Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [28060-28080]

IDΛήμμαΕρμηνεία
27352λαβήλα-βή ουσ. (θηλ.) 1. προεξοχή ή εξάρτημα αντικειμένου από το οποίο μπορεί κάποιος να το κρατήσει, να το μετακινήσει ή να το χρησιμοποιήσει· συνεκδ. τρόπος πιασίματος: ανατομική/δερμάτινη/ελαστική/εργονομική/κάθετη/λαστιχένια/ξύλινη/οριζόντια ~. Η ~ του λεβιέ ταχυτήτων/του μαχαιριού/του όπλου/του πριονιού/της ρακέτας. ~ ασφαλείας (: μπανιέρας). Καπάκι/μπαστούνι με ~. Οι ~ές ενός αγγείου/σκεύους. Πβ. χειρο~, χέρι, χερούλι. Βλ. αμπράς, λυχνιο~, μανέτα, μοχλός, πόμολο. 2. (κυρ. ΑΘΛ., στην πάλη) κράτημα, πιάσιμο: ~ αγκώνα/στραγγαλισμού (ή πνιγμού, βλ. κεφαλοκλείδωμα). Απαγορεύονται ~ές κάτω από τη μέση (: στην ελληνορωμαϊκή πάλη). Βλ. λάκτισμα.|| Του έκανε μια ~ και τον έριξε κάτω.|| Χορός με ~ από τις παλάμες/τους ώμους. Βλ. μεσο~. 3. ΠΛΗΡΟΦ. μικρό τετράγωνο πλαίσιο που εμφανίζεται στις γωνίες επιλεγμένου γραφικού αντικειμένου: ~ αλλαγής μεγέθους/μετακίνησης/συμπλήρωσης (πίνακα). Σέρνω τη ~. ● ΦΡ.: δίνω λαβή: δίνω αφορμή, δικαίωμα: Η παραίτησή του έδωσε ~ για (αρνητικά) σχόλια/σε υποψίες. [< 1,2: αρχ. λαβή 3: αγγλ. handle]
27353λαβίδαλα-βί-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. γενική ονομασία κάθε εργαλείου που αποτελείται από δύο σκέλη ενωμένα στο ένα τους άκρο και χρησιμοποιείται για πιάσιμο και τράβηγμα ή (ξε)σφίξιμο αντικειμένων: μεταλλική/πλαστική ~. Βλ. απογυμνωτής, κάβουρας, μανταλάκι, μασιά, πένσα, τανάλια.|| (ΙΑΤΡ.) Αποστειρωµένη/οδοντιατρική/χειρουργική ~. ~ βιοψίας (τραχήλου). Βλ. ενδοσκόπιο, οδοντάγρα, στειλεός.|| Σερβίρετε τα μακαρόνια με μια ~. Πβ. τσιμπίδα. 2. ΕΚΚΛΗΣ. το κουτάλι τη Θείας Κοινωνίας. Βλ. ιερά σκεύη. ΣΥΝ. κοχλιάριο [< αρχ. λαβίς]
27354λαβομάνολα-βο-μά-νο ουσ. (ουδ.) (κυρ. παλαιότ.): νιπτήρας. Βλ. τάσι. [< ιταλ. lavamano]
27355λάβραλά-βρα ουσ. (θηλ.) & (εσφαλμ.) λαύρα (προφ.): αφόρητη, υπερβολική ζέστη. Πβ. καύσωνας, κάψα2, λιοπύρι. Κυρ. στη ● ΦΡ.: φωτιά και λάβρα 1. όποιος ή ό,τι προκαλεί έντονη συναισθηματική, κυρ. ερωτική, διέγερση: (συνήθ. για κοπέλα:) Είναι (σκέτη) ~ ~! 2. για να δηλωθεί υψηλό κόστος: πρόστιμα/τιμές ~ ~. [< μεσν. λάβρα]
27356λαβράκιλα-βρά-κι ουσ. (ουδ.) 1. ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι που ανήκει στα περκόμορφα (επιστ. ονομασ. Dicentrarchus labrax), με μακρόστενο σώμα, μεγάλο στόμα, γκρίζα ράχη και ασημί πλευρά, το οποίο αλιεύεται ή εκτρέφεται για τη σάρκα του: ~ ιχθυοκαλλιέργειας. Τσιπούρες και ~ια. 2. (μτφ.-προφ.) σημαντική αποκάλυψη που εκλαμβάνεται ως μεγάλη επιτυχία: δημοσιογραφικό ~ (πβ. αποκλειστικότητα). Η αστυνομία έβγαλε/έπιασε/πέτυχε ~ (= έβγαλε λαγό). Έχω/μυρίζομαι ~. [< αρχ. λαβράκιον < μεσν. λαβράκι(ν)]
27357λάβρος, α/η, ο λά-βρος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): ορμητικός, σφοδρός: ~ος: επικριτής/(σπανιότ.) υποστηρικτής (του καθεστώτος). Εμφανίστηκε/επιτέθηκε ~ κατά της αντιπολίτευσης.|| ~α: επιστολή. ~ες: ανακοινώσεις. [< αρχ. λάβρος]
27358λαβυρινθικός, ή, ό λα-βυ-ριν-θι-κός επίθ. 1. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον λαβύρινθο, το έσω αυτί: ~ός: ίλιγγος. ~ές: διαταραχές. 2. δαιδαλώδης: ~ή: κατασκευή. Πβ. λαβυρινθώδης. [< γαλλ. labyrinthique, αγγλ. labyrinthic]
27359λαβυρινθίτιδαλα-βυ-ριν-θί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του έσω αυτιού, η οποία προκαλεί ίλιγγο και ναυτία. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. labyrinthite, αγγλ. labyrinthitis, 1912]
27360λαβύρινθοςλα-βύ-ριν-θος ουσ. (αρσ.) {-ου (συχνότ. λόγ.) -ίνθου} 1. ΜΥΘ. η μυθική κατοικία του Μινώταυρου στο ανάκτορο της Κνωσού, γνωστή για την πολύπλοκη δομή της με πολλούς διαδρόμους και αδιέξοδα· κυρ. κατ' επέκτ. οικοδόμημα με αντίστοιχη διαρρύθμιση ή γενικότ. κάθε παρόμοια κατασκευή. || δαιδαλώδης ~. ~ δωματίων/από σήραγγες. 2. (μτφ.) καθετί περίπλοκο ή αδιέξοδο: ατέλειωτος/πραγματικός ~. Ο ~ του μυαλού/των σκέψεων/της ψυχής. Στον ~ο του ίντερνετ. Μπλέχτηκα/χάθηκα στον ~ο της γραφειοκρατίας. Πβ. δαίδαλος, μαίανδρος. Βλ. βαβέλ. 3. ΑΝΑΤ. το έσω αυτί: οπίσθιος/οστέινος/πρόσθιος/υμενώδης ~. Βλ. αίθουσα, ημικύκλιοι σωλήνες, κοχλίας, λαβυρινθίτιδα. [< αρχ. λαβύρινθος, γαλλ. labyrinthe, αγγλ. labyrinth]
27361λαβυρινθώδης, ης, ες λα-βυ-ριν-θώ-δης επίθ. {λαβυρινθώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): δαιδαλώδης: ~ης: διαρρύθμιση/δομή/πόλη. ~εις: διάδρομοι. ~η: μονοπάτια/σοκάκια/σπήλαια. Πβ. λαβυρινθικός.|| (μτφ.) ~ης: σκέψη (= περίπλοκη, πολύπλοκη). Βλ. -ώδης. ΣΥΝ. πολυδαίδαλος [< αρχ. λαβυρινθώδης]
27362λάβωμαλά-βω-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του λαβώνω. Πβ. λαβωματιά, πλήγωμα. [< μεσν. λάβωμα]
27363λαβωματιάλα-βω-μα-τιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): πληγή, τραύμα: (μτφ.) οι ~ιές του έρωτα. Πβ. λάβωμα. [< μεσν. λαβωματία]
27364λαβώνωλα-βώ-νω ρ. (μτβ.) {λάβω-σε, λαβώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, λαβών-οντας} (λαϊκό-λογοτ.): πληγώνω, τραυματίζω: βαριά ~μένος. ~μένο: θηρίο.|| (μτφ.) Τα λόγια του μου ~σαν την καρδιά. ~μένος από τα βέλη του έρωτα. ~μένο: γόητρο/ηθικό/κύρος. Βλ. αλάβωτος. [< μεσν. λαβώνω]
27365λαγάναλα-γά-να ουσ. (θηλ.): πλατύ λεπτό ψωμί σε ελλειψοειδές σχήμα, με σουσάμι, χωρίς προζύμι, γάλα ή αβγά, το οποίο φτιάχνεται και καταναλώνεται παραδοσιακά την Καθαρά Δευτέρα: πατροπαράδοτη ~. ~ με ταραμά/χαλβά. Βλ. άζυμος. [< μεγεθ. του αρχ. λάγανον ‘γλύκισμα από αλεύρι, μέλι και λάδι’]
27366λαγαρός, ή, ό λα-γα-ρός επίθ. (λογοτ.): διαυγής, διάφανος, καθαρός: ~ά: νερά.|| (μτφ.) ~ή: φωνή. [< μεσν. λαγαρός , αρχ. ~ 'λεπτός, χαλαρός']
27367λαγαρότηταλα-γα-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.-λογοτ.): διαύγεια, καθαρότητα: (κυρ. μτφ.) η ~ του λόγου/της σκέψης του. Βλ. -ότητα. [< μτγν. λαγαρότης ‘πλαδαρότητα, απαλότητα’]
27368λαγγόναλαγ-γό-να ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. μικρό υδρόβιο πτηνό (επιστ. ονομασ. Phalacrocorax pygmeus) με μαύρο σώμα, καφετί κεφάλι και μακριά ουρά, το οποίο τρέφεται κυρ. με ψάρια. Βλ. κορμοράνος, θαλασσο-, φαλακρο-κόρακας.
27369λαγήνιλα-γή-νι ουσ. (ουδ.) & λαήνι & (σπάν.) λαΐνι & λα(γ)ήνα (η) (λαϊκό): δοχείο νερού ή κρασιού, με στενό στόμιο και δύο χερούλια. Πβ. κανάτι1, κουμάρι1, σταμνί. [< μεσν. λαγήνιν < μτγν. λαγύνιον]
27370λάγιος, ια, ιο λά-γιος επίθ. (λαϊκό): (κυρ. για πρόβατα) μαύρος, σκούρος. [< βλάχικο laiŭ, αλβ. llaje]
27371λαγκάδιλα-γκά-δι ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) λαγκαδιά (η): στενή, συνήθ. δασώδης κοιλάδα. ● ΦΡ.: βουνά και λαγκάδια βλ. βουνό [< μεσν. λαγκάδιν]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.