| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 27272 | κωλοδάχτυλο | κω-λο-δά-χτυ-λο ουσ. (ουδ.) (λ. ταμπού): άσεμνη χειρονομία με τεντωμένο το μεσαίο δάχτυλο του χεριού. | |
| 27273 | κωλόκαιρος | κω-λό-και-ρος ουσ. (αρσ.) (προφ., με δυσαρέσκεια): έντονη κακοκαιρία. Πβ. παλιόκαιρος. Βλ. -καιρος, ψοφόκρυο. | |
| 27274 | κωλομέρι | κω-λο-μέ-ρι ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (λ. ταμπού): γλουτός· (στον πληθ.) οπίσθια. Πβ. καπούλια, κώλος. [< μεσν. κωλόμερο] | |
| 27275 | κωλομπαράς | κω-λο-μπα-ράς ουσ. (αρσ.) & κολομπαράς (λ. ταμπού-υβριστ.): ενεργητικός ομοφυλόφιλος. Βλ. κίναιδος. [< τουρκ. kulampara] | |
| 27276 | κωλονοσκόπηση | βλ. κολονοσκόπηση | |
| 27277 | κωλονοσκόπιο | βλ. κολονοσκόπιο | |
| 27278 | κωλόπαιδο | κω-λό-παι-δο ουσ. (ουδ.) & κωλοπαίδι (υβριστ.): νεαρός με άσχημο χαρακτήρα και πολύ κακή συμπεριφορά. Πβ. αλήτης, βρομό-, παλιό-, σκατό-παιδο, τσογλάνι. ● Μεγεθ.: κωλοπαιδαράς (ο) (επιτατ.) | |
| 27279 | κωλοπετσωμένος | , η, ο κω-λο-πε-τσω-μέ-νος επίθ. (προφ.): επιτήδειος, καπάτσος. ΣΥΝ. καταφερτζής | |
| 27280 | κωλοπιάσιμο | κω-λο-πιά-σι-μο ουσ. (ουδ.) (αργκό): οικονομική εκμετάλλευση που συνήθ. περιλαμβάνει την υπερβολική χρέωση κατά την αγορά ενός προϊόντος. | |
| 27281 | κωλοπιλάλα | κω-λο-πι-λά-λα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): έντονη ανυπομονησία, αδημονία, βιασύνη: Μα τι ~ είναι αυτή που σε έχει πιάσει (να αγοράσεις εδώ και τώρα αυτοκίνητο); Πβ. φούρια. ΣΥΝ. πρεμούρα | |
| 27282 | κωλοράδι | κω-λο-ρά-δι ουσ. (ουδ.) (σπάν.-λαϊκό): το κατώτατο τμήμα της σπονδυλικής στήλης. | |
| 58814 | κωλοσφυρίχτρα | | |
| 27284 | κωλοτούμπα | κω-λο-τού-μπα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. τούμπα που γίνεται με τα χέρια στο έδαφος και με σκύψιμο του σώματος και του κεφαλιού. ΣΥΝ. κυβίστηση 2. (μτφ.) ενέργεια ή δήλωση αναίρεσης προηγούμενης θέσης, άποψης ή στάσης (ως ένδειξη ασυνέπειας): πολιτικές ~ες. Βλ. αναποδογύρισμα. | |
| 27285 | κωλοτούμπας | κω-λο-τού-μπας ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): πρόσωπο, κυρ. πολιτικό, που δείχνει ασυνέπεια, μεταβάλλοντας την άποψη ή τη στάση του σύμφωνα με το συμφέρον του. | |
| 27286 | κωλοτρίβομαι | κω-λο-τρί-βο-μαι ρ. (αμτβ.) (προφ.): προκαλώ ερωτική διέγερση με σωματική επαφή: Του ~όταν με λικνίσματα.|| (μτφ., κολακεύω κάποιον) Από την μια τον κατηγορούν και από την άλλη του ~ονται. | |
| 27287 | κωλοτρυπίδα | κω-λο-τρυ-πί-δα ουσ. (θηλ.) (λ. ταμπού): η τρύπα του πρωκτού. | |
| 27288 | κωλότσεπη | κω-λό-τσε-πη ουσ. (θηλ.) (προφ.): τσέπη στο πίσω μέρος του παντελονιού, στο μέρος των οπισθίων. | |
| 27289 | κωλοφαρδία | κω-λο-φαρ-δί-α ουσ. (θηλ.) (προφ.): υπερβολική ή/και ανέλπιστη τύχη: Αυτό θα πει ~! Έχει απίστευτη/μεγάλη ~. Βλ. γκαντεμιά. | |
| 27290 | κωλόφαρδος | , η, ο κω-λό-φαρ-δος επίθ. (προφ.): πολύ τυχερός. | |
| 27291 | κωλοφυλλάδα | κω-λο-φυλ-λά-δα ουσ. (θηλ.) (υβριστ.): παλιοφυλλάδα. | |