| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 27434 | λάθος | λά-θος ουσ. (ουδ.) {λάθ-ους | -η, -ών} 1. ό,τι αποκλίνει από αυτό που θεωρείται σωστό και κατ' επέκτ. αποδεκτό, λογικό και αναμενόμενο ή από αυτό που ισχύει στην πραγματικότητα· ακατάλληλη ή ανεπιτυχής ενέργεια, κακή πράξη, παράβαση ή παράλειψη: ακούσιο/ανεπανόρθωτο/ασυγχώρητο/εγκληματικό/επαγγελματικό/μοιραίο/οικτρό/ολέθριο/παιδαριώδες/σοβαρό/στιγμιαίο/τραγικό/χαζό/χοντρό ~. Ιατρικό/λογιστικό/στατιστικό/τεχνικό/τυπογραφικό (πβ. παρόραμα) ~. Γλωσσικά/γραμματικά/εκφραστικά/λεκτικά/ορθογραφικά/συντακτικά/φραστικά ~η (βλ. ακυρολεξία, ασυνταξία, βαρβαρισμός, μαργαριτάρι, σολοικισμός). Επικοινωνιακά/στιλιστικά ~η. ~ από αμέλεια/απερισκεψία/απροσεξία/επιπολαιότητα. ~ εκ παραδρομής. Το μεγαλύτερο ~ της ζωής κάποιου. Ενδεχόμενο/περίπτωση/πιθανότητα ~ους. Αποφυγή/διόρθωση/σωρεία ~ών. Συγγνώμη, (δικό μου) ~! Ήταν ~ μου/προσωπικό μου ~ που ... Με το παραμικρό ~, μου βάζει τις φωνές. Αναγνωρίζω/αρνούμαι/ομολογώ/παραδέχομαι/πληρώνω το ~ μου. Διέπραξε ~η. Υπέπεσε σε πολλά ~η. Μαθαίνουμε από τα ~η μας. Δεν έμαθε από τα ~η του παρελθόντος. Έγιναν ~η στρατηγικής/τακτικής/χειρισμού. Δεν εντοπίστηκαν ~η. Ελέγχω το κείμενο για τυχόν ~η. Πβ. αμάρτημα, αστοχία, ατόπημα, γκάφα, γκέλα, κοτσάνα, ολίσθημα, παράπτωμα, πλάνη1, πλημμέλημα, στραβοτιμονιά, φάλτσο. ΣΥΝ. σφάλμα (1) 2. (ως επίθ.) λανθασμένος: ~ απάντηση (= άστοχη, ΑΝΤ. ορθή)/διεύθυνση/εντύπωση/κίνηση/νούμερο. Σε ~ βάση. ~ άνθρωπος σε ~ θέση. Πήρα ~ λεωφορείο. ΑΝΤ. σωστός (1) 3. (ως επίρρ.) λανθασμένα: Μάλλον κατάλαβα ~. ~ (= εσφαλμένα) το έγραψες. Τι κάνω/μπορεί να πήγε ~ (= στραβά); ● Υποκ.: λαθάκι (το): Βλ. μικρο~. ● ΣΥΜΠΛ.: ανθρώπινο λάθος: για απόδοση ευθυνών σε πρόσωπο: Το δυστύχημα οφείλεται σε ~ ~ και όχι σε μηχανική βλάβη., ανάλυση λαθών/σφαλμάτων βλ. ανάλυση, ερωτήσεις σωστού-λάθους/διαζευκτικής απάντησης βλ. ερώτηση, λάθος/τέρας/έκτρωμα της φύσης βλ. φύση, μήνυμα λάθους/σφάλματος βλ. μήνυμα, περιθώριο σφάλματος/λάθους βλ. περιθώριο ● ΦΡ.: αν δεν κάνω λάθος: έκφρ. μετριασμού της βεβαιότητας για κάτι: ~ ~ (= αν δεν γελιέμαι), ασχολείται με ... Σε είδα χθες, ~ ~. ΣΥΝ. αν δεν απατώμαι, γράψε/γράψτε λάθος & σημειώσατε λάθος (προφ.): έκφρ. παραδοχής σφάλματος: Συγγνώμη, ξέχασα ότι δεν μπορείς/μπορείτε αύριο, ~ ~., κάνω λάθος: σφάλλω: ~εις (μεγάλο) ~ (= απατάσαι) αν νομίζεις πως ... ~ει συνέχεια τα ίδια ~η/το ένα ~ μετά το άλλο. Δεν πειράζει, όλοι ~ουμε ~η. Έκανα ~ στην εκτίμησή μου (= έπεσα έξω)/στην πρόσθεση/στους υπολογισμούς. Μην ~εις το ~ και/να του ξαναμιλήσεις. Πβ. λαθεύω, λανθάνω. Βλ. αλάθητο., κατά λάθος & (λόγ.) εκ λάθους: χωρίς να το θέλει κάποιος: Έσβησα το μήνυμα ~ ~. Πβ. από αβλεψία. ΑΝΤ. εκ προθέσεως, επίτηδες, εσκεμμένα, σκόπιμα., λάθη επί λαθών (λόγ.-εμφατ.): διαδοχικά λάθη: ~ ~ στα τελευταία λεπτά του αγώνα., λάθος εποχή βλ. εποχή, τα λάθη είναι ανθρώπινα/άνθρωποι είμαστε, λάθη κάνουμε βλ. άνθρωπος, χτυπώ λάθος πόρτα βλ. πόρτα [< μτγν. λάθος ‘λήθη’, μεσν. λάθος, γαλλ. erreur, faute] | |
| 27435 | λαθούρι | λα-θού-ρι ουσ. (ουδ.) 1. ΒΟΤ. ποώδες αναρριχητικό φυτό (γένος Lathyrous) της οικογένειας των ψυχανθών· το είδος L. sativus καλλιεργείται ως ζωοτροφή, αλλά και για τα όσπριά του, από τα οποία φτιάχνεται φάβα, ενώ το είδος L. odoratus (μοσχομπίζελο) καλλιεργείται ως καλλωπιστικό. 2. {συνηθέστ. στον πληθ.} (συνεκδ.) φάβα. [< μεσν. λαθούριν < λαθύριον < μτγν. λάθυρος] | |
| 27436 | λάθρα | λά-θρα επίρρ. (λόγ.): κρυφά. [< αρχ. λάθρᾳ] | |
| 27437 | λαθραίος | , α, ο [λαθραῖος] λα-θραί-ος επίθ.: που γίνεται ή μεταφέρεται κρυφά, επειδή είναι παράνομος: ~α: διακίνηση (= λαθροδιακίνηση)/εισαγωγή (ναρκωτικών)/μετανάστευση (= λαθρομετανάστευση). ~ο: εμπόριο (= λαθρεμπόριο)/κυνήγι (= λαθροθηρία).|| ~ο: συνάλλαγμα. ~α: καύσιμα/όπλα. Εντοπίστηκαν/κατασχέθηκαν ~α τσιγάρα.|| ~οι: επιβάτες (= λαθρεπιβάτες).|| (μτφ.) ~ες: ματιές (= κλεφτές). ● Ουσ.: λαθραία (τα) (προφ.): ενν. εμπορεύματα. ● επίρρ.: λαθραία [< αρχ. λαθραῖος ‘μυστικός, κρυφός’] | |
| 27438 | λαθρακρόαση | λα-θρα-κρό-α-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): κρυφή και παράνομη παρακολούθηση συνομιλιών: ηλεκτρονική ~. ~ τηλεφώνων (βλ. κοριός). Πβ. υποκλοπή. | |
| 27439 | λαθραλιεία | λα-θρα-λι-εί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): παράνομο ψάρεμα: μείωση της ιχθυοπανίδας εξαιτίας της ~ας. Βλ. λαθροθηρία, υπεραλίευση. | |
| 27440 | λαθραναγνώστης | λα-θρα-να-γνώ-στης ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. λαθραναγνώστρια} (λόγ.): αυτός που διαβάζει, συνήθ. κρυφά, έντυπο το οποίο ανήκει σε κάποιον άλλο ή χωρίς να το έχει αγοράσει: ~ εφημερίδας. Οι ~ες των περιπτέρων.|| ~ες ενός φόρουμ (: μη εγγεγραμμένα μέλη που έχουν πρόσβαση στο περιεχόμενό του). | |
| 27441 | λαθρανασκαφή | λα-θρα-να-σκα-φή ουσ. (θηλ.) (επίσ.): λαθραία, παράνομη ανασκαφή: προϊόντα ~ής. Συνελήφθησαν για ~ σε αρχαιολογικό χώρο. Βλ. αρχαιοκαπηλία. | |
| 27442 | λαθρεμπορικός | , ή, ό λα-θρε-μπο-ρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το λαθρεμπόριο: ~ή: παράβαση. ~ό: κύκλωμα/σκάφος. [< γαλλ. contrebandier] | |
| 27443 | λαθρεμπόριο | λα-θρε-μπό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) & (επίσ.) λαθρεμπορία (η): εμπόριο αγαθών ή γενικότ. ειδών για τα οποία υπάρχει νομική απαγόρευση ή για τα οποία δεν έχουν καταβληθεί οι απαραίτητοι δασμοί: ~ ανθρωπίνων οργάνων/αρχαιοτήτων/ναρκωτικών. ~ καυσίμων/όπλων/τσιγάρων. Πλοία/Τμήμα Δίωξης Λ~ου. Πβ. κοντραμπάντο. Βλ. νηοψία.|| ~ μεταναστών. Βλ. -εμπόριο. [< γαλλ. contrebande] | |
| 27444 | λαθρέμπορος | λα-θρέ-μπο-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -όρου | συνηθέστ. στον πληθ.} & (λαϊκό) λαθρέμπορας: αυτός που κάνει λαθρεμπόριο: ~οι καυσίμων/ναρκωτικών/όπλων. Εξαρθρώθηκε δίκτυο/κύκλωμα/σπείρα ~όρων. Βλ. λαθροδιακινητής, -έμπορος. [< γαλλ. contrebandier] | |
| 27445 | λαθρεπιβάτης | λα-θρε-πι-βά-της ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. λαθρεπιβάτισσα}: επιβάτης που ταξιδεύει ή μετακινείται κρυφά ή/και παράνομα, δηλ. χωρίς εισιτήριο ή διαβατήριο: ~ σε πλοίο. ~ες των ΜΜΜ. | |
| 27446 | λαθρεπιβίβαση | λα-θρε-πι-βί-βα-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): επιβίβαση σε μέσο μαζικής μεταφοράς χωρίς καταβολή του απαιτούμενου κομίστρου: ~ στις αστικές συγκοινωνίες. Βλ. εισιτηριοδιαφυγή. | |
| 27447 | λαθρο- & λαθρό- & λαθρ- | (λόγ.): πρόθημα λέξεων που αναφέρονται σε κρυφή ή παράνομη ενέργεια: λαθρο-κυνηγός (πβ. -θήρας)/~μετανάστης. Λαθρο-χειρία. Λαθρό-βιος. Λαθρ-ανασκαφή/~εμπόριο/~επιβάτης. Βλ. κλεψι-, κρυπτο-. | |
| 27448 | λαθρόβιος | , α, ο λα-θρό-βι-ος επίθ./ουσ. (λόγ.) 1. (μτφ.) που έχει χαμηλή αναγνωσιμότητα, ακροαματικότητα, τηλεθέαση ή επισκεψιμότητα και συνήθ. αδιαφανείς πόρους: ~α: έντυπα/κανάλια. 2. που ζει με παράνομα έσοδα. 3. που ζει χωρίς να επιδιώκει την προβολή, διαφεύγοντας την προσοχή των άλλων: Ήταν αποστασιοποιημένος, ολιγαρκής, σχεδόν ~. Πβ. αποκομμένος, απομονωμένος. Βλ. λάθε βιώσας, -βιος. ● επίρρ.: λαθρόβια | |
| 27449 | λαθροβίωση | λα-θρο-βί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-λόγ.) σκόπιμη και σημαντική επιβράδυνση μιας διαδικασίας: ~ του διαλόγου/των συνομιλιών. 2. ΒΙΟΛ. κατάσταση κατώτερων οργανισμών, μονοκύτταρων ή πολυκύτταρων, κατά την οποία όλες οι λειτουργίες τους μειώνονται στο ελάχιστο, χωρίς, ωστόσο, την απώλεια της ζωής τους. | |
| 58686 | λαθροδιακίνηση | λα-θρο-δι-α-κί-νη-ση ουσ. (θηλ.): λαθραία διακίνηση. | |
| 27450 | λαθροδιακινητής | λα-θρο-δι-α-κι-νη-τής ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: πρόσωπο που μεταφέρει σε μια χώρα, με φορτηγό, Ι.Χ. ή πλεούμενο, λαθρομετανάστες: σύλληψη ~ών. Βλ. λαθρέμπορος, συνοριοφύλακας. | |
| 27451 | λαθροθήρας | λα-θρο-θή-ρας ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (επίσ.): αυτός που λαθροθηρεί. Βλ. θηροφύλακας, -θήρας. ΣΥΝ. λαθροκυνηγός [< γαλλ. braconnier] | |
| 27452 | λαθροθηρία | λα-θρο-θη-ρί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): κυνήγι με παράνομα μέσα ή σε απαγορευμένες ζώνες, μέρες και ώρες ή εκτός κυνηγετικής περιόδου ή κάρπωση μεγαλύτερου αριθμού θηραμάτων από όσα επιτρέπονται την ημέρα: ανεξέλεγκτη ~. ~ ελαφιών/λαγών/της πέρδικας. Βλ. δασοφύλαξη, ΕΚΠΑΖΠ, θηροφυλακή, -θηρία, λαθραλιεία. [< γαλλ. braconnage] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ