Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [28160-28180]

IDΛήμμαΕρμηνεία
27453λαθροθηρώ[λαθροθηρῶ] λα-θρο-θη-ρώ ρ. (αμτβ.) (επίσ.): επιδίδομαι σε λαθροθηρία: Συνελήφθη να ~εί σε απαγορευμένη περιοχή. [< γαλλ. braconner]
27454λαθροκυνηγόςλα-θρο-κυ-νη-γός ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: λαθροθήρας.
27455λαθρομετανάστευσηλα-θρο-με-τα-νά-στευ-ση ουσ. (θηλ.): μετανάστευση, η οποία γίνεται χωρίς τις νόμιμες διαδικασίες και τα απαραίτητα έγγραφα: αντιμετώπιση/καταπολέμηση/πάταξη της ~ης. ~ μέσω θαλάσσης. Βλ. ασύμμετρη απειλή, λαθροδιακινητής, συνοριοφύλακας.
27456λαθρομεταναστευτικός, ή, ό λα-θρο-με-τα-να-στευ-τι-κός (επίθ.): που σχετίζεται με τη λαθρομετανάστευση ή με τον λαθρομετανάστη.
27457λαθρομετανάστηςλα-θρο-με-τα-νά-στης ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ. | σπάν. θηλ. λαθρομετανάστρια}: μετανάστης που παραμένει σε μια χώρα χωρίς νόμιμα δικαιολογητικά: οικονομικοί ~ες. Απέλαση/απόβαση/διακίνηση/είσοδος/επαναπατρισμός/κύκλωμα διακίνησης/νομιμοποίηση/περισυλλογή/σύλληψη ~ών. Βλ. πράσινη κάρτα.
27458λαθροϋλοτομίαλα-θρο-ϋ-λο-το-μί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.) & λαθροϋλοτόμηση: παράνομη υλοτομία: ~ και εκχερσώσεις. Βλ. αποδάσωση, αποψίλωση.
27459λαθροχειρίαλα-θρο-χει-ρί-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): παράνομη ιδιοποίηση, υπεξαίρεση· γενικότ. αλλοίωση, παραποίηση: ~ ... χιλιάδων ευρώ. Πβ. κλοπή, υφαρπαγή.|| ~ κατά την ψηφοφορία/στον διαγωνισμό. ~ες με το πετρέλαιο θέρμανσης. Πβ. νοθεία. [< γαλλ. escamotage]
27460λάιβλά-ιβ επίθ. {άκλ.}: για κάτι που γίνεται μπροστά σε κοινό ή/και μεταδίδεται απευθείας, τη στιγμή που συμβαίνει: ~ εκτέλεση κομματιού (ΑΝΤ. ηχογραφημένη σε στούντιο)/εμφανίσεις (συγκροτήματος)/συνέντευξη (ΑΝΤ. μαγνητοσκοπημένη). Κέντρο με ~ μουσική (: από ορχήστρα, όχι από σιντί). ΣΥΝ. ζωντανός.|| (ως επίρρ., για τραγουδιστή:) Τον έχεις ακούσει/δει ~;|| (ως ουσ.) Βίντεο από το τελευταίο τους ~ (= συναυλία). [< αγγλ. live, 1934]
27461λαίδηλαί-δη ουσ. (θηλ.) 1. (στη Μεγάλη Βρετανία) γυναικείος τίτλος ευγενείας· η σύζυγος του λόρδου. Βλ. μιλέδη. 2. (μτφ.-συχνά ειρων.) γυναίκα που εμπνέει τον σεβασμό για το ήθος, την πορεία της σε κάποιον χώρο ή/και την αριστοκρατικότητά της. Πβ. κυρία. [< αγγλ. lady]
27462λάικλά-ικ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (αργκό του διαδικτύου): μου είναι αρεστό, μου αρέσει: μου έκανε ~. [< αγγλ. like]
27463λαϊκάντζαλα-ϊ-κά-ντζα ουσ. (θηλ.) (προφ., για πρόσ.): λαϊκούρα. Πβ. δευτεράντζα. Βλ. -άντζα.
27464λαϊκατζήςλα-ϊ-κα-τζής ουσ. (αρσ.) (προφ.): έμπορος λαϊκής αγοράς.
27465λαϊκίζωλα-ϊ-κί-ζω ρ. (αμτβ.) {λαΐκι-σε, λαϊκί-σει, λαϊκίζ-οντας, λόγ. μτχ. -ων, -ουσα, -ον}: υιοθετώ την τακτική του λαϊκισμού: Κατηγόρησε την αντιπολίτευση ότι ~ει ασύστολα. Κόμμα που προσπαθεί, ~οντας, να κερδίσει ψήφους. ~ουσα: δημοσιογραφία. ~οντες: πολιτικοί. Πβ. δημαγωγώ. Βλ. συνθηματολογώ.
27466λαϊκισμόςλα-ϊ-κι-σμός ουσ. (αρσ.): πολιτική πρακτική παραπλάνησης, κολακείας και εφησυχασμού του λαού καθώς και παροχής διευκολύνσεων, με στόχο την καθοδήγηση και χειραγώγησή του: ακραίος/άκρατος/ανέξοδος/εθνικιστικός (βλ. φασισμός)/έσχατος/προεκλογικός/τηλεοπτικός/φτηνός/χυδαίος ~. Η τακτική του ~ού. Πβ. δημαγωγία. Βλ. εθνοσωτήρας, μικροκομματ-, πολιτικαντ-ισμός, πατριδοκαπηλία, παροχο-, συνθηματο-λογία, πελατειακές σχέσεις. [< γερμ. Populismus, αγγλ. populism, γαλλ. populisme, 1912]
27467λαϊκιστήςλα-ϊ-κι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. λαϊκίστρια}: αυτός που λαϊκίζει. Πβ. δημαγωγός, λαοπλάνος. Βλ. ελιτιστής.|| (ως επίθ.) ~ δημοσιογράφος/ηγέτης/πολιτικός. [< γερμ. Populist, αγγλ. populist, γαλλ. populiste, 1907]
27468λαϊκιστίλα-ϊ-κι-στί επίρρ. (ειρων.): στην απλή γλώσσα του λαού. Βλ. -ιστί.
27469λαϊκίστικος, η, ο λα-ϊ-κί-στι-κος επίθ. & λαϊκιστικός, ή, ό: που σχετίζεται με τον λαϊκισμό: ~η: ιδεολογία/πολιτική. ~ες: απόψεις/δηλώσεις. ~α: επιχειρήματα/κόμματα/μέτρα/συνθήματα. Πβ. δημαγωγικός. Βλ. -ίστικος. ● επίρρ.: λαϊκίστικα [< γερμ. populistisch, αγγλ. populistic, γαλλ. populiste, 1907]
27470λαϊκομετωπικός, ή, ό λα-ϊ-κο-με-τω-πι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με το λαϊκό μέτωπο: ~ή: κυβέρνηση/πολιτική.
27471λαϊκοποίησηλα-ϊ-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): διαδικασία με την οποία κάτι γίνεται προσιτό στον κόσμο· το αντίστοιχο αποτέλεσμα: ~ της κουλτούρας. Πβ. απλούστευση, εκλαΐκευση.|| ~ της Εκκλησίας (= εκκοσμίκευση). Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. popularization]
27472λαϊκοπόπλα-ϊ-κο-πόπ ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.} (μειωτ.): δημοφιλής εμπορική ελληνική μουσική, που συνδυάζει λαϊκά και ποπ στοιχεία: (κ. ως επίθ.) ~ κομμάτια/σουξέ. Βλ. βλαχομπαρόκ, ηλεκτροπόπ.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.