| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 1848 | ακρόπρωρο | [ἀκρόπρῳρο] α-κρό-πρω-ρο ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. γλυπτή διακοσμητική μορφή ή παράσταση που την τοποθετούσαν ως έμβλημα στην πλώρη των ιστιοφόρων συνήθ. πλοίων: ανθρωπόμορφο ~. Ξυλόγλυπτα ~α. Η φρεγάτα είχε μια γοργόνα/μια σειρήνα για ~. Βλ. φιγούρα. [< μτγν. ἀκρόπρῳρον] | |
| 1849 | ακροπύργιο | [ἀκροπύργιο] α-κρο-πύρ-γι-ο ουσ. (ουδ.) & ακρόπυργος (ο): ο ψηλότερος και συνήθ. ο ισχυρότερος από τους πύργους ενός φρουρίου: εξαγωνικό/οκταγωνικό ~. Κάστρα και ~α. [< μεσν. ακροπύργιον] | |
| 1850 | ακροριζεκτομή | [ἀκροριζεκτομή] α-κρο-ρι-ζε-κτο-μή ουσ. (θηλ.) & ακρορριζεκτομή: ΙΑΤΡ. αφαίρεση με τομή του κορυφαίου τμήματος της ρίζας δοντιού: ενδοδοντική θεραπεία και ~. Βλ. -εκτομή. [< αγγλ. apic(o)ectomy, 1914] | |
| 1851 | άκρος | , α, ο [ἄκρος] ά-κρος επίθ. {υπερθ. ακρότ-ατος} 1. που είναι απόλυτος ή υπερβολικός: ~α: απελπισία (= ακραία)/γαλήνη/ευχαρίστηση/σιγή (= πλήρης)/ταπείνωση (= ολοκληρωτική)/φιλοδοξία. Χαίρει ~ας υγείας. 2. (κυριολ.) που είναι απομακρυσμένος από το κέντρο, ακραίος, ακριανός: ~ο: όριο. Το ~ατο σημείο/τμήμα της επικράτειας/του νησιού.|| (ΠΟΛΙΤ.) ~ος: αριστερός/δεξιός (= ακρο-αριστερός, -δεξιός). ● ΣΥΜΠΛ.: άκρες τιμές: ΜΕΤΕΩΡ. οι μεγαλύτερες και οι μικρότερες τιμές των μετεωρολογικών στοιχείων: Στα δελτία καιρού τα φαινόμενα δίνονται συνήθως σε ~ ~. [< αγγλ. extreme values] , άκρα Αριστερά βλ. Αριστερά, άκρα Δεξιά βλ. Δεξιά, άκρο πόδι βλ. πόδι, άκρο χέρι βλ. χέρι ● ΦΡ.: άκρα (του τάφου) σιωπή βλ. σιωπή, το άκρον άωτον βλ. άωτον ● βλ. άκρως [< αρχ. ἄκρος, γαλλ. extrême] | |
| 1852 | ακροστιχίδα | [ἀκροστιχίδα] α-κρο-στι-χί-δα ουσ. (θηλ.): στιχουργικό παιχνίδι κατά το οποίο τα πρώτα ή τα τελευταία γράμματα (ή και συλλαβές ή λέξεις) μιας σειράς στίχων ή στροφών, αν διαβαστούν κάθετα, σχηματίζουν λέξη, φράση, όνομα ή τα γράμματα του αλφαβήτου: Οι ~ες της βυζαντινής υμνογραφίας.|| Σταυρόλεξα και ~ες. [< μτγν. ἀκροστιχίς, γαλλ. acrostiche, αγγλ. acrostic] | |
| 1853 | ακροσφαλής | , ής, ές [ἀκροσφαλής] α-κρο-σφα-λής επίθ. {ακροσφαλ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (σπάν.-επίσ.): αβέβαιος, ασταθής, επισφαλής: ~ής: διπλωματία/θέση/ισορροπία/κυβέρνηση/πολιτική/υγεία. [< μτγν. ἀκροσφαλής] | |
| 1854 | ακροτελεύτιος | , α, ο [ἀκροτελεύτιος] α-κρο-τε-λεύ-τι-ος επίθ. (επιστ.): τελευταίος, τελικός, έσχατος: ~ος: λόγος/στίχος. ~α: διάταξη/παράγραφος/σκηνή. ~ο: άρθρο (του Συντάγματος)/εδάφιο/κεφάλαιο/σχόλιο. ~ες: επισημάνσεις. ● Ουσ.: ακροτελεύτιο (το): ΕΚΚΛΗΣ. επιφώνηση, εφύμνιο: Ψάλλεται το ~. [< αρχ. ἀκροτελεύτιον] | |
| 1855 | ακρότητα | [ἀκρότητα] α-κρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: οτιδήποτε υπερβαίνει το μέτρο, τα όρια· η ιδιότητα αυτού που τα ξεπερνά: γλωσσικές/πολιτικές/τηλεοπτικές ~ες (= υπερβολές). ~ες και βιαιότητες. Καταδικάζω κάθε ~. Καταφεύγω/οδηγούμαι/φτάνω σε ~ες. Οδηγώ κάποιον σε ~ες. Πβ. άκρο.|| Η ~ της συμπεριφοράς. Βλ. μεσότητα, -ότητα. [< αρχ. ἀκρότης ‘μέγιστο ύψος, ακραίο σημείο’, γαλλ. extremité] | |
| 1856 | ακροφοβία | [ἀκροφοβία] α-κρο-φο-βί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. φοβία να ανεβαίνει κανείς σε ψηλά μέρη και να κοιτάζει προς τα κάτω: ~ και κρίσεις πανικού. Βλ. -φοβία. ΣΥΝ. υψοφοβία [< γαλλ. acrophobie, αγγλ. acrophobia] | |
| 1857 | ακροφύσιο | [ἀκροφύσιο] α-κρο-φύ-σι-ο ουσ. (ουδ.) {ακροφυσί-ου | -ων} 1. ΤΕΧΝΟΛ. σωληνοειδές εξάρτημα μικρού σχετικά μήκους και μεταβλητής διατομής που τοποθετείται στην έξοδο ενός εύκαμπτου σωλήνα ή αγωγού για την αύξηση της πίεσης του ρευστού που εκτοξεύεται: ~ αέρα/ατμού/καταιονισμού/σκανδάλης. Μικροσκοπικά/περιστροφικά ~α. ~α εκτύπωσης/μελάνης/ψεκασμού. Πβ. μπεκ, τζετ. Βλ. αυλός. 2. ΜΗΧΑΝΟΛ. κωνικού σχήματος βαθμίδα αεροκινητήρα στην οποία παράγεται ωστική δύναμη: ~α κατευθυνόμενης ώσης. [< αρχ. ἀκροφύσιον ‘στόμιο του φυσητήρα’, αγγλ. nozzle] | |
| 1858 | ακροφωνικός | , ή, ό [ἀκροφωνικός] α-κρο-φω-νι-κός επίθ.: Βλ. -φωνικός. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ακροφωνικό σύστημα 1. ΓΛΩΣΣ. σύστημα γραφής κατά το οποίο κάθε γράμμα παίρνει τη φωνητική του αξία (προφορά) από το πρώτο γράμμα της λέξης που το δηλώνει (π.χ. το γράμμα Ε προφέρεται /ε/ λόγω της προφοράς του πρώτου γράμματος της λέξης έ-ψιλον). 2. (στην αρχαιότητα) σύστημα αρίθμησης κατά το οποίο κάθε αριθμός παριστάνεται με το πρώτο γράμμα της λέξης που τον δηλώνει: Στο ~ ~ υπήρχαν τα εξής σύμβολα: Ι = 1, Π = 5, Δ = 10, Η = 100, Χ = 1.000, Μ = 10.000. [< γαλλ. acrophonique, αγγλ. acrophonic, 1909] | |
| 1859 | ακροώμαι | [ἀκροῶμαι] α-κρο-ώ-μαι ρ. (μτβ.) {ακρο-άσαι ...| ακροάστηκε} (επίσ.) 1. ακούω προσεκτικά: Το δικαστήριο ~άται τον μάρτυρα. 2. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. (για υψηλά ιστάμενα πρόσωπα) δέχομαι κάποιον σε ακρόαση: Η Αρχή ~άται διοικήσεις/νόµιµους εκπροσώπους υπηρεσιών ή οργανισµών. 3. ΙΑΤΡ. (σπάν.) (για ήχο του σώματος) ακροάζομαι: Ο γιατρός ~άται συστολικό φύσημα. [< 1: αρχ. ἀκροῶμαι] | |
| 1860 | ακρυλαμίδιο | , [ἀκρυλαμίδιο] α-κρυ-λα-μί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. καρκινογόνος χημική ένωση (σύμβ. C3H5NO) που σχηματίζεται στα τρόφιμα όταν ψήνονται σε υψηλές θερμοκρασίες, κυρ. κατά το τηγάνισμα. [< γαλλ.-αγγλ. acrylamide] | |
| 1861 | ακρυλικός | , ή, ό [ἀκρυλικός] α-κρυ-λι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με ή παράγεται από το ακρυλικό οξύ και κατ' επέκτ. από πολυμερείς οργανικές ενώσεις: ~ός: εστέρας. ~ή: ένωση/ρητίνη. ~ό: βερνίκι/γυαλί (= πλεξιγκλάς)/πλαστικό/ύφασμα/χρώμα. ~ές: συγκολλητικές ουσίες. ~ά: γαλακτώματα/προϊόντα. Βλ. μεθ~. ● Ουσ.: ακρυλικό (το): χρώμα και κατ' επέκτ. υλικό που παράγεται από ακρυλικό οξύ: ~ σε καμβά/μουσαμά/ξύλο. Ζωγραφική με λάδι και ~ά. Βλ. ακουαρέλα. ● ΣΥΜΠΛ.: ακρυλικές ίνες: υφαντικές συνθετικές ίνες που προκύπτουν από τον πολυμερισμό ακρυλικού νιτριλίου. Βλ. ορλόν. [< αγγλ. acrylic fibers, 1951] , ακρυλικό οξύ: ΧΗΜ. άχρωμη, διαβρωτική, υγρή οργανική ένωση (σύμβ. C3H4O2 ) που ανήκει στα ακόρεστα οξέα. [< γαλλ. acrylique] | |
| 1862 | ακρώμιο | [ἀκρώμιο] α-κρώ-μι-ο ουσ. (ουδ.) {ακρωμίου}: ΑΝΑΤ. η πλευρική τριγωνική προεξοχή της ωμοπλάτης που σχηματίζει το ακραίο σημείο του ώμου και αρθρώνεται με την κλείδα. [< αρχ. ἀκρώμιον] | |
| 1863 | ακρωνύμιο | [ἀκρωνύμιο] α-κρω-νύ-μι-ο ουσ. (ουδ.) & ακρώνυμο: συντομογραφία που προκύπτει από τα αρχικά γράμματα ή τις αρχικές συλλαβές λέξεων (ελληνικών ή ξένων), π.χ. ΠΔ, Σ.ΕΠ.Ε., Βλ. -ωνύμιο. ΣΥΝ. αρκτικόλεξο [< αγγλ. acronym, 1940, γαλλ. acronyme, 1970] | |
| 1864 | ακρώρεια | [ἀκρώρεια] α-κρώ-ρει-α ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.) κορυφή βουνού και κατ' επέκτ. (για τόπο) ακριανό ή πολύ μακρινό σημείο: δυσπρόσιτες ~ες. ΑΝΤ. υπώρεια.|| Οι ~ες του ελληνισμού/του κόσμου (= εσχατιές). 2. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) το υπέρτατο σημείο, το αποκορύφωμα: Οι ~ες της γνώσης. [< αρχ. ἀκρώρεια] | |
| 1865 | άκρως | [ἄκρως] ά-κρως επίρρ. (λόγ.): (+ επίθ.) στον υπέρτατο βαθμό, εντελώς, απολύτως: ~ απαραίτητος/απόρρητο έγγραφο/αποτελεσματική μέθοδος/εμπιστευτικό. ~ (= πάρα πολύ) επικίνδυνη οδήγηση. Πβ. εξαιρετικά. ● ΦΡ.: το άκρως αντίθετο (επίσ.): το εντελώς αντίθετο, ακριβώς το αντίθετο: Δεν χαίρομαι με αυτό που έπαθε· ~ ~ (μάλιστα). Πέτυχε ~ ~ από το επιθυμητό αποτέλεσμα. ● βλ. άκρος [< αρχ. ἄκρως] | |
| 1866 | ακρωτηριάζω | [ἀκρωτηριάζω] α-κρω-τη-ρι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {ακρωτηρία-σε, ακρωτηριά-στηκε, -σμένος} 1. κόβω ολόκληρο ή μέρος του άκρου ή των άκρων σώματος με χειρουργική επέμβαση ή με βίαιο τρόπο: Του ~σαν τα δάχτυλα/το πόδι/το χέρι. Τους είχαν ~σει και διαμελίσει. ~στηκε στον βραχίονα ύστερα από ατύχημα. ~σμένα: μέλη.|| ~σμένα: αγάλματα. 2. (μτφ.) αφαιρώ από κάτι ένα σημαντικό τμήμα του, αλλοιώνοντας συνήθ. την προηγούμενη κατάσταση ή μορφή του: Ο σκηνοθέτης ~σε το σενάριο με τις παρεμβάσεις του. ~σαν τη δημοκρατία/την ελευθερία. ~σμένο: κείμενο (= κουτσουρεμένο, πετσοκομμένο). ~σμένοι: στίχοι. Πβ. ευνουχίζω. Βλ. κατακρεουργώ. [< μτγν. ἀκρωτηριάζω] | |
| 1867 | ακρωτηρίαση | [ἀκρωτηρίαση] α-κρω-τη-ρί-α-ση ουσ. (θηλ.) (σπάν.): ακρωτηριασμός: Διαμελισμοί και ~άσεις.|| (μτφ.) ~ της ψυχής. [< αρχ. ἀκρωτηρίασις] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ