| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 27295 | κωλόχαρτο | κω-λό-χαρ-το ουσ. (ουδ.) 1. (προφ.) χαρτί υγείας. 2. (μειωτ.) υποτιμητικός χαρακτηρισμός της αξίας εγγράφου ή πτυχίου. Πβ. κουρελό-, μπακαλό-, παλιό-, χασαπό-χαρτο. | |
| 27296 | κώλυμα | κώ-λυ-μα ουσ. (ουδ.) {κωλύμ-ατος | -ατα} (επίσ.): εμπόδιο: σοβαρό/τυπικό ~. ~ συμφέροντος. Διαπιστώθηκε/προέκυψε γραφειοκρατικό/προσωπικό/υπηρεσιακό ~. Δεν συντρέχει/υφίσταται νομικό ~. Αδίκημα που αποτελεί/συνιστά ~ διορισμού. Η απονοµή χάριτος δεν αίρει το ~ από ποινική καταδίκη. Πβ. πρόσκομμα. ● ΣΥΜΠΛ.: κώλυμα εκλογιμότητας βλ. εκλογιμότητα, κώλυμα εντοπιότητας βλ. εντοπιότητα [< αρχ. κώλυμα] | |
| 27297 | κωλυσιεργία | κω-λυ-σι-ερ-γί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): καθυστέρηση στην ολοκλήρωση μιας διαδικασίας ή παρεμπόδισή της: σκόπιμη ~. Αδικαιολόγητη ~ στην κατασκευή του έργου. Χωρίς εμπόδια και ~ες. | |
| 27298 | κωλυσιεργός | , ός, ό κω-λυ-σι-ερ-γός επίθ. (λόγ.): που κωλυσιεργεί: ~ός: πολιτική/στάση. ~ και παρελκυστική τακτική. Πβ. παρακωλυτ-, παρεμποδιστ-ικός. [< μτγν. κωλυσιεργός] | |
| 27299 | κωλυσιεργώ | [κωλυσιεργῶ] κω-λυ-σι-ερ-γώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κωλυσιεργ-είς ..., κυρ. στο θ. του ενεστ.} (λόγ.): καθυστερώ την υλοποίηση ενός έργου, παρεμβάλλοντας συνήθ. διάφορα εμπόδια ή δικαιολογίες: Οι αρμόδιοι ~ούν συστηματικά στην εξεύρευση λύσης. Προσπαθεί να ~ήσει (για να κερδίσει χρόνο). Πβ. παρακωλύω, παρεμποδίζω. ΣΥΝ. παρελκύω, τρενάρω [< μτγν. κωλυσιεργῶ] | |
| 27300 | κωλύω | κω-λύ-ω ρ. (μτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (λόγ., κυρ. σε νομικά κείμενα): εμποδίζω, δυσχεραίνω: Η μη προσέλευση του διωκόμενου δεν ~ει την πρόοδο της ανάκρισης. Παράγοντες που ~ουν τη σύναψη σύμβασης. Πβ. παρα~. ΑΝΤ. διευκολύνω ● Παθ.: κωλύομαι {μτχ. κωλυ-όμενος}: έχω κώλυμα, εμποδίζομαι, δυσκολεύομαι: ~ να απαντήσω δημοσίως/να παρευρεθώ. Τον πρόεδρο, όταν απουσιάζει ή ~εται, αναπληρώνει ο αντιπρόεδρος. Τα ~όμενα μέλη της γενικής συνέλευσης.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~όμενος: στρατιώτης (: που δεν μπορεί να παρουσιαστεί στην αναφορά λόγω διατεταγμένης υπηρεσίας). ● ΦΡ.: τα είδα όλα κωλυόμενα (στρατ. αργκό): βρέθηκα σε εξαιρετικά δύσκολη ή δυσάρεστη κατάσταση. [< αρχ. κωλύω] | |
| 27301 | κωλώνω | κω-λώ-νω ρ. (αμτβ.) {κώλω-σα} (προφ.): δειλιάζω, διστάζω: Δεν ~ει πουθενά/σε τίποτα. ~σε να πει την αλήθεια. Στα ζόρικα ~σαν. Δεν θα κωλώσει (: δεν θα κάνει πίσω). | |
| 27302 | κώμα | [κῶμα] κώ-μα ουσ. (ουδ.) {κώμ-ατος}: ΙΑΤΡ. βαριά διαταραχή της συνείδησης κατά την οποία καταργείται η αντιληπτικότητα του εαυτού και του περιβάλλοντος: διαβητικό/επιληπτικό/ηπατικό/υστερικό ~. Μη αναστρέψιμο ~. ~ από εγκεφαλικό/κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις. Βρίσκεται/βυθίστηκε/είναι/έπεσε σε (βαθύ) ~. Βγήκε/ξύπνησε/συνήλθε από το ~. Τέθηκε/τελεί/υποβλήθηκε σε τεχνητό ~ (: για να μην πονάει· πβ. σε καταστολή). Πβ. βυθιότητα, κλινικός θάνατος, λήθαργος, νάρκη. Βλ. νεκροφάνεια, φυτό.|| (μτφ.) Οικονομία σε ~/σε κατάσταση ~ατος (= σε αδράνεια, στασιμότητα). [< αρχ. κῶμα, αγγλ.-γαλλ. coma, γερμ. Koma] | |
| 27303 | κωμαστής | κω-μα-στής ουσ. (αρσ.): ΑΡΧ. άντρας που συμμετείχε σε κώμο. [< αρχ. κωμαστής] | |
| 27304 | κωματώδης | , ης, ες κω-μα-τώ-δης επίθ. {κωματώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στο κώμα ή έχει περιέλθει σε αυτό: Παραμένει σε ~η κατάσταση.|| ~εις: ασθενείς. Βλ. -ώδης. [< αρχ. κωματώδης] | |
| 27305 | κωμειδύλλιο | κω-μει-δύλ-λι-ο ουσ. (ουδ.): ΘΕΑΤΡ. μουσική κωμωδία με ηθογραφικό περιεχόμενο και εμφανές το νατουραλιστικό στοιχείο. Βλ. επιθεώρηση, λιμπρέτο, μελόδραμα, οπερέτα. [< γαλλ. comédie-vaudeville] | |
| 27306 | κώμη | κώ-μη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): μεγάλο χωριό, κυρ. για την Αρχαιότητα ή τον Μεσαίωνα: αρχαία ~. Πβ. κωμόπολη. Βλ. πολίχνη. [< αρχ. κώμη] | |
| 27307 | κωμικός | , ή, ό κω-μι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την κωμωδία: ~ός: ηθοποιός/συγγραφέας. ~ή: όπερα/παράσταση/σειρά/ταινία/φιγούρα (βλ. αρλεκίνος). ~ό: ταλέντο. ΑΝΤ. δραματικός.|| (ΑΡΧ.) ~ός: ποιητής (ΑΝΤ. τραγικός). 2. (κατ' επέκτ.) που προκαλεί γέλιο· χωρίς σοβαρότητα ή κύρος, ασήμαντος: ~ή: εμφάνιση. ~ό: περιστατικό. ~ές: καταστάσεις (= ευτράπελες). Πβ. αστείος, διασκεδαστικός, εύθυμος, ιλαρός. Βλ. (μελο)δραματικός.|| ~ό: επιχείρημα. Πβ. γελοίος, φαιδρός. ● Ουσ.: κωμικό (το): κωμικότητα: Tο ~ του πράγματος/στην υπόθεση είναι ... Η ταινία ακροβατεί ανάμεσα στο ~ και το τραγικό. Έχει εντελώς προσωπική αίσθηση του ~ού (= χιούμορ). [< γαλλ. le comique] , κωμικός (ο/η): ηθοποιός που υποδύεται κωμικούς ρόλους: δημοφιλής ~. ● επίρρ.: κωμικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< 1: αρχ. κωμικός 2: γαλλ. comique, αγγλ. comic] | |
| 27308 | κωμικότητα | κω-μι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κωμικός χαρακτήρας, κωμική διάσταση: η ~ του ήρωα (ενός μυθιστορήματος)/των περιστάσεων. Πβ. αστει-, φαιδρ-ότητα. Βλ. γκροτέσκο. ΣΥΝ. κωμικό [< μεσν. κωμικότης] | |
| 27309 | κωμικοτραγικός | , ή, ό κω-μι-κο-τρα-γι-κός επίθ.: που προκαλεί γέλιο και λύπη ταυτόχρονα, αστείος και λυπηρός μαζί: ~ός: διάλογος. ~ή: εικόνα/ιστορία/κατάσταση. ~ές: εξελίξεις. ~ά: περιστατικά.|| (ως ουσ.) Το ~ό της υπόθεσης. Συνέβησαν διάφορα ~ά (ενν. γεγονότα). Πβ. τραγελαφικός. Βλ. κλαυσίγελος. ΣΥΝ. ιλαροτραγικός (1), τραγικοκωμικός [< γαλλ. tragicomique, αγγλ. tragicomic, γερμ. tragikomisch] | |
| 27310 | κωμικοτραγωδία | κω-μι-κο-τρα-γω-δί-α ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. ιλαροτραγωδία 1. (μτφ.) γεγονός, υπόθεση, κατάσταση κωμικοτραγικού χαρακτήρα: Το πράγμα εξελίχθηκε σε/κατάντησε ~. 2. ΘΕΑΤΡ. έργο στο οποίο συνδυάζεται το κωμικό και το τραγικό στοιχείο. Πβ. τραγικωμωδία. [< γαλλ. tragicomédie, αγγλ. tragicomedy] | |
| 27311 | κωμόπολη | κω-μό-πο-λη ουσ. (θηλ.): οικιστική μονάδα με πληθυσμό μεγαλύτερο του χωριού και μικρότερο της πόλης (δηλ. από δύο μέχρι δέκα χιλιάδες κατοίκους): αγροτική/επαρχιακή/ιστορική ~. Βλ. κεφαλοχώρι, οικισμός. [< μτγν. κωμόπολις] | |
| 27312 | κώμος | [κῶμος] κώ-μος ουσ. (αρσ.) ΑΡΧ. 1. εύθυμη και θορυβώδης πομπή προς τιμή του Διονύσου, κατά την οποία νέοι συνήθ. άνδρες, μασκοφόροι και στεφανωμένοι, κρατώντας δαυλούς, χόρευαν και τραγουδούσαν κυρ. πειρακτικά και βωμολοχικά τραγούδια· βακχική γιορτή ή (συνεκδ., στον πληθ.) τα αντίστοιχα άσματα. 2. είδος βακχικού χορού ή αύλησης. [< αρχ. κῶμος] | |
| 27313 | κωμωδία | κω-μω-δί-α ουσ. (θηλ.) 1. θεατρικό, κινηματογραφικό ή τηλεοπτικό έργο που προκαλεί ευθυμία και γέλιο και έχει τυπικά αίσιο τέλος· το αντίστοιχο είδος: αισθηματική/ανάλαφρη/ανατρεπτική/γλυκόπικρη/δραματική (= κομεντί)/ερωτική/κλασική/μουσική (βλ. μιούζικαλ)/ξεκαρδιστική/πολιτική/ρομαντική/σατιρική/σπαρταριστή ~.|| ~ δρόμου (βλ. θέατρο του δρόμου)/ηθών (: που σατιρίζει τη συμπεριφορά ανθρώπων που ανήκουν στην ίδια ή σε διαφορετικές κοινωνικές τάξεις)/παρεξηγήσεων/χαρακτήρων. ~-μπαλέτο/σάτιρα. ~ του μπουρλέσκ. Βλ. βοντβίλ, δράμα, επιθεώρηση, κομέντια ντελ άρτε, μελό, μελόδραμα, μπουλβάρ, τραγι~, φαρσο~.|| (ΦΙΛΟΛ., ένα από τα τρία είδη της δραματικής ποίησης) Αρχαία/μέση/νέα ~. Οι ~ες του Αριστοφάνη/του Μενάνδρου. Βλ. σατιρικό δράμα, τραγωδία. 2. (μτφ.) γελοίο γεγονός, φαιδρή κατάσταση: Αρκετά κράτησε αυτή η ~ με την εκλογή προέδρου! Πβ. παρωδία.|| (κατ' επέκτ.) Η ομάδα στο πρώτο ημίχρονο ήταν σκέτη ~! ● Υποκ.: κωμωδιούλα (η): στη σημ.1. ● ΣΥΜΠΛ.: κωμωδία καταστάσεων: κινηματογραφική ταινία, τηλεοπτική ή ραδιοφωνική σειρά στην οποία οι ηθοποιοί, υποδυόμενοι συνήθ. ανθρώπους που ζουν ή εργάζονται στον ίδιο χώρο, εμπλέκονται σε διασκεδαστικές καταστάσεις που θα μπορούσαν να υπάρξουν στην καθημερινή ζωή. [< αγγλ. situation comedy, 1932, γαλλ. comédie de situation] , μαύρη κωμωδία: αυτή που χαρακτηρίζεται από μακάβριο χιούμορ, προβάλλοντας τη διασκεδαστική πλευρά σοβαρών καταστάσεων, όπως θάνατος, αρρώστια. Βλ. μαύρο/μπλακ χιούμορ. [< γαλλ. comédie noire, αγγλ. black comedy, 1900] ● ΦΡ.: παίζω κωμωδία 1. υποδύομαι ρόλο σε κωμικό έργο, ειδικεύομαι στο είδος αυτό. 2. (μτφ.) προσποιούμαι, υποκρίνομαι: Μην πιστεύεις αυτά που λέει, ~ει ~. [< 1: αρχ. κωμῳδία, γαλλ. comédie, αγγλ. comedy - comédie musicale, 1930 2: γαλλ. comédie] | |
| 27314 | κωμωδιογράφος | κω-μω-δι-ο-γρά-φος ουσ. (αρσ.): δημιουργός, συγγραφέας κωμωδιών: αρχαίος (= κωμωδός)/σύγχρονος ~. Βλ. -γράφος. [< μτγν. κωμῳδιογράφος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ