| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 27333 | κωπήλατος | , η/ος, ο κω-πή-λα-τος επίθ. (λόγ.): που προωθείται με κουπιά: ~η: λέμβος. ~ο: σκάφος (βλ. μηχανοκίνητος). ~α: πλοία (βλ. γαλέρα, τριήρης).|| (ως ουσ.) Ιστιοφόρα και ~α. Βλ. τροχήλατος. [< μτγν. κωπήλατος] | |
| 27334 | κωπηλατώ | [κωπηλατῶ] κω-πη-λα-τώ ρ. (αμτβ.) {κωπηλατ-είς ... | κωπηλάτ-ησα, -ώντας}: τραβώ κουπί για να κινηθεί ένα σκάφος στο νερό: ~ούν κατά μήκος του ποταμού. [< αρχ. κωπηλατῶ] | |
| 27336 | κωσταντινάτο | βλ. κωνσταντινάτο | |
| 27337 | Κώτης, Κώτισσα | Κώ-της επίθ./ουσ. & (λόγ.) Κώος, Κώα: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Κω. | |
| 27338 | κωφαλαλία | κω-φα-λα-λί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αλαλία που οφείλεται σε κώφωση εκ γενετής. | |
| 27339 | κωφάλαλος | , η, ο κω-φά-λα-λος επίθ.: πρόσωπο που πάσχει από κωφαλαλία: ~α: παιδιά. Εκ γενετής ~. Πβ. μουγγός.|| (ως ουσ.) Η νοηματική γλώσσα των ~ων. Σχολείο ~άλων. Ψηφιακοί μεταφραστές για ~ους. Βλ. άλαλος. [< γαλλ. sourd-muet] | |
| 27340 | κώφευση | κώ-φευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αδιαφορία, απάθεια: Η ~ των αρμοδίων. Πβ. κώφωση. [< μτγν. κώφευσις ‘βουβαμάρα’] | |
| 27341 | κωφεύω | κω-φεύ-ω ρ. (αμτβ.) {κώφευ-σε, κωφεύ-οντας, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (απαιτ. λεξιλόγ.): δείχνω απάθεια, αδιαφορία: Κατήγγειλαν τους αρμόδιους ότι ~ουν συνειδητά στα αιτήματά τους. [< μτγν. κωφεύω ‘σιωπώ, είμαι κουφός’] | |
| 27342 | κωφός | , ή, ό βλ. κουφός | |
| 27343 | κωφότητα | κω-φό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του κωφού, κώφωση: ~ και τυφλότητα.|| (μτφ.) Συνάντησαν την ~ (και την αδιαφορία) των υπευθύνων. [< αρχ. κωφότης] | |
| 58760 | κώφωση | κώ-φω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. ολική συνήθ. απώλεια της ακοής: αιφνίδια/αμφοτερόπλευρη/επίκτητη/μερική/μόνιμη/ολική/πλήρης/πρόωρη/συγγενής ~. ~ εκ γενετής. Πβ. κουφαμάρα, κωφότητα. Βλ. βαρηκοΐα, κωφαλαλία, τύφλωση. 2. ΓΛΩΣΣ. τροπή των άτονων [e] και [ο] σε [i] και [u] αντίστοιχα ή αποβολή των [i] και [u], φαινόμενο των βορείων ιδιωμάτων της Νέας Ελληνικής (π.χ. πιδί αντί παιδί, μουλάρ' αντί μουλάρι). 3. (μτφ.) απάθεια, αδιαφορία απέναντι σε πρόβλημα: (ειρων.) Αντιμετωπίζει την κατάσταση με επιλεκτική ~ (= κώφευση). [< 1: αρχ. κώφωσις] | |
| 27344 | λ | (πρόφ. λάμδα) 1. το ενδέκατο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, που αντιπροσωπεύει τον συμφωνικό φθόγγο [l]: ~ κεφαλαίο (Λ). ~ μικρό (λ). Πβ. λάμδα. Βλ. σύμφωνο. 2. τριακοστός σε μια σειρά χρονική, ιεραρχική ή αξιολογική: (συνήθ. με τόνο λ΄/Λ΄) ~ μονάδα καταδρομών. Κεφάλαιο ΛΑ΄(= τριακοστό πρώτο). 3. (σε αρίθμηση, με τον τόνο κάτω αριστερά: ,Λ ή ,λ:) τριάντα χιλιάδες. [< αρχ. Λ, μεσν. λ] | |
| 27345 | λα | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. η έκτη νότα της διατονικής κλίμακας μετά το σολ και πριν από το σι· μουσική κλίμακα που αρχίζει με αυτή ή χορδή οργάνου που την παράγει: ~ ύφεση. Βλ. διαπασών.|| Κοντσέρτο σε ~ ελάσσονα/μείζονα.|| Το ~ του πιάνου. [< ιταλ. la] | |
| 27586 | λα νίνια | βλ. λα | |
| 27346 | λα νίνια | λα νί-νια ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.}: ΜΕΤΕΩΡ. κλιματικό φαινόμενο κατά το οποίο μειώνεται η θερμοκρασία των επιφανειακών υδάτων του κεντρικού και ανατολικού Ειρηνικού Ωκεανού, προκαλώντας ακραία καιρικά φαινόμενα. Βλ. ελ νίνιο. [< αγγλ. la Niña, 1981 < ισπ. ~] | |
| 27347 | λάβα | λά-βα ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. μάγμα που εξέρχεται από τον κρατήρα ηφαιστείου κατά την έκρηξή του: καυτή/πυρακτωμένη/στερεοποιημένη (: ηφαιστειακά πετρώματα) ~. Έκχυση/ροή ~ας. Ξεχύνεται ~. Ποτάμια ~ας. Βλ. ηφαιστειακή τέφρα, μύδρος.|| (μτφ.-λογοτ.) Η ~ του έρωτα/πάθους. ● ΣΥΜΠΛ.: λάμπα/λαμπτήρας λάβας βλ. λάμπα [< ιταλ. lava] | |
| 27348 | λαβαίνω | βλ. λαμβάνω | |
| 27349 | λάβαρο | λά-βα-ρο ουσ. (ουδ.) {-ου (συχνότ. λόγ.) -άρου}: σημαία με ζωγραφιστό ή κεντητό έμβλημα ή παράσταση, αναρτημένη σε κοντάρι: εκκλησιαστικά/θρησκευτικά/πολεμικά (πβ. φλάμπουρο) ~α. Το ιερό/ιστορικό ~ της Αγίας Λαύρας/της Επανάστασης του '21. Το ~ ενός συλλόγου/σωματείου.|| Διαφημιστικά ~α (βλ. μπάνερ). ● ΦΡ.: κάνω κάτι λάβαρο (μτφ.): το ανάγω σε ύψιστη αξία: Έκανε ~ό της την αμφισβήτηση., σηκώνω/υψώνω το λάβαρο της επανάστασης: επαναστατώ. [< μτγν. λάβαρον] | |
| 27350 | λάβδανο | λά-βδα-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άνου} 1. ΒΟΤ. λάδανο. 2. ΦΑΡΜΑΚ. & (σπάν.) λαύδανο (παλαιότ.): οπιούχο κατευναστικό παρασκεύασμα. [< 2: γαλλ.-αγγλ. laudanum] | |
| 27351 | λαβείν | [λαβεῖν] λα-βείν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (αρχαιοπρ.): το χρηματικό ποσό που πρέπει να πάρει κάποιος: το ~ του προμηθευτή. ● ΦΡ.: δούναι και λαβείν βλ. δούναι [< αρχ. λαβεῖν] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ