| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 27393 | λαγόχορτο | λα-γό-χορ-το ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. φυτό με κίτρινα άνθη και εδώδιμη ρίζα (επιστ. ονομασ. Tragopogon porrifolius): μαύρο ~. | |
| 27394 | λαγόψαρο | βλ. λαγοκέφαλος | |
| 27395 | λαγωνικό | λα-γω-νι-κό ουσ. (ουδ.) 1. κυνηγόσκυλο ειδικά εκπαιδευμένο για τον εντοπισμό θηραμάτων. Πβ. ζαγάρι, ιχνηλάτης. 2. (μτφ.) πρόσωπο ικανό να ανακαλύπτει και να φέρνει στην επιφάνεια κάτι κρυφό ή/και παράνομο, να διαλευκαίνει σκοτεινές υποθέσεις: τα ~ά της αστυνομίας/δημοσιογραφίας. Πβ. σαΐνι, τζιμάνι. [< 1: μεσν. λαγωνικό 2: γαλλ. limier] | |
| 27396 | λαγωχειλία | λα-γω-χει-λί-α ουσ. (θηλ.) & λαγοχειλία: ΙΑΤΡ. εκ γενετής δυσμορφία που συνίσταται στην ύπαρξη σχισμής στο άνω χείλος της στοματικής κοιλότητας. Πβ. λυκόστομα. ΣΥΝ. χειλεοσχιστία | |
| 27397 | λαγώχειλο | λα-γώ-χει-λο ουσ. (ουδ.) & λαγόχειλο & (λόγ.) λαγώχειλος (το) ΙΑΤΡ. 1. λαγωχειλία. 2. το χείλος που παρουσιάζει αυτή τη δυσμορφία. | |
| 27398 | λαγώχειλος | λα-γώ-χει-λος ουσ. (αρσ.) & λαγόχειλος (παλαιότ.): ΙΑΤΡ. λαγωχειλία ή αυτός που πάσχει από αυτή. [< μτγν. λαγώχειλος] | |
| 27399 | λαδάδικο | λα-δά-δι-κο ουσ. (ουδ.) 1. (αργκό) κατάστημα όπου πωλούνται λάδια αυτοκινήτων και μοτοσικλετών. Βλ. βενζινάδικο, λιπαντήριο. 2. (παλαιότ.-λαϊκό) κατάστημα πώλησης λαδιού. Βλ. -άδικο. | |
| 27401 | λαδανιά | λα-δα-νιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. αρωματικός θάμνος (επιστ. ονομασ. Cistus creticus) με ροζ άνθη και μικρά χνουδωτά φύλλα, από τον οποίο λαμβάνεται το λάδανο και ο οποίος ευδοκιμεί ιδ. στην Κρήτη. Βλ. δίκταμο, φρύγανο. | |
| 27402 | λάδανο | λά-δα-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άνου}: ΒΟΤ. κολλώδης ρητίνη που εκκρίνεται από τη λαδανιά και χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική, την αρωματοποιία, την κοσμετολογία, αλλά και ως λιβάνι· η ίδια η λαδανιά. ΣΥΝ. λάβδανο (1) [< αρχ. λάδανον, αγγλ. la(b)danum] | |
| 27403 | λαδάς | λα-δάς ουσ. (αρσ.) 1. (παλαιότ.-λαϊκό) λαδέμπορος ή/και ελαιοπαραγωγός. 2. λιπαντής. | |
| 27404 | λαδέμπορος | λα-δέ-μπο-ρος ουσ. (αρσ.) & (λαϊκό) λαδέμπορας: έμπορος λαδιού. Βλ. -έμπορος. ΣΥΝ. λαδάς (1) ● ΦΡ.: κατάρα στον λαδέμπορα!: ως έκφρ. αγανάκτησης, οργής. | |
| 27405 | λαδερό | λα-δε-ρό ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. δοχείο λαδιού, κυρ. λιπαντικού. Πβ. ροΐ. ΣΥΝ. λαδικό, λαδωτήρι 2. είδος στόκου για σπατουλάρισμα τοίχων και κουφωμάτων. ● λαδερά (τα): ΜΑΓΕΙΡ. ενν. φαγητά. Βλ. γεμιστά, γίγαντες, ιμάμ, μπριάμ, σπανακόρυζο, τουρλού. | |
| 27406 | λαδερός | , ή, ό λα-δε-ρός επίθ. (προφ.): που έχει μαγειρευτεί με λάδι ή το περιέχει: (ΜΑΓΕΙΡ.) αρακάς ~. Μπάμιες ~ές. Φασολάκια ~ά. ΑΝΤ. αλάδωτος.|| Το φαγητό ήταν πολύ ~ό.|| (σπάν.) ~ή: ουσία (= ελαιώδης, λιπαρή). Βλ. -ερός. [< μεσν. λαδερός] | |
| 27407 | λαδής | , -ιά, -ί λα-δής επίθ. & λαδί {άκλ.}: που έχει το πρασινοκίτρινο χρώμα του λαδιού: ~ιά/~ί: μπλούζα. ~ί: παντελόνι. ● Ουσ.: λαδί (το): το αντίστοιχο χρώμα: σκούρο ~. Πβ. χακί. | |
| 27408 | λάδι | λά-δι ουσ. (ουδ.) {λαδ-ιού | -ιών} 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. λιπαρό υγρό που λαμβάνεται από τον καρπό ιδ. της ελιάς ή άλλων φυτών και χρησιμοποιείται κυρ. ως τροφή: (ελαιόλαδο:) αγνό/αρωματικό/βιολογικό/παρθένο (βλ. αγουρέλαιο)/ραφιναρισμένο ~. ~ και ξίδι (= λαδόξιδο). Αντλία/δοχείο (βλ. λαδερό) ~ιού. Ένας τενεκές ~. Λεκέδες από ~ (= λαδιές). Η οξύτητα του ~ιού. Λιαστές ντομάτες (διατηρημένες) σε ~. Μόλις κάψει το ~ στην κατσαρόλα, ... Ρίχνω ~ στη σαλάτα. Αλείφω το κρέας με ~. Τσιγαρίζουμε τα κρεμμύδια στο ~. Βλ. λαδο-, πυρηνέλαιο.|| (σπορέλαιο:) Μαγειρικό/φυτικό ~. ~ τηγανίσματος. Βλ. βαμβακ-, ηλι-, καλαμποκ-, σησαμ-, σογι-, φοινικ-έλαιο.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Αγιασμένο ~. Βλ. Άγιο Μύρο, ευχέλαιο. 2. (γενικότ.) κάθε παχύρρευστο, εύφλεκτο και αδιάλυτο στο νερό υγρό φυτικής, ζωικής ή ορυκτής προέλευσης, με ποικίλες εφαρμογές, π.χ. στην κοσμετολογία και τη φαρμακευτική, τη λίπανση μηχανών, τον φωτισμό: ~ καρύδας/μαστίχας (= καρυδ-/μαστιχ-έλαιο). Βλ. αιθέρια έλαια.|| (καλλυντικό με ελαιώδη υφή:) Αντηλιακό/βρεφικό/ξηρό ~. ~ σώματος. (Θερμαντικό) ~ για μασάζ.|| ~ φάλαινας/φώκιας. Βλ. ιχθυ-, μουρουν-έλαιο.|| (ως λιπαντικό:) ~ σιλικόνης. (σε όχημα:) Συνθετικά ~ια. Αμορτισέρ/δείκτης/θερμοκρασία/τρόμπα/φίλτρο/ψυγείο ~ιού. Αλλάζω/ελέγχω τα ~ια του αυτοκινήτου. Ο κινητήρας καίει ~ια. Πβ. λιπαντ-, μηχαν-, ορυκτ-έλαιο.|| (ως καύσιμο:) Καλοριφέρ/λάμπα (βλ. παραφινέλαιο) ~ιού. Βλ. πετρέλαιο.|| (ΚΑΛ. ΤΕΧΝ.) Χρώματα ~ιού (= ελαιοχρώματα). 3. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. (προφ.) ελαιογραφία: ~ σε καμβά/μουσαμά/ξύλο/χαρτί/χαρτόνι. ● Υποκ.: λαδάκι (το): στη σημ.1. ● ΣΥΜΠΛ.: χοντρό λάδι (προφ.): μούργα. ● ΦΡ.: βγάζω κάποιον λάδι/κάποιος βγαίνει (/τη βγάζει) λάδι (προφ.): τον γλιτώνω από δύσκολη κατάσταση· απαλλάσσομαι, γλιτώνω, ξεφεύγω χωρίς συνέπειες: Ο δικηγόρος του κατάφερε να τον βγάλει ~.|| Τελικά την έβγαλε ~ (= την έβγαλε καθαρή)., βγάζω σε κάποιον το λάδι (προφ.): τον ταλαιπωρώ, τον παιδεύω πολύ: Μου 'χει βγάλει ~ αυτό το παιδί (= μου 'χει ψήσει το ψάρι στα χείλη)!, ρίχνω λάδι στη φωτιά (μτφ.): οξύνω, υποδαυλίζω μια ήδη τεταμένη κατάσταση: Έριξε ~ ~ με τις δηλώσεις του. [< γαλλ. jeter de l'huile sur le feu] , χάνει λάδια 1. (προφ., για όχημα) έχει διαρροή λαδιών. 2. (αργκό) για κάποιον που δεν συμπεριφέρεται λογικά ή για κάτι που δεν λειτουργεί σωστά: Μη δίνεις σημασία, ο άνθρωπος ~ ~. ΣΥΝ. χάνει στροφές (1), έσβησε το καντήλι του βλ. καντήλι, η θάλασσα είναι λάδι βλ. θάλασσα, μου βγαίνει η πίστη/η Παναγία/η ψυχή/το λάδι βλ. βγαίνω, να σε κάψω Γιάννη (μου), να σ' αλείψω λάδι/μέλι βλ. μέλι, τρεις το λάδι, τρεις το ξίδι, έξι το λαδόξιδο βλ. τρεις, τρεις, τρία [< μεσν. λάδι, γαλλ. huile] | |
| 27409 | λαδιά | λα-διά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. (μτφ.) παράνομη ή ανήθικη πράξη: Έχει γίνει μεγάλη ~. Τις έχει κάνει τις ~ιές του. Πβ. απατεωνιά, απάτη, ατασθαλία, βρομοδουλειά, κομπίνα. 2. λεκές από λάδι ή γενικότ. από λιπαρή ουσία: ~ιές (= κηλίδες λαδιού) στο πουκάμισο. | |
| 27410 | λαδικό | λα-δι-κό ουσ. (ουδ.) (προφ.): μικρό δοχείο λαδιού για λίπανση ή οικιακή χρήση. Πβ. ροΐ. ΣΥΝ. λαδερό (1), λαδωτήρι [< μεσν. λαδικό] | |
| 27411 | λαδίλα | λα-δί-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.): η έντονη και συνήθ. δυσάρεστη μυρωδιά ή γεύση του λαδιού. Πβ. ταγγίλα. Βλ. -ίλα. | |
| 27412 | λαδο- & λαδό- & λαδ- | : α' συνθετικό λέξεων με αναφορά στο λάδι: (ως συστατικό) λαδο-μπογιά/~παστέλ. Πβ. ελαιο-.|| Λαδο-λέμονο (βλ. αβγο-). Λαδό-ξιδο.|| Λαδό-κολλα (βλ. -χαρτο).|| Λαδ-έμπορος.|| Λαδ-ικό. | |
| 27413 | λαδόκολλα | λα-δό-κολ-λα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. -ΖΑΧΑΡ. αντικολλητικό χαρτί ψησίματος φαγητών ή γλυκών: φύλλα ~ας. Ταψί στρωμένο με ~. Πλάθω τα κουλουράκια και τα βάζω στη ~. Βλ. αλουμινόχαρτο.|| (για φαγητό τυλιγμένο και ψημένο σε ~:) Αρνάκι στη ~ (βλ. κλέφτικο). ΣΥΝ. λαδόχαρτο |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ