. κορφοβούνι | |
| 1824 | ακροβυστία | [ἀκροβυστία] α-κρο-βυ-στί-α ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. ακροποσθία. [< μτγν. ἀκροβυστία] | |
| 1825 | ακρογιάλι | [ἀκρογιάλι] α-κρο-γιά-λι ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): ακρογιαλιά: απόκρημνα/ρόδινα ~ια. Αμμουδιές και ~ια. [< μεσν. ακρογιάλι] | |
| 1826 | ακρογιαλιά | [ἀκρογιαλιά] α-κρο-για-λιά ουσ. (θηλ.): το τμήμα της στεριάς που εκτείνεται κατά μήκος της θάλασσας, γιαλός, παραλία: αμμουδερή/βοτσαλωτή/γραφική/δαντελωτή/ερημική/μαγευτική/ξανθή/σμαραγδένια/χρυσή ~. Απέραντες/βραχώδεις ~ιές. Πβ. ακρο-γιάλι, -θαλάσσι, -θαλασσιά, περιγιάλι. Βλ. ακτή, πλαζ. [< μεσν. ακρογιαλιά] | |
| 1827 | ακρογωνιαίος | , α, ο [ἀκρογωνιαῖος] α-κρο-γω-νι-αί-ος επίθ.: βασικός, θεμελιώδης, ουσιώδης: ~α: αρχή/θέση. ~ο: αξίωμα/δόγμα. ~α: στοιχεία. ● ΣΥΜΠΛ.: ακρογωνιαίος λίθος & ακρογωνιαία πέτρα 1. (μτφ.) βάση, θεμέλιο, συστατικό στοιχείο: Η ελευθερία είναι ο ~ ~ του δημοκρατικού πολιτεύματος. Πβ. πυλώνας, στήριγμα. ΣΥΝ. θεμέλιος λίθος (1) 2. μεγάλη πέτρα στην εξωτερική γωνία δύο τεμνόμενων τοίχων. ΣΥΝ. αγκωνάρι (1) [< μτγν. ἀκρογωνιαῖος] | |
| 1828 | ακροδάχτυλο & ακροδάκτυλο | [ἀκροδάχτυλο] α-κρο-δά-χτυ-λο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λογοτ.): η άκρη του δαχτύλου: τα ~α των χεριών/των ποδιών (= οι μύτες). [< μεσν. ακροδάκτυλον] | |
| 1829 | ακροδέκτης | [ἀκροδέκτης] α-κρο-δέ-κτης ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. οδοντωτό μεταλλικό εξάρτημα που προσαρμόζεται στην άκρη καλωδίου, ώστε να συνδεθεί με ηλεκτρικό αγωγό ή συσκευή: αρνητικός/θετικός ~. ~ εισόδου/εξόδου. Βλ. βύσμα. [< αγγλ. terminal] | |
| 1830 | ακροδεξιά | [ἀκροδεξιά] α-κρο-δε-ξι-ά ουσ. (θηλ.): ΠΟΛΙΤ. άκρα Δεξιά: Κόμματα/οργανώσεις της ~άς. Πβ. φασισμός. ΑΝΤ. ακροαριστερά [< γαλλ. extrême droite] | |
| 1831 | ακροδεξιός | , ά, ό [ἀκροδεξιός] α-κρο-δε-ξι-ός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με την άκρα Δεξιά ή ανήκει σε αυτήν: ~ός: πολιτικός/χώρος. ~ά: εφημερίδα/νοοτροπία/οργάνωση/πολιτική/προπαγάνδα. ~ό: κόμμα. ~ές: τάσεις. ~ά: κινήματα. Πβ. φασιστικός. Βλ. κεντροδεξιός. ● Ουσ.: ακροδεξιός, ακροδεξιά (ο/η): πρόσωπο που ασπάζεται τις θέσεις της άκρας Δεξιάς. ΑΝΤ. ακροαριστερός, ακροαριστερή [< γαλλ. d'extrême droite] | |
| 1832 | ακροθαλάσσι | [ἀκροθαλάσσι] α-κρο-θα-λάσ-σι ουσ. (ουδ.) & ακροθάλασσο (λογοτ.): ακρογιάλι, ακροθαλασσιά: Οι αγέρηδες χτυπούν τ' ~. | |
| 1833 | ακροθαλασσιά | [ἀκροθαλασσιά] α-κρο-θα-λασ-σιά ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) ακροθάλασσα (λογοτ.): γιαλός, ακρογιαλιά: ερημοκλήσια κτισμένα σε ~ιές. Πβ. ακρο-, περι-γιάλι, ακτή, παραλία, πλαζ. | |
| 1834 | ακροθιγώς | [ἀκροθιγῶς] α-κρο-θι-γώς επίρρ. (απαιτ. λεξιλόγ.): επιφανειακά, επιδερμικά, χωρίς εμβάθυνση ή ανάλυση: Αναφέρθηκε στο/εξέτασε το θέμα ~. Έθιξε ~ (ΑΝΤ. σε βάθος) το ζήτημα. ΑΝΤ. αναλυτικά, λεπτομερώς [< μτγν. ἀκροθιγῶς] | |
| 1835 | ακροκέραμο | [ἀκροκέραμο] α-κρο-κέ-ρα-μο ουσ. (ουδ.) & (λόγ.) ακροκέραμος (ο): ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. διακοσμητικό στοιχείο στην άκρη της στέγης κτιρίων ή στις γωνίες αετώματος: μαρμάρινα/πήλινα ~α. ~ με ανθέμιο και γραπτή διακόσμηση/με ανάγλυφη παράσταση σφιγγός. Μαίανδροι και ~α. Πβ. ακρωτήριο. [< μεσν. ακροκέραμον, γαλλ. antéfixe] | |
| 1836 | ακρόλιθο | [ἀκρόλιθο] α-κρό-λι-θο ουσ. (ουδ.) & ακρόλιθος (ο): ΑΡΧΑΙΟΛ. ξύλινο άγαλμα με λίθινα, μαρμάρινα ή ελεφάντινα άκρα και κεφαλή: ~ του Απόλλωνα.|| (ως επίθ.) ~ο: ειδώλιο. [< μτγν. ἀκρόλιθος] | |
| 1837 | ακρολιμνιά | [ἀκρολιμνιά] α-κρο-λι-μνιά ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λογοτ.): όχθη λίμνης: βαλτότοποι με καλάμια στην ~. | |
| 1838 | ακρολοφία | [ἀκρολοφία] α-κρο-λο-φί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. επιμήκης προεξοχή οστού ή γενικότ. οργάνου: γεννητική/ιερά/κνημιαία/λαγόνια/φατνιακή ~. Ισχιακές/μιτοχονδριακές ~ες. [< μτγν. ἀκρολοφία 'κορυφή λόφου', γαλλ. crête] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ