Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [28000-28020]

IDΛήμμαΕρμηνεία
27279κωλοπετσωμένος, η, ο κω-λο-πε-τσω-μέ-νος επίθ. (προφ.): επιτήδειος, καπάτσος. ΣΥΝ. καταφερτζής
27280κωλοπιάσιμοκω-λο-πιά-σι-μο ουσ. (ουδ.) (αργκό): οικονομική εκμετάλλευση που συνήθ. περιλαμβάνει την υπερβολική χρέωση κατά την αγορά ενός προϊόντος.
27281κωλοπιλάλακω-λο-πι-λά-λα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): έντονη ανυπομονησία, αδημονία, βιασύνη: Μα τι ~ είναι αυτή που σε έχει πιάσει (να αγοράσεις εδώ και τώρα αυτοκίνητο); Πβ. φούρια. ΣΥΝ. πρεμούρα
27282κωλοράδικω-λο-ρά-δι ουσ. (ουδ.) (σπάν.-λαϊκό): το κατώτατο τμήμα της σπονδυλικής στήλης.
58814κωλοσφυρίχτρα
27284κωλοτούμπακω-λο-τού-μπα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. τούμπα που γίνεται με τα χέρια στο έδαφος και με σκύψιμο του σώματος και του κεφαλιού. ΣΥΝ. κυβίστηση 2. (μτφ.) ενέργεια ή δήλωση αναίρεσης προηγούμενης θέσης, άποψης ή στάσης (ως ένδειξη ασυνέπειας): πολιτικές ~ες. Βλ. αναποδογύρισμα.
27285κωλοτούμπαςκω-λο-τού-μπας ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): πρόσωπο, κυρ. πολιτικό, που δείχνει ασυνέπεια, μεταβάλλοντας την άποψη ή τη στάση του σύμφωνα με το συμφέρον του.
27286κωλοτρίβομαικω-λο-τρί-βο-μαι ρ. (αμτβ.) (προφ.): προκαλώ ερωτική διέγερση με σωματική επαφή: Του ~όταν με λικνίσματα.|| (μτφ., κολακεύω κάποιον) Από την μια τον κατηγορούν και από την άλλη του ~ονται.
27287κωλοτρυπίδακω-λο-τρυ-πί-δα ουσ. (θηλ.) (λ. ταμπού): η τρύπα του πρωκτού.
27288κωλότσεπηκω-λό-τσε-πη ουσ. (θηλ.) (προφ.): τσέπη στο πίσω μέρος του παντελονιού, στο μέρος των οπισθίων.
27289κωλοφαρδίακω-λο-φαρ-δί-α ουσ. (θηλ.) (προφ.): υπερβολική ή/και ανέλπιστη τύχη: Αυτό θα πει ~! Έχει απίστευτη/μεγάλη ~. Βλ. γκαντεμιά.
27290κωλόφαρδος, η, ο κω-λό-φαρ-δος επίθ. (προφ.): πολύ τυχερός.
27291κωλοφυλλάδακω-λο-φυλ-λά-δα ουσ. (θηλ.) (υβριστ.): παλιοφυλλάδα.
27292κωλοφωτιάκω-λο-φω-τιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ΖΩΟΛ. πυγολαμπίδα. [< μεσν. κωλοφωτία]
27293κωλοχανείο[κωλοχανεῖο] κω-λο-χα-νεί-ο ουσ. (ουδ.) (υβριστ.): χώρος στον οποίο επικρατεί έλλειψη τάξης και οργάνωσης, αυθαιρεσία ή/και διαφθορά, ηθική κατάπτωση. Πβ. μπάχαλο, μπουρδέλο. Βλ. τεμπελχανείο.
27294κωλοχαρακτήραςκω-λο-χα-ρα-κτή-ρας ουσ. (αρσ.) (υβριστ.): παλιοχαρακτήρας.
27295κωλόχαρτοκω-λό-χαρ-το ουσ. (ουδ.) 1. (προφ.) χαρτί υγείας. 2. (μειωτ.) υποτιμητικός χαρακτηρισμός της αξίας εγγράφου ή πτυχίου. Πβ. κουρελό-, μπακαλό-, παλιό-, χασαπό-χαρτο.
27296κώλυμακώ-λυ-μα ουσ. (ουδ.) {κωλύμ-ατος | -ατα} (επίσ.): εμπόδιο: σοβαρό/τυπικό ~. ~ συμφέροντος. Διαπιστώθηκε/προέκυψε γραφειοκρατικό/προσωπικό/υπηρεσιακό ~. Δεν συντρέχει/υφίσταται νομικό ~. Αδίκημα που αποτελεί/συνιστά ~ διορισμού. Η απονοµή χάριτος δεν αίρει το ~ από ποινική καταδίκη. Πβ. πρόσκομμα. ● ΣΥΜΠΛ.: κώλυμα εκλογιμότητας βλ. εκλογιμότητα, κώλυμα εντοπιότητας βλ. εντοπιότητα [< αρχ. κώλυμα]
27297κωλυσιεργίακω-λυ-σι-ερ-γί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): καθυστέρηση στην ολοκλήρωση μιας διαδικασίας ή παρεμπόδισή της: σκόπιμη ~. Αδικαιολόγητη ~ στην κατασκευή του έργου. Χωρίς εμπόδια και ~ες.
27298κωλυσιεργός, ός, ό κω-λυ-σι-ερ-γός επίθ. (λόγ.): που κωλυσιεργεί: ~ός: πολιτική/στάση. ~ και παρελκυστική τακτική. Πβ. παρακωλυτ-, παρεμποδιστ-ικός. [< μτγν. κωλυσιεργός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.