| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 27315 | κωμωδός | κω-μω-δός ουσ. (αρσ.) (αρχαιοπρ.) 1. ΑΡΧ. κωμωδιογράφος. Βλ. τραγωδός. 2. {κ. θηλ.} κωμικός ηθοποιός. [< αρχ. κωμῳδός] | |
| 27316 | κωνάριο | κω-νά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {κωναρί-ου}: ΑΝΑΤ. ο αδένας της επίφυσης. [< μτγν. κωνάριον] | |
| 27317 | κώνειο | κώ-νει-ο ουσ. (ουδ.): δηλητήριο που παράγεται από το ομώνυμο γένος φυτών: (στην αρχαιότητα) θανάτωση με ~. [< αρχ. κώνειον] | |
| 27318 | κωνία | κω-νί-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. κωνίο}: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. (στον άνθρωπο και τα σπονδυλωτά) φωτοϋποδοχείς που είναι υπεύθυνοι κυρ. για την αντίληψη των χρωμάτων: τα τρία είδη ~ων (: για την αναγνώριση του μπλε, του κόκκινου και του πράσινου). Βλ. ραβδία. [< μτγν. κωνίον 'μικρός κώνος', γαλλ. cônes, αγγλ. cones] | |
| 27319 | κωνικός | , ή, ό κω-νι-κός επίθ. (επιστ.): που έχει σχήμα κώνου: ~ή: απόληξη/βάση. ~οί: σωλήνες. ~ές: σακούλες ανθέων. (ΧΗΜ.) ~ή: φιάλη. (ΒΙΟΛ.) ~ά: κύτταρα (= κωνία). (ΜΑΘ.) ~ή: τομή. (ΜΗΧΑΝΟΛ.) ~οί: (οδοντωτοί) τροχοί. ~ά: γρανάζια/ρουλεμάν. Πβ. κωνοειδής. Βλ. κυκλ-, κυλινδρ-, σφαιρ-ικός. [< μτγν. κωνικός, γαλλ. conique, αγγλ. conic] | |
| 27320 | κωνικότητα | κω-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κωνικό σχήμα. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. conicité, αγγλ. conicity] | |
| 27321 | κωνοειδής | , ής, ές κω-νο-ει-δής επίθ. (λόγ.): που μοιάζει με κώνο: ~ές: καπέλο/σχήμα.|| (ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ.) ~ής: αδένας (= κωνάριο). ~ής: εκτομή (τραχήλου). ~ές: αγγείο. Πβ. κωνικός. Βλ. -ειδής. [< μτγν. κωνοειδής, γαλλ. conoïde, αγγλ. conoid] | |
| 27322 | κώνος | [κῶνος] κώ-νος ουσ. (αρσ.) 1. ΓΕΩΜ. στερεό με κυκλική βάση και κυρτή επιφάνεια που καταλήγει σε οξεία κορυφή: ελλειπτικός/κόλουρος/ορθός ~. 2. (συνεκδ.) αντικείμενο κωνικού σχήματος: (φωσφορίζων) ~ αυτοκινήτου/σήμανσης (πβ. κολονάκι, κορύνα). Ο ~ του ηφαιστείου. (ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ.) Μυελικός ~. (ΑΣΤΡΟΝ.) ~ σκιάς. (ΒΟΤ.) ~οι λυκίσκου/των πεύκων (= κουκουνάρια). [< αρχ. κῶνος, βλ. μτγν. κωνοκόλουρος, γαλλ. cône, αγγλ. cone] | |
| 27323 | κωνοφόρος | , ος, ο κω-νο-φό-ρος επίθ.: ΒΟΤ. που φέρει κωνοειδείς καρπούς: ~α: φυτά. Βλ. -φόρος. ● Ουσ.: κωνοφόρα (τα): ενν. δέντρα: καλλωπιστικά ~. Δάση ~ων. Μέλι από ~. Βλ. έλατο, κυπαρίσσι, πεύκο. [< μτγν. κωνοφόρος] | |
| 44635 | Κωνσταντίνα | , ή, ό ρου-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους ρούνους ή με το αλφαβητικό σύστημα γραφής των λαών της Β. Ευρώπης: ~ή: γραφή. ~ό: αλφάβητο/σύμβολο. [< γαλλ. runique, γερμ. runen-] | |
| 27324 | κωνσταντινάτο | κων-στα-ντι-νά-το ουσ. (ουδ.) & (προφ.) κωσταντινάτο & (σπάν.) αγιοκωνσταντινάτο: χρυσό νόμισμα βυζαντινής προέλευσης όπου απεικονίζεται συνήθ. ο Τίμιος Σταυρός ανάμεσα στον Μεγάλο Κωνσταντίνο και την Αγία Ελένη και το οποίο φτιάχνεται στις μέρες μας ως χρυσαφικό: βασιλόπιτα με ~.|| (ως επίθ.) Φλουρί ~. Βλ. -άτο. [< μεσν. *κωνσταντινάτον] | |
| 27325 | Κωνσταντινουπολίτης, Κωνσταντινουπολίτισσα | Κων-στα-ντι-νου-πο-λί-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Κωνσταντινούπολη. ΣΥΝ. Πολίτης, Πολίτισσα [< μτγν. Κωνσταντινουπολίτης] | |
| 27326 | κωνσταντινουπολίτικος | , η, ο κων-στα-ντι-νου-πο-λί-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με την Κωνσταντινούπολη ή/και τους Κωνσταντινουπολίτες. ΣΥΝ. πολίτικος [< μεσν. Κωνσταντινουπολιτικός] | |
| 27327 | κώνωψ | κώ-νωψ ουσ. (αρσ.) {κώνωπος} & κώνωπας (λόγ.): ΖΩΟΛ. κουνούπι. ● ΣΥΜΠΛ.: κώνωψ ο ανωφελής & ανωφελές κουνούπι: γένος κουνουπιών (επιστ. ονομασ. Anopheles), το θηλυκό των οποίων μεταδίδει την ελονοσία στον άνθρωπο. [< γαλλ. anophèle, αγγλ. anopheles (mosquito)] ● ΦΡ.: διυλίζει τον κώνωπα (και καταπίνει την κάμηλον) βλ. διυλίζω [< αρχ. κώνωψ] | |
| 27328 | Κώος, Κώα | (λόγ.) βλ. Κώτης | |
| 27329 | κώπη | κώ-πη ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.): κουπί: πρυμναία ~. [< αρχ. κώπη] | |
| 27330 | κωπηλασία | κω-πη-λα-σί-α ουσ. (θηλ.): κίνηση λέμβων (ή παλαιότ. πλοίων) στο νερό με τη χρήση κουπιών, κυρ. ως άθλημα: ~ με κανό. ~ ανοιχτής θαλάσσης. ~ σε λίμνη/ποτάμι. Αγώνες ~ας. Πβ. ράφτινγκ, σκιφ. Βλ. καγιάκ. [< μτγν. κωπηλασία] | |
| 27331 | κωπηλάτης | κω-πη-λά-της ουσ. (αρσ.) , κωπηλάτισσα (η): πρόσωπο που κωπηλατεί. Βλ. -ηλάτης, πηδαλιούχος. ΣΥΝ. ερέτης [< αρχ. κωπηλάτης] | |
| 27332 | κωπηλατικός | , ή, ό κω-πη-λα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την κωπηλασία, κυρ. ως άθλημα: ~οί: αγώνες. ~ά: σκάφη (βλ. δίκωπος, καγιάκ, κανό, σκιφ, φουσκωτό). Ιστιοπλοϊκός και ~ Όμιλος. ● ΣΥΜΠΛ.: κωπηλατικό (μηχάνημα/όργανο): ΓΥΜΝ. στο οποίο ο γυμναζόμενος εκτελεί επαναληπτικές κινήσεις, έλκοντας βάρη εμπρός και πίσω, σαν να κωπηλατεί. Βλ. ελλειπτικό (μηχάνημα/όργανο). [< μτγν. κωπηλατικός] | |
| 58687 | κωπηλατοδρόμιο | κω-πη-λα-το-δρό-μι-ο ουσ. (ουδ.): ειδικά διαμορφωμένος χώρος για κωπηλατικούς αγώνες. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ