| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 27418 | λαδοπαστέλ | λα-δο-πα-στέλ ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.}: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. παστέλ λαδιού· συνεκδ. έργο ζωγραφισμένο με αυτά: ~ σε χαρτόνι. [< αγγλ. oil pastels] | |
| 27419 | λαδορίγανη | λα-δο-ρί-γα-νη ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. μείγμα από ελαιόλαδο και ρίγανη, που χρησιμοποιείται ως καρύκευμα: κατσικάκι/φέτα/ψωμί στα κάρβουνα (με) ~. | |
| 27420 | λαδοτύρι | λα-δο-τύ-ρι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. παραδοσιακό ελληνικό τυρί, λευκό ή υποκίτρινο, σκληρό, με μικρές τρύπες, αλμυρό, το οποίο παρασκευάζεται κυρ. από πρόβειο γάλα και διατηρείται σε ελαιόλαδο: ~ Μυτιλήνης. Βλ. ΠΟΠ. | |
| 27421 | λαδόχαρτο | λα-δό-χαρ-το ουσ. (ουδ.): λαδόκολλα. Βλ. -χαρτο. | |
| 27422 | λαδόψωμο | λα-δό-ψω-μο ουσ. (ουδ.) 1. ΜΑΓΕΙΡ. ψωμί ζυμωμένο με λάδι. 2. ψωμί βουτηγμένο σε λάδι, κυρ. παλαιότ. ως πρόχειρη τροφή. | |
| 27423 | λάδωμα | λά-δω-μα ουσ. (ουδ.) {λαδώμ-ατος | -ατα} (προφ.) 1. (μτφ.) δωροδοκία: καταγγελίες για ~. ~ατα εκατομμυρίων ευρώ. Πβ. εξαγορά. Βλ. γρηγορόσημο, διαφθορά, λουφές, μίζα, ρουσφέτι, τσέπωμα, φακελάκι. 2. άλειμμα με λάδι: ~ του ταψιού.|| (ΕΚΚΛΗΣ., κατά τη βάπτιση:) ~ το μωρού. 3. επάλειψη με λιπαντικό: ~ της αλυσίδας του ποδηλάτου. Τα γρανάζια θέλουν ~. Πβ. γρασάρισμα, λίπανση. 4. λέκιασμα κυρ. από λάδι: ~ του τραπεζομάντιλου. ● Υποκ.: λαδωματάκι (το) | |
| 27424 | λαδώνω | λα-δώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {λάδω-σα, λαδώ-σει, -θηκε, -θεί, λαδών-οντας, λαδω-μένος} (προφ.) 1. (μτφ.) δωροδοκώ, χρηματίζω: ~σε για να πάρει το δίπλωμα. Υπάλληλος συνελήφθη να ~εται. Πβ. εξαγοράζω, μπουκώνω. 2. αλείφω με λάδι: (σε συνταγές:) ~ετε τα φύλλα μ' ένα πινελάκι. ~μένη: λαμαρίνα/σχάρα.|| (ΕΚΚΛΗΣ., στη βάπτιση:) ~σε το μωρό (ενν. ο παπάς ή ο νονός, με αγιασμένο λάδι). 3. επαλείφω με λιπαντικό: ~ την αλυσίδα/κλειδαριά. Πβ. γρασάρω, λιπαίνω. 4. λερώνω με λάδι ή λιπαρή ουσία: ~θηκε η πετσέτα. ~μένα: πουκάμισα/χέρια. Πβ. λεκιάζω. ● λαδώνουν (για τα μαλλιά): γίνονται λιπαρά: ~μένο: μαλλί (= λιγδιασμένο· πβ. άλουστο, λιπαρό). ● ΣΥΜΠΛ.: λαδωμένος ποντικός βλ. ποντικός ● ΦΡ.: λάδωσε/λίγδωσε τ' άντερο/τ' αντεράκι (κάποιου) βλ. άντερο [< μεσν. λαδώνω] | |
| 27425 | λαδωτήρι | λα-δω-τή-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.): λαδικό, λαδερό. Βλ. -τήρι. | |
| 27426 | ΛΑΕΔ | (η): Λέσχη Αξιωματικών Ενόπλων Δυνάμεων. | |
| 27427 | λαζάνια | λα-ζά-νια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. λαζάνι}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. επίπεδα μακρόστενα ζυμαρικά, σαν λωρίδες: πράσινα ~ στο φούρνο με κιμά/λαχανικά. ~ στον φούρνο. Βλ. ταλιατέλες, φουζίλι. [< μεσν. λαζάνια < ιταλ. lasagna < λατ. *lasania, lasanum < αρχ. λάσανον ‘τρίποδας που υποβαστάζει μια χύτρα’] | |
| 27428 | λαζουλίτης | λα-ζου-λί-της ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) λαζουρίτης: ΟΡΥΚΤ. λάπις λάζουλι. Βλ. -ίτης2. [< γαλλ. lazurite] | |
| 27429 | λαζούρα | λα-ζού-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. {συνηθέστ. στον πληθ.} λεπτό διαφανές στρώμα (φυτικού) χρώματος, που προστίθεται πάνω σε στεγνό χρώμα· συνεκδ. η αντίστοιχη τεχνική: ζωγραφική με ~ες. Τοίχοι βαμμένοι με ~ες. 2. ΤΕΧΝΟΛ. διαφανές βερνίκι ξύλου. Βλ. πατίνα. [< 1: γερμ. Lasur 2: γαλλ. lasure, 1976] | |
| 27430 | λαήνι | βλ. λαγήνι | |
| 27431 | λάθε | βλ. λανθάνω | |
| 27432 | λαθεμένος | , η, ο λα-θε-μέ-νος επίθ. (προφ.): λανθασμένος. ΑΝΤ. αλάθευτος, αλάνθαστος | |
| 27433 | λαθεύω | λα-θεύ-ω ρ. (αμτβ.) {λάθε-ψα, -ψει, -μένος} (προφ.): κάνω λάθος, αστοχώ: Το αισθητήριό/η διαίσθησή/το ένστικτό μου δεν ~ει/δεν έχει ~ψει ποτέ. Αν δεν/μακάρι να/μπορεί και να ~, ... ~ψε στις επιλογές του. Πβ. πέφτω έξω, σφάλλω.|| Δεν ~ψε κι έστειλε την μπάλα στα δίχτυα. [< μεσν. *λαθεύω] | |
| 27434 | λάθος | λά-θος ουσ. (ουδ.) {λάθ-ους | -η, -ών} 1. ό,τι αποκλίνει από αυτό που θεωρείται σωστό και κατ' επέκτ. αποδεκτό, λογικό και αναμενόμενο ή από αυτό που ισχύει στην πραγματικότητα· ακατάλληλη ή ανεπιτυχής ενέργεια, κακή πράξη, παράβαση ή παράλειψη: ακούσιο/ανεπανόρθωτο/ασυγχώρητο/εγκληματικό/επαγγελματικό/μοιραίο/οικτρό/ολέθριο/παιδαριώδες/σοβαρό/στιγμιαίο/τραγικό/χαζό/χοντρό ~. Ιατρικό/λογιστικό/στατιστικό/τεχνικό/τυπογραφικό (πβ. παρόραμα) ~. Γλωσσικά/γραμματικά/εκφραστικά/λεκτικά/ορθογραφικά/συντακτικά/φραστικά ~η (βλ. ακυρολεξία, ασυνταξία, βαρβαρισμός, μαργαριτάρι, σολοικισμός). Επικοινωνιακά/στιλιστικά ~η. ~ από αμέλεια/απερισκεψία/απροσεξία/επιπολαιότητα. ~ εκ παραδρομής. Το μεγαλύτερο ~ της ζωής κάποιου. Ενδεχόμενο/περίπτωση/πιθανότητα ~ους. Αποφυγή/διόρθωση/σωρεία ~ών. Συγγνώμη, (δικό μου) ~! Ήταν ~ μου/προσωπικό μου ~ που ... Με το παραμικρό ~, μου βάζει τις φωνές. Αναγνωρίζω/αρνούμαι/ομολογώ/παραδέχομαι/πληρώνω το ~ μου. Διέπραξε ~η. Υπέπεσε σε πολλά ~η. Μαθαίνουμε από τα ~η μας. Δεν έμαθε από τα ~η του παρελθόντος. Έγιναν ~η στρατηγικής/τακτικής/χειρισμού. Δεν εντοπίστηκαν ~η. Ελέγχω το κείμενο για τυχόν ~η. Πβ. αμάρτημα, αστοχία, ατόπημα, γκάφα, γκέλα, κοτσάνα, ολίσθημα, παράπτωμα, πλάνη1, πλημμέλημα, στραβοτιμονιά, φάλτσο. ΣΥΝ. σφάλμα (1) 2. (ως επίθ.) λανθασμένος: ~ απάντηση (= άστοχη, ΑΝΤ. ορθή)/διεύθυνση/εντύπωση/κίνηση/νούμερο. Σε ~ βάση. ~ άνθρωπος σε ~ θέση. Πήρα ~ λεωφορείο. ΑΝΤ. σωστός (1) 3. (ως επίρρ.) λανθασμένα: Μάλλον κατάλαβα ~. ~ (= εσφαλμένα) το έγραψες. Τι κάνω/μπορεί να πήγε ~ (= στραβά); ● Υποκ.: λαθάκι (το): Βλ. μικρο~. ● ΣΥΜΠΛ.: ανθρώπινο λάθος: για απόδοση ευθυνών σε πρόσωπο: Το δυστύχημα οφείλεται σε ~ ~ και όχι σε μηχανική βλάβη., ανάλυση λαθών/σφαλμάτων βλ. ανάλυση, ερωτήσεις σωστού-λάθους/διαζευκτικής απάντησης βλ. ερώτηση, λάθος/τέρας/έκτρωμα της φύσης βλ. φύση, μήνυμα λάθους/σφάλματος βλ. μήνυμα, περιθώριο σφάλματος/λάθους βλ. περιθώριο ● ΦΡ.: αν δεν κάνω λάθος: έκφρ. μετριασμού της βεβαιότητας για κάτι: ~ ~ (= αν δεν γελιέμαι), ασχολείται με ... Σε είδα χθες, ~ ~. ΣΥΝ. αν δεν απατώμαι, γράψε/γράψτε λάθος & σημειώσατε λάθος (προφ.): έκφρ. παραδοχής σφάλματος: Συγγνώμη, ξέχασα ότι δεν μπορείς/μπορείτε αύριο, ~ ~., κάνω λάθος: σφάλλω: ~εις (μεγάλο) ~ (= απατάσαι) αν νομίζεις πως ... ~ει συνέχεια τα ίδια ~η/το ένα ~ μετά το άλλο. Δεν πειράζει, όλοι ~ουμε ~η. Έκανα ~ στην εκτίμησή μου (= έπεσα έξω)/στην πρόσθεση/στους υπολογισμούς. Μην ~εις το ~ και/να του ξαναμιλήσεις. Πβ. λαθεύω, λανθάνω. Βλ. αλάθητο., κατά λάθος & (λόγ.) εκ λάθους: χωρίς να το θέλει κάποιος: Έσβησα το μήνυμα ~ ~. Πβ. από αβλεψία. ΑΝΤ. εκ προθέσεως, επίτηδες, εσκεμμένα, σκόπιμα., λάθη επί λαθών (λόγ.-εμφατ.): διαδοχικά λάθη: ~ ~ στα τελευταία λεπτά του αγώνα., λάθος εποχή βλ. εποχή, τα λάθη είναι ανθρώπινα/άνθρωποι είμαστε, λάθη κάνουμε βλ. άνθρωπος, χτυπώ λάθος πόρτα βλ. πόρτα [< μτγν. λάθος ‘λήθη’, μεσν. λάθος, γαλλ. erreur, faute] | |
| 27435 | λαθούρι | λα-θού-ρι ουσ. (ουδ.) 1. ΒΟΤ. ποώδες αναρριχητικό φυτό (γένος Lathyrous) της οικογένειας των ψυχανθών· το είδος L. sativus καλλιεργείται ως ζωοτροφή, αλλά και για τα όσπριά του, από τα οποία φτιάχνεται φάβα, ενώ το είδος L. odoratus (μοσχομπίζελο) καλλιεργείται ως καλλωπιστικό. 2. {συνηθέστ. στον πληθ.} (συνεκδ.) φάβα. [< μεσν. λαθούριν < λαθύριον < μτγν. λάθυρος] | |
| 27436 | λάθρα | λά-θρα επίρρ. (λόγ.): κρυφά. [< αρχ. λάθρᾳ] | |
| 27437 | λαθραίος | , α, ο [λαθραῖος] λα-θραί-ος επίθ.: που γίνεται ή μεταφέρεται κρυφά, επειδή είναι παράνομος: ~α: διακίνηση (= λαθροδιακίνηση)/εισαγωγή (ναρκωτικών)/μετανάστευση (= λαθρομετανάστευση). ~ο: εμπόριο (= λαθρεμπόριο)/κυνήγι (= λαθροθηρία).|| ~ο: συνάλλαγμα. ~α: καύσιμα/όπλα. Εντοπίστηκαν/κατασχέθηκαν ~α τσιγάρα.|| ~οι: επιβάτες (= λαθρεπιβάτες).|| (μτφ.) ~ες: ματιές (= κλεφτές). ● Ουσ.: λαθραία (τα) (προφ.): ενν. εμπορεύματα. ● επίρρ.: λαθραία [< αρχ. λαθραῖος ‘μυστικός, κρυφός’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ