Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58830 εγγραφές  [2800-2820]

IDΛήμμαΕρμηνεία
1839ακρομεγαλία[ἀκρομεγαλία] α-κρο-με-γα-λί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χρόνια πάθηση ατόμων μετά την εφηβεία, που χαρακτηρίζεται από υπερτροφία των ποδιών, των χεριών και της μύτης, λόγω υπερέκκρισης της αυξητικής ορμόνης. Βλ. γιγαντισμός. ΣΥΝ. μεγαλακρία [< γαλλ. acromégalie, αγγλ. acromegaly]
1840ακρομόλιο[ἀκρομόλιο] α-κρο-μό-λι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} & (σπάν.) ακρομόλι: το άκρο του μόλου ή του κυματοθραύστη προς την ανοιχτή θάλασσα: ~ του λιμανιού/του λιμενοβραχίονα.
1841ακρόμπαρο[ἀκρόμπαρο] α-κρό-μπα-ρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. εξάρτημα προσαρμοσμένο στην μπάρα του τιμονιού που μεταφέρει τις κινήσεις της στους τροχούς: αλλαγή δεξιού ~ου. Εξολκέας/ρυθμιστής ~ων.
1842άκρονβλ. άκρο
1843ακροπατώ[ἀκροπατῶ] α-κρο-πα-τώ ρ. (αμτβ.) {συνήθ. στη μτχ. ακροπατώντας} (λόγ.): περπατώ στις μύτες των ποδιών: Έφυγε αθόρυβα ~ώντας (= ακροποδητί).|| (μτφ.) ~ούσε (= ακροβατούσε) στην κόψη επιστήμης και λογοτεχνίας.
1844ακροποδητί[ἀκροποδητί] α-κρο-πο-δη-τί επίρρ. (αρχαιοπρ.): πατώντας στις μύτες των ποδιών, αθόρυβα, ακροπατώντας: Βαδίζει/πλησίασε ~. [< μτγν. ἀκροποδητί]
1845ακρόπολη[ἀκρόπολη] α-κρό-πο-λη ουσ. (θηλ.) 1. (με κεφαλ. Α) λόφος της Αθήνας, ο οποίος κατά την αρχαιότητα ήταν η θρησκευτική εστία της πόλης και σήμερα ανήκει στα σπουδαιότερα μνημεία του παγκόσμιου πολιτισμού: Ο (ιερός) βράχος/η νότια κλιτύς/τα (λαμπρά) μνημεία (: Παρθενώνας, Ερέχθειο, ναός της Νίκης, Προπύλαια)/το (αρχαιολογικό) μουσείο/ο (αρχαιολογικός) χώρος της ~ης. Στους πρόποδες/στις υπώρειες της ~ης. Η ~ ανακηρύχθηκε πρώτο μνημείο στον κατάλογο της Ευρωπαϊκής Πολιτιστικής Κληρονομιάς (26.3.2007).|| Μπαλκόνι/ξενοδοχείο/ταράτσα με θέα την ~. Οικόπεδο, κάτω από την ~, στο καλύτερο σημείο. 2. ΙΣΤ. οχυρωμένος λόφος αρχαίας ελληνικής, βυζαντινής ή μεσαιωνικής πόλης (κυρ. στον ελλαδικό χώρο), ο οποίος αποτελούσε καταφύγιο σε περίπτωση επιδρομής: αρχαϊκή/μυκηναϊκή/ομηρική/οχυρωμένη ~. Η ~ των Μυκηνών. Ισχυρές/κυκλώπειες/περιτοιχισμένες ~πόλεις. 3. (σπάν.-μτφ.) χώρος διαφύλαξης παραδόσεων, θεσμών: (για πόλη) προπύργιο και ~ του Βυζαντίου. Η ~ του μοναχισμού (: το Άγιο Όρος). Πβ. προμαχώνας. ● ΦΡ.: έπεσε από την Ακρόπολη και στάθηκε όρθιος & και βρήκε πορτοφόλι (αργκό): σε περιπτώσεις που γλιτώνει κάποιος ανέλπιστα από μια δύσκολη κατάσταση, ιδ. την τελευταία στιγμή. [< αρχ. ἀκρόπολις ‘φρούριο, κάστρο’]
1846ακροποσθία[ἀκροποσθία] α-κρο-πο-σθί-α ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. πτυχή του δέρματος που καλύπτει τη βάλανο· ακροβυστία: στένωση (= φίμωση) της ~ας. Αφαίρεση/εκτομή της ~ας (= περιτομή). [< αρχ. ἀκροποσθία]
1847ακροποταμιά[ἀκροποταμιά] α-κρο-πο-τα-μιά ουσ. (θηλ.): όχθη ποταμού και η γύρω περιοχή: πυκνόφυτη ~. Οι ιτιές/τα καλάμια της ~ιάς. Κάτω στην ~.
1848ακρόπρωρο[ἀκρόπρῳρο] α-κρό-πρω-ρο ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. γλυπτή διακοσμητική μορφή ή παράσταση που την τοποθετούσαν ως έμβλημα στην πλώρη των ιστιοφόρων συνήθ. πλοίων: ανθρωπόμορφο ~. Ξυλόγλυπτα ~α. Η φρεγάτα είχε μια γοργόνα/μια σειρήνα για ~. Βλ. φιγούρα. [< μτγν. ἀκρόπρῳρον]
1849ακροπύργιο[ἀκροπύργιο] α-κρο-πύρ-γι-ο ουσ. (ουδ.) & ακρόπυργος (ο): ο ψηλότερος και συνήθ. ο ισχυρότερος από τους πύργους ενός φρουρίου: εξαγωνικό/οκταγωνικό ~. Κάστρα και ~α. [< μεσν. ακροπύργιον]
1850ακροριζεκτομή[ἀκροριζεκτομή] α-κρο-ρι-ζε-κτο-μή ουσ. (θηλ.) & ακρορριζεκτομή: ΙΑΤΡ. αφαίρεση με τομή του κορυφαίου τμήματος της ρίζας δοντιού: ενδοδοντική θεραπεία και ~. Βλ. -εκτομή. [< αγγλ. apic(o)ectomy, 1914]
1851άκρος, α, ο [ἄκρος] ά-κρος επίθ. {υπερθ. ακρότ-ατος} 1. που είναι απόλυτος ή υπερβολικός: ~α: απελπισία (= ακραία)/γαλήνη/ευχαρίστηση/σιγή (= πλήρης)/ταπείνωση (= ολοκληρωτική)/φιλοδοξία. Χαίρει ~ας υγείας. 2. (κυριολ.) που είναι απομακρυσμένος από το κέντρο, ακραίος, ακριανός: ~ο: όριο. Το ~ατο σημείο/τμήμα της επικράτειας/του νησιού.|| (ΠΟΛΙΤ.) ~ος: αριστερός/δεξιός (= ακρο-αριστερός, -δεξιός). ● ΣΥΜΠΛ.: άκρες τιμές: ΜΕΤΕΩΡ. οι μεγαλύτερες και οι μικρότερες τιμές των μετεωρολογικών στοιχείων: Στα δελτία καιρού τα φαινόμενα δίνονται συνήθως σε ~ ~. [< αγγλ. extreme values] , άκρα Αριστερά βλ. Αριστερά, άκρα Δεξιά βλ. Δεξιά, άκρο πόδι βλ. πόδι, άκρο χέρι βλ. χέρι ● ΦΡ.: άκρα (του τάφου) σιωπή βλ. σιωπή, το άκρον άωτον βλ. άωτον ● βλ. άκρως [< αρχ. ἄκρος, γαλλ. extrême]
1852ακροστιχίδα[ἀκροστιχίδα] α-κρο-στι-χί-δα ουσ. (θηλ.): στιχουργικό παιχνίδι κατά το οποίο τα πρώτα ή τα τελευταία γράμματα (ή και συλλαβές ή λέξεις) μιας σειράς στίχων ή στροφών, αν διαβαστούν κάθετα, σχηματίζουν λέξη, φράση, όνομα ή τα γράμματα του αλφαβήτου: Οι ~ες της βυζαντινής υμνογραφίας.|| Σταυρόλεξα και ~ες. [< μτγν. ἀκροστιχίς, γαλλ. acrostiche, αγγλ. acrostic]
1853ακροσφαλής, ής, ές [ἀκροσφαλής] α-κρο-σφα-λής επίθ. {ακροσφαλ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (σπάν.-επίσ.): αβέβαιος, ασταθής, επισφαλής: ~ής: διπλωματία/θέση/ισορροπία/κυβέρνηση/πολιτική/υγεία. [< μτγν. ἀκροσφαλής]
1854ακροτελεύτιος, α, ο [ἀκροτελεύτιος] α-κρο-τε-λεύ-τι-ος επίθ. (επιστ.): τελευταίος, τελικός, έσχατος: ~ος: λόγος/στίχος. ~α: διάταξη/παράγραφος/σκηνή. ~ο: άρθρο (του Συντάγματος)/εδάφιο/κεφάλαιο/σχόλιο. ~ες: επισημάνσεις. ● Ουσ.: ακροτελεύτιο (το): ΕΚΚΛΗΣ. επιφώνηση, εφύμνιο: Ψάλλεται το ~. [< αρχ. ἀκροτελεύτιον]
1855ακρότητα[ἀκρότητα] α-κρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: οτιδήποτε υπερβαίνει το μέτρο, τα όρια· η ιδιότητα αυτού που τα ξεπερνά: γλωσσικές/πολιτικές/τηλεοπτικές ~ες (= υπερβολές). ~ες και βιαιότητες. Καταδικάζω κάθε ~. Καταφεύγω/οδηγούμαι/φτάνω σε ~ες. Οδηγώ κάποιον σε ~ες. Πβ. άκρο.|| Η ~ της συμπεριφοράς. Βλ. μεσότητα, -ότητα. [< αρχ. ἀκρότης ‘μέγιστο ύψος, ακραίο σημείο’, γαλλ. extremité]
1856ακροφοβία[ἀκροφοβία] α-κρο-φο-βί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. φοβία να ανεβαίνει κανείς σε ψηλά μέρη και να κοιτάζει προς τα κάτω: ~ και κρίσεις πανικού. Βλ. -φοβία. ΣΥΝ. υψοφοβία [< γαλλ. acrophobie, αγγλ. acrophobia]
1857ακροφύσιο[ἀκροφύσιο] α-κρο-φύ-σι-ο ουσ. (ουδ.) {ακροφυσί-ου | -ων} 1. ΤΕΧΝΟΛ. σωληνοειδές εξάρτημα μικρού σχετικά μήκους και μεταβλητής διατομής που τοποθετείται στην έξοδο ενός εύκαμπτου σωλήνα ή αγωγού για την αύξηση της πίεσης του ρευστού που εκτοξεύεται: ~ αέρα/ατμού/καταιονισμού/σκανδάλης. Μικροσκοπικά/περιστροφικά ~α. ~α εκτύπωσης/μελάνης/ψεκασμού. Πβ. μπεκ, τζετ. Βλ. αυλός. 2. ΜΗΧΑΝΟΛ. κωνικού σχήματος βαθμίδα αεροκινητήρα στην οποία παράγεται ωστική δύναμη: ~α κατευθυνόμενης ώσης. [< αρχ. ἀκροφύσιον ‘στόμιο του φυσητήρα’, αγγλ. nozzle]
1858ακροφωνικός, ή, ό [ἀκροφωνικός] α-κρο-φω-νι-κός επίθ.: Βλ. -φωνικός. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ακροφωνικό σύστημα 1. ΓΛΩΣΣ. σύστημα γραφής κατά το οποίο κάθε γράμμα παίρνει τη φωνητική του αξία (προφορά) από το πρώτο γράμμα της λέξης που το δηλώνει (π.χ. το γράμμα Ε προφέρεται /ε/ λόγω της προφοράς του πρώτου γράμματος της λέξης έ-ψιλον). 2. (στην αρχαιότητα) σύστημα αρίθμησης κατά το οποίο κάθε αριθμός παριστάνεται με το πρώτο γράμμα της λέξης που τον δηλώνει: Στο ~ ~ υπήρχαν τα εξής σύμβολα: Ι = 1, Π = 5, Δ = 10, Η = 100, Χ = 1.000, Μ = 10.000. [< γαλλ. acrophonique, αγγλ. acrophonic, 1909]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.