| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 27279 | κωλοπετσωμένος | , η, ο κω-λο-πε-τσω-μέ-νος επίθ. (προφ.): επιτήδειος, καπάτσος. ΣΥΝ. καταφερτζής | |
| 27280 | κωλοπιάσιμο | κω-λο-πιά-σι-μο ουσ. (ουδ.) (αργκό): οικονομική εκμετάλλευση που συνήθ. περιλαμβάνει την υπερβολική χρέωση κατά την αγορά ενός προϊόντος. | |
| 27281 | κωλοπιλάλα | κω-λο-πι-λά-λα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): έντονη ανυπομονησία, αδημονία, βιασύνη: Μα τι ~ είναι αυτή που σε έχει πιάσει (να αγοράσεις εδώ και τώρα αυτοκίνητο); Πβ. φούρια. ΣΥΝ. πρεμούρα | |
| 27282 | κωλοράδι | κω-λο-ρά-δι ουσ. (ουδ.) (σπάν.-λαϊκό): το κατώτατο τμήμα της σπονδυλικής στήλης. | |
| 58814 | κωλοσφυρίχτρα | | |
| 27284 | κωλοτούμπα | κω-λο-τού-μπα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. τούμπα που γίνεται με τα χέρια στο έδαφος και με σκύψιμο του σώματος και του κεφαλιού. ΣΥΝ. κυβίστηση 2. (μτφ.) ενέργεια ή δήλωση αναίρεσης προηγούμενης θέσης, άποψης ή στάσης (ως ένδειξη ασυνέπειας): πολιτικές ~ες. Βλ. αναποδογύρισμα. | |
| 27285 | κωλοτούμπας | κω-λο-τού-μπας ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): πρόσωπο, κυρ. πολιτικό, που δείχνει ασυνέπεια, μεταβάλλοντας την άποψη ή τη στάση του σύμφωνα με το συμφέρον του. | |
| 27286 | κωλοτρίβομαι | κω-λο-τρί-βο-μαι ρ. (αμτβ.) (προφ.): προκαλώ ερωτική διέγερση με σωματική επαφή: Του ~όταν με λικνίσματα.|| (μτφ., κολακεύω κάποιον) Από την μια τον κατηγορούν και από την άλλη του ~ονται. | |
| 27287 | κωλοτρυπίδα | κω-λο-τρυ-πί-δα ουσ. (θηλ.) (λ. ταμπού): η τρύπα του πρωκτού. | |
| 27288 | κωλότσεπη | κω-λό-τσε-πη ουσ. (θηλ.) (προφ.): τσέπη στο πίσω μέρος του παντελονιού, στο μέρος των οπισθίων. | |
| 27289 | κωλοφαρδία | κω-λο-φαρ-δί-α ουσ. (θηλ.) (προφ.): υπερβολική ή/και ανέλπιστη τύχη: Αυτό θα πει ~! Έχει απίστευτη/μεγάλη ~. Βλ. γκαντεμιά. | |
| 27290 | κωλόφαρδος | , η, ο κω-λό-φαρ-δος επίθ. (προφ.): πολύ τυχερός. | |
| 27291 | κωλοφυλλάδα | κω-λο-φυλ-λά-δα ουσ. (θηλ.) (υβριστ.): παλιοφυλλάδα. | |
| 27292 | κωλοφωτιά | κω-λο-φω-τιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ΖΩΟΛ. πυγολαμπίδα. [< μεσν. κωλοφωτία] | |
| 27293 | κωλοχανείο | [κωλοχανεῖο] κω-λο-χα-νεί-ο ουσ. (ουδ.) (υβριστ.): χώρος στον οποίο επικρατεί έλλειψη τάξης και οργάνωσης, αυθαιρεσία ή/και διαφθορά, ηθική κατάπτωση. Πβ. μπάχαλο, μπουρδέλο. Βλ. τεμπελχανείο. | |
| 27294 | κωλοχαρακτήρας | κω-λο-χα-ρα-κτή-ρας ουσ. (αρσ.) (υβριστ.): παλιοχαρακτήρας. | |
| 27295 | κωλόχαρτο | κω-λό-χαρ-το ουσ. (ουδ.) 1. (προφ.) χαρτί υγείας. 2. (μειωτ.) υποτιμητικός χαρακτηρισμός της αξίας εγγράφου ή πτυχίου. Πβ. κουρελό-, μπακαλό-, παλιό-, χασαπό-χαρτο. | |
| 27296 | κώλυμα | κώ-λυ-μα ουσ. (ουδ.) {κωλύμ-ατος | -ατα} (επίσ.): εμπόδιο: σοβαρό/τυπικό ~. ~ συμφέροντος. Διαπιστώθηκε/προέκυψε γραφειοκρατικό/προσωπικό/υπηρεσιακό ~. Δεν συντρέχει/υφίσταται νομικό ~. Αδίκημα που αποτελεί/συνιστά ~ διορισμού. Η απονοµή χάριτος δεν αίρει το ~ από ποινική καταδίκη. Πβ. πρόσκομμα. ● ΣΥΜΠΛ.: κώλυμα εκλογιμότητας βλ. εκλογιμότητα, κώλυμα εντοπιότητας βλ. εντοπιότητα [< αρχ. κώλυμα] | |
| 27297 | κωλυσιεργία | κω-λυ-σι-ερ-γί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): καθυστέρηση στην ολοκλήρωση μιας διαδικασίας ή παρεμπόδισή της: σκόπιμη ~. Αδικαιολόγητη ~ στην κατασκευή του έργου. Χωρίς εμπόδια και ~ες. | |
| 27298 | κωλυσιεργός | , ός, ό κω-λυ-σι-ερ-γός επίθ. (λόγ.): που κωλυσιεργεί: ~ός: πολιτική/στάση. ~ και παρελκυστική τακτική. Πβ. παρακωλυτ-, παρεμποδιστ-ικός. [< μτγν. κωλυσιεργός] | |