| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 27372 | λαγκεστρέμια | λα-γκε-στρέ-μι-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. γένος φυλλοβόλων θάμνων της τροπικής Ασίας και της Αφρικής (οικογ. Lythraceae, ιδ. τα γένη L. Indica, L. Speciose), με πορφυρά, ροζ ή λευκά πέταλα, οι οποίοι μπορούν να λάβουν τη μορφή δέντρου. [< νεολατ. lagerstroemia < αγγλ. Lagerstroemia, σουηδικό ανθρ. M. Lagerström] | |
| 27373 | λαγνεία | λα-γνεί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. έντονη ερωτική επιθυμία, ροπή προς τις σαρκικές απολαύσεις: η ~ του σώματος. Την κοίταξε με ~. Πβ. ηδυπάθεια, φιληδονία. Βλ. τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα. 2. (κατ' επέκτ.) παθολογική λατρεία: η ~ της εξουσίας (= εξουσιο~). Πβ. πάθος. [< 1: αρχ. λαγνεία] | |
| 27375 | λάγνος | , α, ο λά-γνος επίθ. (λόγ.) ΣΥΝ. φιλήδονος 1. που εκπέμπει έντονο ερωτισμό: ~α: φωνή. ~ο: βλέμμα/κορμί/χαμόγελο. ~ες: ματιές. Πβ. αισθησιακός, ερωτ-, σεξουαλ-ικός, ηδυπαθής. 2. (για πρόσ.) που επιδίδεται σε ακολασίες, που ρέπει προς τις σαρκικές απολαύσεις. Πβ. σάτυρος. ● επίρρ.: λάγνα [< αρχ. λάγνος ‘φιλήδονος, ακόρεστος’] | |
| 27377 | λαγοκέφαλος | λα-γο-κέ-φα-λος ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) λαγόψαρο (το): ΙΧΘΥΟΛ. τροπικό τοξικό ψάρι (επιστ. ονομασ. Lagocephalus sceleratus) χωρίς λέπια, με ασημένια κοιλιά, γκριζωπή ράχη με σκούρες κηλίδες και δύο δυνατά δόντια σε κάθε γνάθο: εμφάνιση/εξάπλωση του ~ου στο Αιγαίο. Ο ~ μπορεί να προκαλέσει θανατηφόρα δηλητηρίαση. | |
| 27378 | λαγοκοιμάμαι | [λαγοκοιμᾶμαι] λα-γο-κοι-μά-μαι ρ. (αμτβ.) {λαγοκοιμ-ήθηκα} (προφ.): κοιμάμαι ελαφρά: ~ήθηκε στον καναπέ. ΣΥΝ. μισοκοιμάμαι | |
| 27379 | λαγόνα | λα-γό-να ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} & λαγόνι (το) (προφ.): ΑΝΑΤ. περιοχή της λεκάνης ανάμεσα στα πλευρά και το λαγόνιο οστό. Βλ. λαπάρα. [< αρχ. λαγών] | |
| 6839 | λαγόνιο | [ἀρτηρία] αρ-τη-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΑΝΑΤ. μεγάλο αγγείο που με τις διακλαδώσεις του μεταφέρει το αίμα από την καρδιά σε όλο το σώμα: βραχιόνια/ηπατική/ιγνυακή/κεντρική/κροταφική/λαγόνια/μασχαλιαία/μηριαία/νεφρική/πνευμονική/υποκλείδια ~. Απόφραξη/στένωση ~ας (: εμβολή, έμφραγμα, ισχαιμία· βλ. μπαλονάκι, μπαϊπάς, στεντ). Βλ. φλέβα.|| (λόγ., με τη σημ. του αγωγού) Τραχεία ~ (= τραχεία).|| (μτφ.) Ενεργειακή ~ (: αγωγός φυσικού αερίου). 2. ΠΛΗΡΟΦ. σύνολο αγωγών μέσω των οποίων μεταφέρονται δεδομένα μεταξύ των διαφόρων τμημάτων ενός υπολογιστή ή δικτύου. Βλ. USB. 3. ΤΗΛΕΠ. τηλεφωνική γραμμή σύνδεσης: παθητική ~. ● Υποκ.: αρτηρίδιο (το) (λόγ.): βλ. -ίδιο. ● ΣΥΜΠΛ.: οδική αρτηρία & αρτηρία: κύριος οδικός άξονας, συνήθ. αστικής περιοχής, στον οποίο καταλήγουν με διασταυρώσεις άλλοι μικρότεροι: κομβική/κύρια/πολυσύχναστη/υποθαλάσσια (~) ~. Πολλές ~ές ~ες έχουν αποκλειστεί λόγω κατολισθήσεων. Πβ. αυτοκινητόδρομος, λεωφόρος. [< γαλλ. artère] , ανώνυμη αρτηρία βλ. ανώνυμος, στεφανιαία (αρτηρία) βλ. στεφανιαίος [< 1: αρχ. ἀρτηρία, γαλλ. artère 2,3: αγγλ. bus, artery] | |
| 27380 | λαγόνιος | , ος/α, ο λα-γό-νι-ος επίθ.: ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με τα πλάγια μέρη της λεκάνης: ~α: ακρολοφία. ● ΣΥΜΠΛ.: λαγόνιο οστό: ΑΝΑΤ. το ανώτερο τμήμα του ανώνυμου οστού. Βλ. ηβικό οστό. | |
| 27381 | λαγοπόδαρο | λα-γο-πό-δα-ρο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): το άκρο πόδι του λαγού, που θεωρείται γούρι. | |
| 27382 | λαγοπόδαρος | , η, ο λα-γο-πό-δα-ρος επίθ. {κυρ. στο αρσ.}: (για άνθρωπο) που τρέχει γρήγορα. ΣΥΝ. γοργο-, φτερο-πόδαρος. | |
| 27383 | λαγός | λα-γός ουσ. (αρσ.) 1. ΖΩΟΛ. {θηλ. λαγουδίνα} γρήγορο τρωκτικό (γένος Lepus), με μακριά πίσω πόδια και μεγάλα αυτιά, το οποίο ζει σε δάση και πυκνόφυτες εκτάσεις· συνεκδ. το κρέας του. ξεφώλιασμα ~ού. Βλ. κουνέλι.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ στιφάδο.|| (μτφ.) Με ρυθμούς ~ού (: πολύ γρήγορα· ΑΝΤ. με ρυθμούς χελώνας). Έχει καρδιά ~ού (: είναι δειλός). 2. ΑΘΛ. δρομέας που δίνει γρήγορο ρυθμό σε δρόμο αντοχής, για να βοηθήσει στην επίτευξη ρεκόρ από άλλον αθλητή. ● Υποκ.: λαγουδάκι (το): μικρός λαγός· κατ' επέκτ. κάθε απεικόνισή του. || Λούτρινα/πασχαλινά/σοκολατένια ~ια. Βλ. αρκουδάκι. ● ΦΡ.: βγάζω λαγό/λαγούς (από το καπέλο μου) (μτφ.-προφ.): ανακαλύπτω ή αποκαλύπτω κάτι ιδιαίτερα σημαντικό, που θεωρείται μεγάλη επιτυχία: (για δημοσιογράφο:) Έβγαλε ~ (= θέμα, λαβράκι) από τη συνέντευξη., έγινε λαγός (μτφ.-προφ.): έφυγε πολύ γρήγορα, εξαφανίστηκε: Μόλις άκουσαν το περιπολικό, έγιναν ~οί (= την έκαναν, το 'βαλαν στα πόδια). ΣΥΝ. έγινε καπνός, έγινε Λούης, λαγός τη φτέρη έσειε/κούναγε, κακό του κεφαλιού/της κεφαλής του (παροιμ.): για κάποιον που βλάπτει από μόνος του τον εαυτό του., λαγούς με/και πετραχήλια (μτφ.-προφ.): για κάτι υπερβολικό, ουτοπικό, απραγματοποίητο: Δίνει/ζητά/τάζει/υπόσχεται ~ ~. ΣΥΝ. τον ουρανό με τ' άστρα, άλλα τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας βλ. μάτι, άρμεγε λαγούς και κούρευε χελώνες βλ. αρμέγω [< 1: μεσν. λαγός 2: γαλλ. lièvre, 1899] | |
| 27384 | λαγουδέρα | λα-γου-δέ-ρα ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. μακρόστενο στέλεχος του πηδαλίου βάρκας, με το οποίο γίνεται ο χειρισμός του. Πβ. τιμόνι. ΣΥΝ. δοιάκι | |
| 27385 | λαγουδίνα | βλ. λαγός | |
| 27386 | λαγούμι | λα-γού-μι ουσ. (ουδ.): υπόγεια στοά: τα ~ια του ορυχείου (= γαλαρίες, σήραγγες). Πβ. μίνα, υπόνομος. Βλ. οχετός.|| Τα κουνέλια ζουν σε/σκάβουν ~ια. Πβ. τούνελ. [< τουρκ. lağım] | |
| 27387 | λαγουμιτζής | λα-γου-μι-τζής ουσ. (αρσ.) & λαγουμτζής (παλαιότ.-λαϊκό): αυτός που άνοιγε λαγούμια. [< τουρκ. lağımcι] | |
| 27388 | λαγούτο | βλ. λαούτο | |
| 27389 | λαγόφθαλμος | λα-γό-φθαλ-μος ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) λαγώφθαλμος: ΙΑΤΡ. διαταραχή κατά την οποία ο ασθενής δεν μπορεί να κλείσει τα βλεφαρά του. [< μτγν. λαγόφθαλμος, λαγώφθαλμος, λαγωφθαλμόν (τό), γαλλ. lagopht(h)almie, αγγλ. lagophthalmus] | |
| 27390 | λαγοχειλία | βλ. λαγωχειλία | |
| 27391 | λαγόχειλο | βλ. λαγώχειλο | |
| 27392 | λαγόχειλος | βλ. λαγώχειλος |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ