Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [27980-28000]

IDΛήμμαΕρμηνεία
27272κωλοδάχτυλοκω-λο-δά-χτυ-λο ουσ. (ουδ.) (λ. ταμπού): άσεμνη χειρονομία με τεντωμένο το μεσαίο δάχτυλο του χεριού.
27273κωλόκαιροςκω-λό-και-ρος ουσ. (αρσ.) (προφ., με δυσαρέσκεια): έντονη κακοκαιρία. Πβ. παλιόκαιρος. Βλ. -καιρος, ψοφόκρυο.
27274κωλομέρικω-λο-μέ-ρι ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (λ. ταμπού): γλουτός· (στον πληθ.) οπίσθια. Πβ. καπούλια, κώλος. [< μεσν. κωλόμερο]
27275κωλομπαράςκω-λο-μπα-ράς ουσ. (αρσ.) & κολομπαράς (λ. ταμπού-υβριστ.): ενεργητικός ομοφυλόφιλος. Βλ. κίναιδος. [< τουρκ. kulampara]
27276κωλονοσκόπησηβλ. κολονοσκόπηση
27277κωλονοσκόπιοβλ. κολονοσκόπιο
27278κωλόπαιδοκω-λό-παι-δο ουσ. (ουδ.) & κωλοπαίδι (υβριστ.): νεαρός με άσχημο χαρακτήρα και πολύ κακή συμπεριφορά. Πβ. αλήτης, βρομό-, παλιό-, σκατό-παιδο, τσογλάνι. ● Μεγεθ.: κωλοπαιδαράς (ο) (επιτατ.)
27279κωλοπετσωμένος, η, ο κω-λο-πε-τσω-μέ-νος επίθ. (προφ.): επιτήδειος, καπάτσος. ΣΥΝ. καταφερτζής
27280κωλοπιάσιμοκω-λο-πιά-σι-μο ουσ. (ουδ.) (αργκό): οικονομική εκμετάλλευση που συνήθ. περιλαμβάνει την υπερβολική χρέωση κατά την αγορά ενός προϊόντος.
27281κωλοπιλάλακω-λο-πι-λά-λα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): έντονη ανυπομονησία, αδημονία, βιασύνη: Μα τι ~ είναι αυτή που σε έχει πιάσει (να αγοράσεις εδώ και τώρα αυτοκίνητο); Πβ. φούρια. ΣΥΝ. πρεμούρα
27282κωλοράδικω-λο-ρά-δι ουσ. (ουδ.) (σπάν.-λαϊκό): το κατώτατο τμήμα της σπονδυλικής στήλης.
58814κωλοσφυρίχτρα
27284κωλοτούμπακω-λο-τού-μπα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. τούμπα που γίνεται με τα χέρια στο έδαφος και με σκύψιμο του σώματος και του κεφαλιού. ΣΥΝ. κυβίστηση 2. (μτφ.) ενέργεια ή δήλωση αναίρεσης προηγούμενης θέσης, άποψης ή στάσης (ως ένδειξη ασυνέπειας): πολιτικές ~ες. Βλ. αναποδογύρισμα.
27285κωλοτούμπαςκω-λο-τού-μπας ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): πρόσωπο, κυρ. πολιτικό, που δείχνει ασυνέπεια, μεταβάλλοντας την άποψη ή τη στάση του σύμφωνα με το συμφέρον του.
27286κωλοτρίβομαικω-λο-τρί-βο-μαι ρ. (αμτβ.) (προφ.): προκαλώ ερωτική διέγερση με σωματική επαφή: Του ~όταν με λικνίσματα.|| (μτφ., κολακεύω κάποιον) Από την μια τον κατηγορούν και από την άλλη του ~ονται.
27287κωλοτρυπίδακω-λο-τρυ-πί-δα ουσ. (θηλ.) (λ. ταμπού): η τρύπα του πρωκτού.
27288κωλότσεπηκω-λό-τσε-πη ουσ. (θηλ.) (προφ.): τσέπη στο πίσω μέρος του παντελονιού, στο μέρος των οπισθίων.
27289κωλοφαρδίακω-λο-φαρ-δί-α ουσ. (θηλ.) (προφ.): υπερβολική ή/και ανέλπιστη τύχη: Αυτό θα πει ~! Έχει απίστευτη/μεγάλη ~. Βλ. γκαντεμιά.
27290κωλόφαρδος, η, ο κω-λό-φαρ-δος επίθ. (προφ.): πολύ τυχερός.
27291κωλοφυλλάδακω-λο-φυλ-λά-δα ουσ. (θηλ.) (υβριστ.): παλιοφυλλάδα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.