Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [28180-28200]

IDΛήμμαΕρμηνεία
27457λαθρομετανάστηςλα-θρο-με-τα-νά-στης ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ. | σπάν. θηλ. λαθρομετανάστρια}: μετανάστης που παραμένει σε μια χώρα χωρίς νόμιμα δικαιολογητικά: οικονομικοί ~ες. Απέλαση/απόβαση/διακίνηση/είσοδος/επαναπατρισμός/κύκλωμα διακίνησης/νομιμοποίηση/περισυλλογή/σύλληψη ~ών. Βλ. πράσινη κάρτα.
27458λαθροϋλοτομίαλα-θρο-ϋ-λο-το-μί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.) & λαθροϋλοτόμηση: παράνομη υλοτομία: ~ και εκχερσώσεις. Βλ. αποδάσωση, αποψίλωση.
27459λαθροχειρίαλα-θρο-χει-ρί-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): παράνομη ιδιοποίηση, υπεξαίρεση· γενικότ. αλλοίωση, παραποίηση: ~ ... χιλιάδων ευρώ. Πβ. κλοπή, υφαρπαγή.|| ~ κατά την ψηφοφορία/στον διαγωνισμό. ~ες με το πετρέλαιο θέρμανσης. Πβ. νοθεία. [< γαλλ. escamotage]
53096Λαθροχειρια

[ὑπεξαίρεση] υ-πε-ξαί-ρε-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπεξαιρώ: ~ δημοσίου χρήματος. Ποινική δίωξη για ~ σε βαθμό κακουργήματος. Πβ. κατάχρηση, κλοπή, λαθροχειρία. Βλ. αντι-, ιδιο-, οικειο-ποίηση, σφετερισμός. [< μτγν. ὑπεξαίρεσις]

27460λάιβλά-ιβ επίθ. {άκλ.}: για κάτι που γίνεται μπροστά σε κοινό ή/και μεταδίδεται απευθείας, τη στιγμή που συμβαίνει: ~ εκτέλεση κομματιού (ΑΝΤ. ηχογραφημένη σε στούντιο)/εμφανίσεις (συγκροτήματος)/συνέντευξη (ΑΝΤ. μαγνητοσκοπημένη). Κέντρο με ~ μουσική (: από ορχήστρα, όχι από σιντί). ΣΥΝ. ζωντανός.|| (ως επίρρ., για τραγουδιστή:) Τον έχεις ακούσει/δει ~;|| (ως ουσ.) Βίντεο από το τελευταίο τους ~ (= συναυλία). [< αγγλ. live, 1934]
27461λαίδηλαί-δη ουσ. (θηλ.) 1. (στη Μεγάλη Βρετανία) γυναικείος τίτλος ευγενείας· η σύζυγος του λόρδου. Βλ. μιλέδη. 2. (μτφ.-συχνά ειρων.) γυναίκα που εμπνέει τον σεβασμό για το ήθος, την πορεία της σε κάποιον χώρο ή/και την αριστοκρατικότητά της. Πβ. κυρία. [< αγγλ. lady]
27462λάικλά-ικ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (αργκό του διαδικτύου): μου είναι αρεστό, μου αρέσει: μου έκανε ~. [< αγγλ. like]
27463λαϊκάντζαλα-ϊ-κά-ντζα ουσ. (θηλ.) (προφ., για πρόσ.): λαϊκούρα. Πβ. δευτεράντζα. Βλ. -άντζα.
27464λαϊκατζήςλα-ϊ-κα-τζής ουσ. (αρσ.) (προφ.): έμπορος λαϊκής αγοράς.
27465λαϊκίζωλα-ϊ-κί-ζω ρ. (αμτβ.) {λαΐκι-σε, λαϊκί-σει, λαϊκίζ-οντας, λόγ. μτχ. -ων, -ουσα, -ον}: υιοθετώ την τακτική του λαϊκισμού: Κατηγόρησε την αντιπολίτευση ότι ~ει ασύστολα. Κόμμα που προσπαθεί, ~οντας, να κερδίσει ψήφους. ~ουσα: δημοσιογραφία. ~οντες: πολιτικοί. Πβ. δημαγωγώ. Βλ. συνθηματολογώ.
27466λαϊκισμόςλα-ϊ-κι-σμός ουσ. (αρσ.): πολιτική πρακτική παραπλάνησης, κολακείας και εφησυχασμού του λαού καθώς και παροχής διευκολύνσεων, με στόχο την καθοδήγηση και χειραγώγησή του: ακραίος/άκρατος/ανέξοδος/εθνικιστικός (βλ. φασισμός)/έσχατος/προεκλογικός/τηλεοπτικός/φτηνός/χυδαίος ~. Η τακτική του ~ού. Πβ. δημαγωγία. Βλ. εθνοσωτήρας, μικροκομματ-, πολιτικαντ-ισμός, πατριδοκαπηλία, παροχο-, συνθηματο-λογία, πελατειακές σχέσεις. [< γερμ. Populismus, αγγλ. populism, γαλλ. populisme, 1912]
27467λαϊκιστήςλα-ϊ-κι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. λαϊκίστρια}: αυτός που λαϊκίζει. Πβ. δημαγωγός, λαοπλάνος. Βλ. ελιτιστής.|| (ως επίθ.) ~ δημοσιογράφος/ηγέτης/πολιτικός. [< γερμ. Populist, αγγλ. populist, γαλλ. populiste, 1907]
27468λαϊκιστίλα-ϊ-κι-στί επίρρ. (ειρων.): στην απλή γλώσσα του λαού. Βλ. -ιστί.
27469λαϊκίστικος, η, ο λα-ϊ-κί-στι-κος επίθ. & λαϊκιστικός, ή, ό: που σχετίζεται με τον λαϊκισμό: ~η: ιδεολογία/πολιτική. ~ες: απόψεις/δηλώσεις. ~α: επιχειρήματα/κόμματα/μέτρα/συνθήματα. Πβ. δημαγωγικός. Βλ. -ίστικος. ● επίρρ.: λαϊκίστικα [< γερμ. populistisch, αγγλ. populistic, γαλλ. populiste, 1907]
27470λαϊκομετωπικός, ή, ό λα-ϊ-κο-με-τω-πι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με το λαϊκό μέτωπο: ~ή: κυβέρνηση/πολιτική.
27471λαϊκοποίησηλα-ϊ-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): διαδικασία με την οποία κάτι γίνεται προσιτό στον κόσμο· το αντίστοιχο αποτέλεσμα: ~ της κουλτούρας. Πβ. απλούστευση, εκλαΐκευση.|| ~ της Εκκλησίας (= εκκοσμίκευση). Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. popularization]
27472λαϊκοπόπλα-ϊ-κο-πόπ ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.} (μειωτ.): δημοφιλής εμπορική ελληνική μουσική, που συνδυάζει λαϊκά και ποπ στοιχεία: (κ. ως επίθ.) ~ κομμάτια/σουξέ. Βλ. βλαχομπαρόκ, ηλεκτροπόπ.
27473λαϊκός, ή, ό λα-ϊ-κός επίθ. {κ. προφ. θηλ. -ιά | λαϊκότ-ερος, -ατος} 1. που σχετίζεται με τον λαό, ανήκει σε αυτόν ή προέρχεται από αυτόν: ~ή: αποδοχή (ενός κόμματος)/βούληση/δυσαρέσκεια (για τα νέα μέτρα)/εξέγερση/επιμόρφωση (βλ. διά βίου εκπαίδευση)/κυβέρνηση. ~ό: αίτημα/κίνημα (βλ. εργατικό κίνημα). ~ αγώνας δρόμου. Εταιρεία ~ής βάσης (: με μετόχους τους κατοίκους μιας πόλης ή ενός μέρους). Προσφυγή στη ~ή ετυμηγορία (: συνήθ. για διεξαγωγή εκλογών). Η κυβέρνηση έχει νωπή και ισχυρή ~ή εντολή. Βλ. αντι~, παλ~, φιλο~.|| (σε ονομασ., με κεφαλ.) Λ~ή Τράπεζα. Λ~ό Λαχείο (κ. ως ουσ. ~ό).|| ~ός: ήρωας. ~ή: ποίηση (= δημώδης· ΑΝΤ. λόγια)/σοφία (βλ. γνωμικό, παροιμία, ρήση). ~ές: δοξασίες/εκδηλώσεις. ~ά: αναγνώσματα/παραμύθια/στοιχεία (= φολκλορικά). Ελληνικός ~ πολιτισμός (βλ. λαογραφία).|| ~οί: χοροί. ~ά: όργανα. ΣΥΝ. δημοτικός, παραδοσιακός. 2. που αφορά τις κατώτερες οικονομικά και κοινωνικά ομάδες: ~ή: συνοικία (βλ. εργατογειτονιά). Οι ~ές τάξεις/τα ~ά στρώματα (: αγρότες, εργάτες). Είναι ~ής καταγωγής. ΑΝΤ. αριστοκρατικός.|| ~ές: τιμές (= φτηνές, χαμηλές).|| (για πρόσ.) Γνήσιος ~ τύπος (: ανεπιτήδευτος, απλός και αυθόρμητος). ~οί: ζωγράφοι (= αυτοδίδακτοι, ναΐφ). 3. (ειδικότ.) που σχετίζεται με το λαϊκό τραγούδι: ~ός: βάρδος/δίσκος/(ραδιοφωνικός) σταθμός/συνθέτης/τραγουδιστής. ~ή: ορχήστρα/συναυλία. ~ό: πρόγραμμα. ~ά: κέντρα (διασκέδασης). Καλλιτέχνης με ~ή φωνή. 4. ΛΕΞΙΚΟΓΡ. (για γλωσσικό στοιχείο) που χρησιμοποιείται κυρ. στον προφορικό λόγο και συνήθ. από τους απλούς ανθρώπους του λαού και αποκλίνει, ως προς τη μορφολογία ή/και την προφορά, από την Κοινή Νεοελληνική: ~ή: έκφραση/λέξη. ΑΝΤ. λόγιος (1) ● Ουσ.: λαϊκά (τα) (προφ.): ενν. τραγούδια: βαριά/παλιά ~. Ακούει μόνο ~., λαϊκός (ο): ΕΚΚΛΗΣ. χριστιανός ορθόδοξος που δεν είναι ούτε ιερωμένος ούτε μοναχός: ~οί και κληρικοί. Βλ. κληρικο~. ΣΥΝ. κοσμικός (1) ● επίρρ.: λαϊκά ● ΣΥΜΠΛ.: λαϊκή αγορά & (προφ.) λαϊκή: υπαίθρια αγορά όπου πωλούνται σε φορητούς πάγκους και σε σχετικά χαμηλές τιμές φρέσκα οπωροκηπευτικά, αλλά και άλλα προϊόντα (π.χ. ψάρια, είδη ένδυσης και οικιακής χρήσης) και η οποία διοργανώνεται συνήθ. μια φορά την εβδομάδα, σε προκαθορισμένα σημεία και για συγκεκριμένες ώρες: εβδομαδιαία/κεντρική/σκεπαστή ~ ~. ~ ~ βιολογικών προϊόντων. ~ές ~ές στις γειτονιές της πόλης. Μικροπωλητές ~ών ~ών. Κάθε Παρασκευή γίνεται/έχει λαϊκή. Βλ. εμποροπανήγυρη, παζάρι, παντοπωλείο, υπαίθριο εμπόριο., λαϊκή ιατρική (κυρ. παλαιότ.): πρακτική και εμπειρική αντιμετώπιση των ασθενειών: χρήση των βοτάνων στη ~ ~ (βλ. γιατροσόφια). Βλ. εναλλακτική ιατρική, ομοιοπαθητική., λαϊκή τέχνη (κ. με κεφαλ. Λ, Τ): ΛΑΟΓΡ. της οποίας δημιουργός είναι ο απλός λαός και η οποία σχετίζεται κυρ. με την αργυροχρυσοχοΐα, την κεντητική, την κεραμική, την ξυλογλυπτική, την υφαντική, τη χειροτεχνία, αλλά και τη μουσική, τα τραγούδια και τους χορούς: η ελληνική ~ ~ (: τέλη 17ου αι.-αρχές 19ου αι.)., λαϊκό δικαστήριο (παλαιότ., ιδ. σε περιόδους πολιτικής και κοινωνικής ανατροπής ύστερα από επανάσταση· σήμερα, κυρ. μτφ.): του οποίου τα μέλη δεν είναι δικαστικοί λειτουργοί, αλλά απλοί πολίτες: Εδώ δεν είναι ~ ~, ο καθένας μπορεί να εκφράζεται ελεύθερα., λαϊκό μέτωπο (κ. με κεφαλ. Λ, Μ): ΠΟΛΙΤ. συνασπισμός κομμάτων, συνήθ. της Αριστεράς., λαϊκό τραγούδι & αστικό λαϊκό τραγούδι: ΜΟΥΣ. είδος τραγουδιού των αστικών κέντρων, εξέλιξη του δημοτικού και του ρεμπέτικου, το οποίο έχει τις απαρχές του στην ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, εξελίσσεται ακόμα και χαρακτηρίζεται από ανατολίτικα ή/και δυτικά στοιχεία: βαρύ ~ ~. Βλ. ελαφρολαϊκό (τραγούδι)., έντεχνο λαϊκό (τραγούδι) βλ. έντεχνος, κοσμικό/λαϊκό κράτος βλ. κοσμικός, λαϊκή απογευματινή βλ. απογευματινός, λαϊκή ετυμολογία βλ. ετυμολογία, λαϊκή κυριαρχία βλ. κυριαρχία, λαϊκή παράδοση βλ. παράδοση, λαϊκή/λαοκρατική δημοκρατία βλ. δημοκρατία, Λαϊκό Πανεπιστήμιο βλ. πανεπιστήμιο, λαϊκό προσκύνημα βλ. προσκύνημα, λαϊκός καπιταλισμός βλ. καπιταλισμός ● ΦΡ.: επί το λαϊκότερον (συνήθ. ειρων.): όταν παρατίθεται η αντίστοιχη συνώνυμη λέξη ή φράση του προφορικού ή λαϊκού λεξιλογίου: Έφυγε γρήγορα ή, ~ ~, την έκανε με ελαφρά πηδηματάκια. [< μτγν. λαϊκός, γαλλ. populaire]
27474λαϊκότηταλα-ϊ-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του λαϊκού: η ~ της καταγωγής (κάποιου)/φωνής (ενός καλλιτέχνη).|| Η ~ της γλώσσας/του ύφους. Βλ. απλότητα. ΑΝΤ. λογιότητα.
27475λαϊκότροπος, η, ο λα-ϊ-κό-τρο-πος επίθ.: που παρουσιάζει λαϊκά χαρακτηριστικά: ~ο: ύφος. ~α: στοιχεία/τραγούδια. ● επίρρ.: λαϊκότροπα

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.