Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [28080-28100]

IDΛήμμαΕρμηνεία
27356λαβράκιλα-βρά-κι ουσ. (ουδ.) 1. ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι που ανήκει στα περκόμορφα (επιστ. ονομασ. Dicentrarchus labrax), με μακρόστενο σώμα, μεγάλο στόμα, γκρίζα ράχη και ασημί πλευρά, το οποίο αλιεύεται ή εκτρέφεται για τη σάρκα του: ~ ιχθυοκαλλιέργειας. Τσιπούρες και ~ια. 2. (μτφ.-προφ.) σημαντική αποκάλυψη που εκλαμβάνεται ως μεγάλη επιτυχία: δημοσιογραφικό ~ (πβ. αποκλειστικότητα). Η αστυνομία έβγαλε/έπιασε/πέτυχε ~ (= έβγαλε λαγό). Έχω/μυρίζομαι ~. [< αρχ. λαβράκιον < μεσν. λαβράκι(ν)]
27357λάβρος, α/η, ο λά-βρος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): ορμητικός, σφοδρός: ~ος: επικριτής/(σπανιότ.) υποστηρικτής (του καθεστώτος). Εμφανίστηκε/επιτέθηκε ~ κατά της αντιπολίτευσης.|| ~α: επιστολή. ~ες: ανακοινώσεις. [< αρχ. λάβρος]
27358λαβυρινθικός, ή, ό λα-βυ-ριν-θι-κός επίθ. 1. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον λαβύρινθο, το έσω αυτί: ~ός: ίλιγγος. ~ές: διαταραχές. 2. δαιδαλώδης: ~ή: κατασκευή. Πβ. λαβυρινθώδης. [< γαλλ. labyrinthique, αγγλ. labyrinthic]
27359λαβυρινθίτιδαλα-βυ-ριν-θί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του έσω αυτιού, η οποία προκαλεί ίλιγγο και ναυτία. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. labyrinthite, αγγλ. labyrinthitis, 1912]
27360λαβύρινθοςλα-βύ-ριν-θος ουσ. (αρσ.) {-ου (συχνότ. λόγ.) -ίνθου} 1. ΜΥΘ. η μυθική κατοικία του Μινώταυρου στο ανάκτορο της Κνωσού, γνωστή για την πολύπλοκη δομή της με πολλούς διαδρόμους και αδιέξοδα· κυρ. κατ' επέκτ. οικοδόμημα με αντίστοιχη διαρρύθμιση ή γενικότ. κάθε παρόμοια κατασκευή. || δαιδαλώδης ~. ~ δωματίων/από σήραγγες. 2. (μτφ.) καθετί περίπλοκο ή αδιέξοδο: ατέλειωτος/πραγματικός ~. Ο ~ του μυαλού/των σκέψεων/της ψυχής. Στον ~ο του ίντερνετ. Μπλέχτηκα/χάθηκα στον ~ο της γραφειοκρατίας. Πβ. δαίδαλος, μαίανδρος. Βλ. βαβέλ. 3. ΑΝΑΤ. το έσω αυτί: οπίσθιος/οστέινος/πρόσθιος/υμενώδης ~. Βλ. αίθουσα, ημικύκλιοι σωλήνες, κοχλίας, λαβυρινθίτιδα. [< αρχ. λαβύρινθος, γαλλ. labyrinthe, αγγλ. labyrinth]
27361λαβυρινθώδης, ης, ες λα-βυ-ριν-θώ-δης επίθ. {λαβυρινθώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): δαιδαλώδης: ~ης: διαρρύθμιση/δομή/πόλη. ~εις: διάδρομοι. ~η: μονοπάτια/σοκάκια/σπήλαια. Πβ. λαβυρινθικός.|| (μτφ.) ~ης: σκέψη (= περίπλοκη, πολύπλοκη). Βλ. -ώδης. ΣΥΝ. πολυδαίδαλος [< αρχ. λαβυρινθώδης]
27362λάβωμαλά-βω-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του λαβώνω. Πβ. λαβωματιά, πλήγωμα. [< μεσν. λάβωμα]
27363λαβωματιάλα-βω-μα-τιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): πληγή, τραύμα: (μτφ.) οι ~ιές του έρωτα. Πβ. λάβωμα. [< μεσν. λαβωματία]
27364λαβώνωλα-βώ-νω ρ. (μτβ.) {λάβω-σε, λαβώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, λαβών-οντας} (λαϊκό-λογοτ.): πληγώνω, τραυματίζω: βαριά ~μένος. ~μένο: θηρίο.|| (μτφ.) Τα λόγια του μου ~σαν την καρδιά. ~μένος από τα βέλη του έρωτα. ~μένο: γόητρο/ηθικό/κύρος. Βλ. αλάβωτος. [< μεσν. λαβώνω]
27365λαγάναλα-γά-να ουσ. (θηλ.): πλατύ λεπτό ψωμί σε ελλειψοειδές σχήμα, με σουσάμι, χωρίς προζύμι, γάλα ή αβγά, το οποίο φτιάχνεται και καταναλώνεται παραδοσιακά την Καθαρά Δευτέρα: πατροπαράδοτη ~. ~ με ταραμά/χαλβά. Βλ. άζυμος. [< μεγεθ. του αρχ. λάγανον ‘γλύκισμα από αλεύρι, μέλι και λάδι’]
27366λαγαρός, ή, ό λα-γα-ρός επίθ. (λογοτ.): διαυγής, διάφανος, καθαρός: ~ά: νερά.|| (μτφ.) ~ή: φωνή. [< μεσν. λαγαρός , αρχ. ~ 'λεπτός, χαλαρός']
27367λαγαρότηταλα-γα-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.-λογοτ.): διαύγεια, καθαρότητα: (κυρ. μτφ.) η ~ του λόγου/της σκέψης του. Βλ. -ότητα. [< μτγν. λαγαρότης ‘πλαδαρότητα, απαλότητα’]
27368λαγγόναλαγ-γό-να ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. μικρό υδρόβιο πτηνό (επιστ. ονομασ. Phalacrocorax pygmeus) με μαύρο σώμα, καφετί κεφάλι και μακριά ουρά, το οποίο τρέφεται κυρ. με ψάρια. Βλ. κορμοράνος, θαλασσο-, φαλακρο-κόρακας.
27369λαγήνιλα-γή-νι ουσ. (ουδ.) & λαήνι & (σπάν.) λαΐνι & λα(γ)ήνα (η) (λαϊκό): δοχείο νερού ή κρασιού, με στενό στόμιο και δύο χερούλια. Πβ. κανάτι1, κουμάρι1, σταμνί. [< μεσν. λαγήνιν < μτγν. λαγύνιον]
27370λάγιος, ια, ιο λά-γιος επίθ. (λαϊκό): (κυρ. για πρόβατα) μαύρος, σκούρος. [< βλάχικο laiŭ, αλβ. llaje]
27371λαγκάδιλα-γκά-δι ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) λαγκαδιά (η): στενή, συνήθ. δασώδης κοιλάδα. ● ΦΡ.: βουνά και λαγκάδια βλ. βουνό [< μεσν. λαγκάδιν]
27372λαγκεστρέμιαλα-γκε-στρέ-μι-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. γένος φυλλοβόλων θάμνων της τροπικής Ασίας και της Αφρικής (οικογ. Lythraceae, ιδ. τα γένη L. Indica, L. Speciose), με πορφυρά, ροζ ή λευκά πέταλα, οι οποίοι μπορούν να λάβουν τη μορφή δέντρου. [< νεολατ. lagerstroemia < αγγλ. Lagerstroemia, σουηδικό ανθρ. M. Lagerström]
27373λαγνείαλα-γνεί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. έντονη ερωτική επιθυμία, ροπή προς τις σαρκικές απολαύσεις: η ~ του σώματος. Την κοίταξε με ~. Πβ. ηδυπάθεια, φιληδονία. Βλ. τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα. 2. (κατ' επέκτ.) παθολογική λατρεία: η ~ της εξουσίας (= εξουσιο~). Πβ. πάθος. [< 1: αρχ. λαγνεία]
27375λάγνος, α, ο λά-γνος επίθ. (λόγ.) ΣΥΝ. φιλήδονος 1. που εκπέμπει έντονο ερωτισμό: ~α: φωνή. ~ο: βλέμμα/κορμί/χαμόγελο. ~ες: ματιές. Πβ. αισθησιακός, ερωτ-, σεξουαλ-ικός, ηδυπαθής. 2. (για πρόσ.) που επιδίδεται σε ακολασίες, που ρέπει προς τις σαρκικές απολαύσεις. Πβ. σάτυρος. ● επίρρ.: λάγνα [< αρχ. λάγνος ‘φιλήδονος, ακόρεστος’]
27377λαγοκέφαλοςλα-γο-κέ-φα-λος ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) λαγόψαρο (το): ΙΧΘΥΟΛ. τροπικό τοξικό ψάρι (επιστ. ονομασ. Lagocephalus sceleratus) χωρίς λέπια, με ασημένια κοιλιά, γκριζωπή ράχη με σκούρες κηλίδες και δύο δυνατά δόντια σε κάθε γνάθο: εμφάνιση/εξάπλωση του ~ου στο Αιγαίο. Ο ~ μπορεί να προκαλέσει θανατηφόρα δηλητηρίαση.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.