Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [28060-28080]

IDΛήμμαΕρμηνεία
27338κωφαλαλίακω-φα-λα-λί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αλαλία που οφείλεται σε κώφωση εκ γενετής.
27339κωφάλαλος, η, ο κω-φά-λα-λος επίθ.: πρόσωπο που πάσχει από κωφαλαλία: ~α: παιδιά. Εκ γενετής ~. Πβ. μουγγός.|| (ως ουσ.) Η νοηματική γλώσσα των ~ων. Σχολείο ~άλων. Ψηφιακοί μεταφραστές για ~ους. Βλ. άλαλος. [< γαλλ. sourd-muet]
27340κώφευσηκώ-φευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αδιαφορία, απάθεια: Η ~ των αρμοδίων. Πβ. κώφωση. [< μτγν. κώφευσις ‘βουβαμάρα’]
27341κωφεύωκω-φεύ-ω ρ. (αμτβ.) {κώφευ-σε, κωφεύ-οντας, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (απαιτ. λεξιλόγ.): δείχνω απάθεια, αδιαφορία: Κατήγγειλαν τους αρμόδιους ότι ~ουν συνειδητά στα αιτήματά τους. [< μτγν. κωφεύω ‘σιωπώ, είμαι κουφός’]
27342κωφός, ή, ό βλ. κουφός
27343κωφότητακω-φό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του κωφού, κώφωση: ~ και τυφλότητα.|| (μτφ.) Συνάντησαν την ~ (και την αδιαφορία) των υπευθύνων. [< αρχ. κωφότης]
58760κώφωσηκώ-φω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. ολική συνήθ. απώλεια της ακοής: αιφνίδια/αμφοτερόπλευρη/επίκτητη/μερική/μόνιμη/ολική/πλήρης/πρόωρη/συγγενής ~. ~ εκ γενετής. Πβ. κουφαμάρα, κωφότητα. Βλ. βαρηκοΐα, κωφαλαλία, τύφλωση. 2. ΓΛΩΣΣ. τροπή των άτονων [e] και [ο] σε [i] και [u] αντίστοιχα ή αποβολή των [i] και [u], φαινόμενο των βορείων ιδιωμάτων της Νέας Ελληνικής (π.χ. πιδί αντί παιδί, μουλάρ' αντί μουλάρι). 3. (μτφ.) απάθεια, αδιαφορία απέναντι σε πρόβλημα: (ειρων.) Αντιμετωπίζει την κατάσταση με επιλεκτική ~ (= κώφευση). [< 1: αρχ. κώφωσις]
27344λ(πρόφ. λάμδα) 1. το ενδέκατο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, που αντιπροσωπεύει τον συμφωνικό φθόγγο [l]: ~ κεφαλαίο (Λ). ~ μικρό (λ). Πβ. λάμδα. Βλ. σύμφωνο. 2. τριακοστός σε μια σειρά χρονική, ιεραρχική ή αξιολογική: (συνήθ. με τόνο λ΄/Λ΄) ~ μονάδα καταδρομών. Κεφάλαιο ΛΑ΄(= τριακοστό πρώτο). 3. (σε αρίθμηση, με τον τόνο κάτω αριστερά: ,Λ ή ,λ:) τριάντα χιλιάδες. [< αρχ. Λ, μεσν. λ]
27345λαουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. η έκτη νότα της διατονικής κλίμακας μετά το σολ και πριν από το σι· μουσική κλίμακα που αρχίζει με αυτή ή χορδή οργάνου που την παράγει: ~ ύφεση. Βλ. διαπασών.|| Κοντσέρτο σε ~ ελάσσονα/μείζονα.|| Το ~ του πιάνου. [< ιταλ. la]
27586λα νίνιαβλ. λα
27346λα νίνιαλα νί-νια ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.}: ΜΕΤΕΩΡ. κλιματικό φαινόμενο κατά το οποίο μειώνεται η θερμοκρασία των επιφανειακών υδάτων του κεντρικού και ανατολικού Ειρηνικού Ωκεανού, προκαλώντας ακραία καιρικά φαινόμενα. Βλ. ελ νίνιο. [< αγγλ. la Niña, 1981 < ισπ. ~]
27347λάβαλά-βα ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. μάγμα που εξέρχεται από τον κρατήρα ηφαιστείου κατά την έκρηξή του: καυτή/πυρακτωμένη/στερεοποιημένη (: ηφαιστειακά πετρώματα) ~. Έκχυση/ροή ~ας. Ξεχύνεται ~. Ποτάμια ~ας. Βλ. ηφαιστειακή τέφρα, μύδρος.|| (μτφ.-λογοτ.) Η ~ του έρωτα/πάθους. ● ΣΥΜΠΛ.: λάμπα/λαμπτήρας λάβας βλ. λάμπα [< ιταλ. lava]
27348λαβαίνωβλ. λαμβάνω
27349λάβαρολά-βα-ρο ουσ. (ουδ.) {-ου (συχνότ. λόγ.) -άρου}: σημαία με ζωγραφιστό ή κεντητό έμβλημα ή παράσταση, αναρτημένη σε κοντάρι: εκκλησιαστικά/θρησκευτικά/πολεμικά (πβ. φλάμπουρο) ~α. Το ιερό/ιστορικό ~ της Αγίας Λαύρας/της Επανάστασης του '21. Το ~ ενός συλλόγου/σωματείου.|| Διαφημιστικά ~α (βλ. μπάνερ). ● ΦΡ.: κάνω κάτι λάβαρο (μτφ.): το ανάγω σε ύψιστη αξία: Έκανε ~ό της την αμφισβήτηση., σηκώνω/υψώνω το λάβαρο της επανάστασης: επαναστατώ. [< μτγν. λάβαρον]
27350λάβδανολά-βδα-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άνου} 1. ΒΟΤ. λάδανο. 2. ΦΑΡΜΑΚ. & (σπάν.) λαύδανο (παλαιότ.): οπιούχο κατευναστικό παρασκεύασμα. [< 2: γαλλ.-αγγλ. laudanum]
27351λαβείν[λαβεῖν] λα-βείν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (αρχαιοπρ.): το χρηματικό ποσό που πρέπει να πάρει κάποιος: το ~ του προμηθευτή. ● ΦΡ.: δούναι και λαβείν βλ. δούναι [< αρχ. λαβεῖν]
27352λαβήλα-βή ουσ. (θηλ.) 1. προεξοχή ή εξάρτημα αντικειμένου από το οποίο μπορεί κάποιος να το κρατήσει, να το μετακινήσει ή να το χρησιμοποιήσει· συνεκδ. τρόπος πιασίματος: ανατομική/δερμάτινη/ελαστική/εργονομική/κάθετη/λαστιχένια/ξύλινη/οριζόντια ~. Η ~ του λεβιέ ταχυτήτων/του μαχαιριού/του όπλου/του πριονιού/της ρακέτας. ~ ασφαλείας (: μπανιέρας). Καπάκι/μπαστούνι με ~. Οι ~ές ενός αγγείου/σκεύους. Πβ. χειρο~, χέρι, χερούλι. Βλ. αμπράς, λυχνιο~, μανέτα, μοχλός, πόμολο. 2. (κυρ. ΑΘΛ., στην πάλη) κράτημα, πιάσιμο: ~ αγκώνα/στραγγαλισμού (ή πνιγμού, βλ. κεφαλοκλείδωμα). Απαγορεύονται ~ές κάτω από τη μέση (: στην ελληνορωμαϊκή πάλη). Βλ. λάκτισμα.|| Του έκανε μια ~ και τον έριξε κάτω.|| Χορός με ~ από τις παλάμες/τους ώμους. Βλ. μεσο~. 3. ΠΛΗΡΟΦ. μικρό τετράγωνο πλαίσιο που εμφανίζεται στις γωνίες επιλεγμένου γραφικού αντικειμένου: ~ αλλαγής μεγέθους/μετακίνησης/συμπλήρωσης (πίνακα). Σέρνω τη ~. ● ΦΡ.: δίνω λαβή: δίνω αφορμή, δικαίωμα: Η παραίτησή του έδωσε ~ για (αρνητικά) σχόλια/σε υποψίες. [< 1,2: αρχ. λαβή 3: αγγλ. handle]
27353λαβίδαλα-βί-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. γενική ονομασία κάθε εργαλείου που αποτελείται από δύο σκέλη ενωμένα στο ένα τους άκρο και χρησιμοποιείται για πιάσιμο και τράβηγμα ή (ξε)σφίξιμο αντικειμένων: μεταλλική/πλαστική ~. Βλ. απογυμνωτής, κάβουρας, μανταλάκι, μασιά, πένσα, τανάλια.|| (ΙΑΤΡ.) Αποστειρωµένη/οδοντιατρική/χειρουργική ~. ~ βιοψίας (τραχήλου). Βλ. ενδοσκόπιο, οδοντάγρα, στειλεός.|| Σερβίρετε τα μακαρόνια με μια ~. Πβ. τσιμπίδα. 2. ΕΚΚΛΗΣ. το κουτάλι τη Θείας Κοινωνίας. Βλ. ιερά σκεύη. ΣΥΝ. κοχλιάριο [< αρχ. λαβίς]
27354λαβομάνολα-βο-μά-νο ουσ. (ουδ.) (κυρ. παλαιότ.): νιπτήρας. Βλ. τάσι. [< ιταλ. lavamano]
27355λάβραλά-βρα ουσ. (θηλ.) & (εσφαλμ.) λαύρα (προφ.): αφόρητη, υπερβολική ζέστη. Πβ. καύσωνας, κάψα2, λιοπύρι. Κυρ. στη ● ΦΡ.: φωτιά και λάβρα 1. όποιος ή ό,τι προκαλεί έντονη συναισθηματική, κυρ. ερωτική, διέγερση: (συνήθ. για κοπέλα:) Είναι (σκέτη) ~ ~! 2. για να δηλωθεί υψηλό κόστος: πρόστιμα/τιμές ~ ~. [< μεσν. λάβρα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.