| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 27414 | λαδολέμονο | λα-δο-λέ-μο-νο ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. μείγμα από ελαιόλαδο και λεμόνι, που χρησιμοποιείται ως καρύκευμα: γαρίδες/χόρτα (με) ~. Σάλτσα ~. Περιχύνω/σερβίρω/συνοδεύω το ψάρι με ~. Αλείφω το κρέας με ~. Μαρινάρουμε τα σαλιγκάρια στο ~. | |
| 27415 | λαδομπογιά | λα-δο-μπο-γιά ουσ. (θηλ.): ελαιόχρωμα: πίνακας ζωγραφισμένος με ~ σε καμβά. Βλ. νερομπογιά. | |
| 27416 | λαδόξιδο | λα-δό-ξι-δο ουσ. (ουδ.) 1. ΜΑΓΕΙΡ. μείγμα από ελαιόλαδο και ξίδι, που χρησιμοποιείται ως καρύκευμα: σάλτσα ~. Σαλάτα με ~. Βουτώ το ψωμί στο ~. Περιχύνετε τα παντζάρια με ~. Πβ. βινεγκρέτ. 2. (συνεκδ.) επιτραπέζιο σετ αποτελούμενο από δύο μικρά μπουκάλια λαδιού και ξιδιού. Βλ. αλατοπίπερο. ● ΦΡ.: τρεις το λάδι, τρεις το ξίδι, έξι το λαδόξιδο βλ. τρεις, τρεις, τρία [< 1: μεσν. λαδόξιδον] | |
| 27417 | λαδόπανο | λα-δό-πα-νο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: λευκό ύφασμα με το οποίο τυλίγουν και σκουπίζουν το μωρό αμέσως μετά το βάπτισμα στην κολυμβήθρα. | |
| 27418 | λαδοπαστέλ | λα-δο-πα-στέλ ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.}: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. παστέλ λαδιού· συνεκδ. έργο ζωγραφισμένο με αυτά: ~ σε χαρτόνι. [< αγγλ. oil pastels] | |
| 27419 | λαδορίγανη | λα-δο-ρί-γα-νη ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. μείγμα από ελαιόλαδο και ρίγανη, που χρησιμοποιείται ως καρύκευμα: κατσικάκι/φέτα/ψωμί στα κάρβουνα (με) ~. | |
| 27420 | λαδοτύρι | λα-δο-τύ-ρι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. παραδοσιακό ελληνικό τυρί, λευκό ή υποκίτρινο, σκληρό, με μικρές τρύπες, αλμυρό, το οποίο παρασκευάζεται κυρ. από πρόβειο γάλα και διατηρείται σε ελαιόλαδο: ~ Μυτιλήνης. Βλ. ΠΟΠ. | |
| 27421 | λαδόχαρτο | λα-δό-χαρ-το ουσ. (ουδ.): λαδόκολλα. Βλ. -χαρτο. | |
| 27422 | λαδόψωμο | λα-δό-ψω-μο ουσ. (ουδ.) 1. ΜΑΓΕΙΡ. ψωμί ζυμωμένο με λάδι. 2. ψωμί βουτηγμένο σε λάδι, κυρ. παλαιότ. ως πρόχειρη τροφή. | |
| 27423 | λάδωμα | λά-δω-μα ουσ. (ουδ.) {λαδώμ-ατος | -ατα} (προφ.) 1. (μτφ.) δωροδοκία: καταγγελίες για ~. ~ατα εκατομμυρίων ευρώ. Πβ. εξαγορά. Βλ. γρηγορόσημο, διαφθορά, λουφές, μίζα, ρουσφέτι, τσέπωμα, φακελάκι. 2. άλειμμα με λάδι: ~ του ταψιού.|| (ΕΚΚΛΗΣ., κατά τη βάπτιση:) ~ το μωρού. 3. επάλειψη με λιπαντικό: ~ της αλυσίδας του ποδηλάτου. Τα γρανάζια θέλουν ~. Πβ. γρασάρισμα, λίπανση. 4. λέκιασμα κυρ. από λάδι: ~ του τραπεζομάντιλου. ● Υποκ.: λαδωματάκι (το) | |
| 27424 | λαδώνω | λα-δώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {λάδω-σα, λαδώ-σει, -θηκε, -θεί, λαδών-οντας, λαδω-μένος} (προφ.) 1. (μτφ.) δωροδοκώ, χρηματίζω: ~σε για να πάρει το δίπλωμα. Υπάλληλος συνελήφθη να ~εται. Πβ. εξαγοράζω, μπουκώνω. 2. αλείφω με λάδι: (σε συνταγές:) ~ετε τα φύλλα μ' ένα πινελάκι. ~μένη: λαμαρίνα/σχάρα.|| (ΕΚΚΛΗΣ., στη βάπτιση:) ~σε το μωρό (ενν. ο παπάς ή ο νονός, με αγιασμένο λάδι). 3. επαλείφω με λιπαντικό: ~ την αλυσίδα/κλειδαριά. Πβ. γρασάρω, λιπαίνω. 4. λερώνω με λάδι ή λιπαρή ουσία: ~θηκε η πετσέτα. ~μένα: πουκάμισα/χέρια. Πβ. λεκιάζω. ● λαδώνουν (για τα μαλλιά): γίνονται λιπαρά: ~μένο: μαλλί (= λιγδιασμένο· πβ. άλουστο, λιπαρό). ● ΣΥΜΠΛ.: λαδωμένος ποντικός βλ. ποντικός ● ΦΡ.: λάδωσε/λίγδωσε τ' άντερο/τ' αντεράκι (κάποιου) βλ. άντερο [< μεσν. λαδώνω] | |
| 27425 | λαδωτήρι | λα-δω-τή-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.): λαδικό, λαδερό. Βλ. -τήρι. | |
| 27426 | ΛΑΕΔ | (η): Λέσχη Αξιωματικών Ενόπλων Δυνάμεων. | |
| 27427 | λαζάνια | λα-ζά-νια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. λαζάνι}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. επίπεδα μακρόστενα ζυμαρικά, σαν λωρίδες: πράσινα ~ στο φούρνο με κιμά/λαχανικά. ~ στον φούρνο. Βλ. ταλιατέλες, φουζίλι. [< μεσν. λαζάνια < ιταλ. lasagna < λατ. *lasania, lasanum < αρχ. λάσανον ‘τρίποδας που υποβαστάζει μια χύτρα’] | |
| 27428 | λαζουλίτης | λα-ζου-λί-της ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) λαζουρίτης: ΟΡΥΚΤ. λάπις λάζουλι. Βλ. -ίτης2. [< γαλλ. lazurite] | |
| 27429 | λαζούρα | λα-ζού-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. {συνηθέστ. στον πληθ.} λεπτό διαφανές στρώμα (φυτικού) χρώματος, που προστίθεται πάνω σε στεγνό χρώμα· συνεκδ. η αντίστοιχη τεχνική: ζωγραφική με ~ες. Τοίχοι βαμμένοι με ~ες. 2. ΤΕΧΝΟΛ. διαφανές βερνίκι ξύλου. Βλ. πατίνα. [< 1: γερμ. Lasur 2: γαλλ. lasure, 1976] | |
| 27430 | λαήνι | βλ. λαγήνι | |
| 27431 | λάθε | βλ. λανθάνω | |
| 27432 | λαθεμένος | , η, ο λα-θε-μέ-νος επίθ. (προφ.): λανθασμένος. ΑΝΤ. αλάθευτος, αλάνθαστος | |
| 27433 | λαθεύω | λα-θεύ-ω ρ. (αμτβ.) {λάθε-ψα, -ψει, -μένος} (προφ.): κάνω λάθος, αστοχώ: Το αισθητήριό/η διαίσθησή/το ένστικτό μου δεν ~ει/δεν έχει ~ψει ποτέ. Αν δεν/μακάρι να/μπορεί και να ~, ... ~ψε στις επιλογές του. Πβ. πέφτω έξω, σφάλλω.|| Δεν ~ψε κι έστειλε την μπάλα στα δίχτυα. [< μεσν. *λαθεύω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ