Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [28160-28180]

IDΛήμμαΕρμηνεία
27438λαθρακρόασηλα-θρα-κρό-α-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): κρυφή και παράνομη παρακολούθηση συνομιλιών: ηλεκτρονική ~. ~ τηλεφώνων (βλ. κοριός). Πβ. υποκλοπή.
27439λαθραλιείαλα-θρα-λι-εί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): παράνομο ψάρεμα: μείωση της ιχθυοπανίδας εξαιτίας της ~ας. Βλ. λαθροθηρία, υπεραλίευση.
27440λαθραναγνώστηςλα-θρα-να-γνώ-στης ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. λαθραναγνώστρια} (λόγ.): αυτός που διαβάζει, συνήθ. κρυφά, έντυπο το οποίο ανήκει σε κάποιον άλλο ή χωρίς να το έχει αγοράσει: ~ εφημερίδας. Οι ~ες των περιπτέρων.|| ~ες ενός φόρουμ (: μη εγγεγραμμένα μέλη που έχουν πρόσβαση στο περιεχόμενό του).
27441λαθρανασκαφήλα-θρα-να-σκα-φή ουσ. (θηλ.) (επίσ.): λαθραία, παράνομη ανασκαφή: προϊόντα ~ής. Συνελήφθησαν για ~ σε αρχαιολογικό χώρο. Βλ. αρχαιοκαπηλία.
27442λαθρεμπορικός, ή, ό λα-θρε-μπο-ρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το λαθρεμπόριο: ~ή: παράβαση. ~ό: κύκλωμα/σκάφος. [< γαλλ. contrebandier]
27443λαθρεμπόριολα-θρε-μπό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) & (επίσ.) λαθρεμπορία (η): εμπόριο αγαθών ή γενικότ. ειδών για τα οποία υπάρχει νομική απαγόρευση ή για τα οποία δεν έχουν καταβληθεί οι απαραίτητοι δασμοί: ~ ανθρωπίνων οργάνων/αρχαιοτήτων/ναρκωτικών. ~ καυσίμων/όπλων/τσιγάρων. Πλοία/Τμήμα Δίωξης Λ~ου. Πβ. κοντραμπάντο. Βλ. νηοψία.|| ~ μεταναστών. Βλ. -εμπόριο. [< γαλλ. contrebande]
27444λαθρέμποροςλα-θρέ-μπο-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -όρου | συνηθέστ. στον πληθ.} & (λαϊκό) λαθρέμπορας: αυτός που κάνει λαθρεμπόριο: ~οι καυσίμων/ναρκωτικών/όπλων. Εξαρθρώθηκε δίκτυο/κύκλωμα/σπείρα ~όρων. Βλ. λαθροδιακινητής, -έμπορος. [< γαλλ. contrebandier]
27445λαθρεπιβάτηςλα-θρε-πι-βά-της ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. λαθρεπιβάτισσα}: επιβάτης που ταξιδεύει ή μετακινείται κρυφά ή/και παράνομα, δηλ. χωρίς εισιτήριο ή διαβατήριο: ~ σε πλοίο. ~ες των ΜΜΜ.
27446λαθρεπιβίβασηλα-θρε-πι-βί-βα-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): επιβίβαση σε μέσο μαζικής μεταφοράς χωρίς καταβολή του απαιτούμενου κομίστρου: ~ στις αστικές συγκοινωνίες. Βλ. εισιτηριοδιαφυγή.
27447λαθρο- & λαθρό- & λαθρ-(λόγ.): πρόθημα λέξεων που αναφέρονται σε κρυφή ή παράνομη ενέργεια: λαθρο-κυνηγός (πβ. -θήρας)/~μετανάστης. Λαθρο-χειρία. Λαθρό-βιος. Λαθρ-ανασκαφή/~εμπόριο/~επιβάτης. Βλ. κλεψι-, κρυπτο-.
27448λαθρόβιος, α, ο λα-θρό-βι-ος επίθ./ουσ. (λόγ.) 1. (μτφ.) που έχει χαμηλή αναγνωσιμότητα, ακροαματικότητα, τηλεθέαση ή επισκεψιμότητα και συνήθ. αδιαφανείς πόρους: ~α: έντυπα/κανάλια. 2. που ζει με παράνομα έσοδα. 3. που ζει χωρίς να επιδιώκει την προβολή, διαφεύγοντας την προσοχή των άλλων: Ήταν αποστασιοποιημένος, ολιγαρκής, σχεδόν ~. Πβ. αποκομμένος, απομονωμένος. Βλ. λάθε βιώσας, -βιος. ● επίρρ.: λαθρόβια
27449λαθροβίωσηλα-θρο-βί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-λόγ.) σκόπιμη και σημαντική επιβράδυνση μιας διαδικασίας: ~ του διαλόγου/των συνομιλιών. 2. ΒΙΟΛ. κατάσταση κατώτερων οργανισμών, μονοκύτταρων ή πολυκύτταρων, κατά την οποία όλες οι λειτουργίες τους μειώνονται στο ελάχιστο, χωρίς, ωστόσο, την απώλεια της ζωής τους.
58686λαθροδιακίνησηλα-θρο-δι-α-κί-νη-ση ουσ. (θηλ.): λαθραία διακίνηση.
27450λαθροδιακινητήςλα-θρο-δι-α-κι-νη-τής ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: πρόσωπο που μεταφέρει σε μια χώρα, με φορτηγό, Ι.Χ. ή πλεούμενο, λαθρομετανάστες: σύλληψη ~ών. Βλ. λαθρέμπορος, συνοριοφύλακας.
27451λαθροθήραςλα-θρο-θή-ρας ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (επίσ.): αυτός που λαθροθηρεί. Βλ. θηροφύλακας, -θήρας. ΣΥΝ. λαθροκυνηγός [< γαλλ. braconnier]
27452λαθροθηρίαλα-θρο-θη-ρί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): κυνήγι με παράνομα μέσα ή σε απαγορευμένες ζώνες, μέρες και ώρες ή εκτός κυνηγετικής περιόδου ή κάρπωση μεγαλύτερου αριθμού θηραμάτων από όσα επιτρέπονται την ημέρα: ανεξέλεγκτη ~. ~ ελαφιών/λαγών/της πέρδικας. Βλ. δασοφύλαξη, ΕΚΠΑΖΠ, θηροφυλακή, -θηρία, λαθραλιεία. [< γαλλ. braconnage]
27453λαθροθηρώ[λαθροθηρῶ] λα-θρο-θη-ρώ ρ. (αμτβ.) (επίσ.): επιδίδομαι σε λαθροθηρία: Συνελήφθη να ~εί σε απαγορευμένη περιοχή. [< γαλλ. braconner]
27454λαθροκυνηγόςλα-θρο-κυ-νη-γός ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: λαθροθήρας.
27455λαθρομετανάστευσηλα-θρο-με-τα-νά-στευ-ση ουσ. (θηλ.): μετανάστευση, η οποία γίνεται χωρίς τις νόμιμες διαδικασίες και τα απαραίτητα έγγραφα: αντιμετώπιση/καταπολέμηση/πάταξη της ~ης. ~ μέσω θαλάσσης. Βλ. ασύμμετρη απειλή, λαθροδιακινητής, συνοριοφύλακας.
27456λαθρομεταναστευτικός, ή, ό λα-θρο-με-τα-να-στευ-τι-κός (επίθ.): που σχετίζεται με τη λαθρομετανάστευση ή με τον λαθρομετανάστη.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.