Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [28180-28200]

IDΛήμμαΕρμηνεία
27473λαϊκός, ή, ό λα-ϊ-κός επίθ. {κ. προφ. θηλ. -ιά | λαϊκότ-ερος, -ατος} 1. που σχετίζεται με τον λαό, ανήκει σε αυτόν ή προέρχεται από αυτόν: ~ή: αποδοχή (ενός κόμματος)/βούληση/δυσαρέσκεια (για τα νέα μέτρα)/εξέγερση/επιμόρφωση (βλ. διά βίου εκπαίδευση)/κυβέρνηση. ~ό: αίτημα/κίνημα (βλ. εργατικό κίνημα). ~ αγώνας δρόμου. Εταιρεία ~ής βάσης (: με μετόχους τους κατοίκους μιας πόλης ή ενός μέρους). Προσφυγή στη ~ή ετυμηγορία (: συνήθ. για διεξαγωγή εκλογών). Η κυβέρνηση έχει νωπή και ισχυρή ~ή εντολή. Βλ. αντι~, παλ~, φιλο~.|| (σε ονομασ., με κεφαλ.) Λ~ή Τράπεζα. Λ~ό Λαχείο (κ. ως ουσ. ~ό).|| ~ός: ήρωας. ~ή: ποίηση (= δημώδης· ΑΝΤ. λόγια)/σοφία (βλ. γνωμικό, παροιμία, ρήση). ~ές: δοξασίες/εκδηλώσεις. ~ά: αναγνώσματα/παραμύθια/στοιχεία (= φολκλορικά). Ελληνικός ~ πολιτισμός (βλ. λαογραφία).|| ~οί: χοροί. ~ά: όργανα. ΣΥΝ. δημοτικός, παραδοσιακός. 2. που αφορά τις κατώτερες οικονομικά και κοινωνικά ομάδες: ~ή: συνοικία (βλ. εργατογειτονιά). Οι ~ές τάξεις/τα ~ά στρώματα (: αγρότες, εργάτες). Είναι ~ής καταγωγής. ΑΝΤ. αριστοκρατικός.|| ~ές: τιμές (= φτηνές, χαμηλές).|| (για πρόσ.) Γνήσιος ~ τύπος (: ανεπιτήδευτος, απλός και αυθόρμητος). ~οί: ζωγράφοι (= αυτοδίδακτοι, ναΐφ). 3. (ειδικότ.) που σχετίζεται με το λαϊκό τραγούδι: ~ός: βάρδος/δίσκος/(ραδιοφωνικός) σταθμός/συνθέτης/τραγουδιστής. ~ή: ορχήστρα/συναυλία. ~ό: πρόγραμμα. ~ά: κέντρα (διασκέδασης). Καλλιτέχνης με ~ή φωνή. 4. ΛΕΞΙΚΟΓΡ. (για γλωσσικό στοιχείο) που χρησιμοποιείται κυρ. στον προφορικό λόγο και συνήθ. από τους απλούς ανθρώπους του λαού και αποκλίνει, ως προς τη μορφολογία ή/και την προφορά, από την Κοινή Νεοελληνική: ~ή: έκφραση/λέξη. ΑΝΤ. λόγιος (1) ● Ουσ.: λαϊκά (τα) (προφ.): ενν. τραγούδια: βαριά/παλιά ~. Ακούει μόνο ~., λαϊκός (ο): ΕΚΚΛΗΣ. χριστιανός ορθόδοξος που δεν είναι ούτε ιερωμένος ούτε μοναχός: ~οί και κληρικοί. Βλ. κληρικο~. ΣΥΝ. κοσμικός (1) ● επίρρ.: λαϊκά ● ΣΥΜΠΛ.: λαϊκή αγορά & (προφ.) λαϊκή: υπαίθρια αγορά όπου πωλούνται σε φορητούς πάγκους και σε σχετικά χαμηλές τιμές φρέσκα οπωροκηπευτικά, αλλά και άλλα προϊόντα (π.χ. ψάρια, είδη ένδυσης και οικιακής χρήσης) και η οποία διοργανώνεται συνήθ. μια φορά την εβδομάδα, σε προκαθορισμένα σημεία και για συγκεκριμένες ώρες: εβδομαδιαία/κεντρική/σκεπαστή ~ ~. ~ ~ βιολογικών προϊόντων. ~ές ~ές στις γειτονιές της πόλης. Μικροπωλητές ~ών ~ών. Κάθε Παρασκευή γίνεται/έχει λαϊκή. Βλ. εμποροπανήγυρη, παζάρι, παντοπωλείο, υπαίθριο εμπόριο., λαϊκή ιατρική (κυρ. παλαιότ.): πρακτική και εμπειρική αντιμετώπιση των ασθενειών: χρήση των βοτάνων στη ~ ~ (βλ. γιατροσόφια). Βλ. εναλλακτική ιατρική, ομοιοπαθητική., λαϊκή τέχνη (κ. με κεφαλ. Λ, Τ): ΛΑΟΓΡ. της οποίας δημιουργός είναι ο απλός λαός και η οποία σχετίζεται κυρ. με την αργυροχρυσοχοΐα, την κεντητική, την κεραμική, την ξυλογλυπτική, την υφαντική, τη χειροτεχνία, αλλά και τη μουσική, τα τραγούδια και τους χορούς: η ελληνική ~ ~ (: τέλη 17ου αι.-αρχές 19ου αι.)., λαϊκό δικαστήριο (παλαιότ., ιδ. σε περιόδους πολιτικής και κοινωνικής ανατροπής ύστερα από επανάσταση· σήμερα, κυρ. μτφ.): του οποίου τα μέλη δεν είναι δικαστικοί λειτουργοί, αλλά απλοί πολίτες: Εδώ δεν είναι ~ ~, ο καθένας μπορεί να εκφράζεται ελεύθερα., λαϊκό μέτωπο (κ. με κεφαλ. Λ, Μ): ΠΟΛΙΤ. συνασπισμός κομμάτων, συνήθ. της Αριστεράς., λαϊκό τραγούδι & αστικό λαϊκό τραγούδι: ΜΟΥΣ. είδος τραγουδιού των αστικών κέντρων, εξέλιξη του δημοτικού και του ρεμπέτικου, το οποίο έχει τις απαρχές του στην ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, εξελίσσεται ακόμα και χαρακτηρίζεται από ανατολίτικα ή/και δυτικά στοιχεία: βαρύ ~ ~. Βλ. ελαφρολαϊκό (τραγούδι)., έντεχνο λαϊκό (τραγούδι) βλ. έντεχνος, κοσμικό/λαϊκό κράτος βλ. κοσμικός, λαϊκή απογευματινή βλ. απογευματινός, λαϊκή ετυμολογία βλ. ετυμολογία, λαϊκή κυριαρχία βλ. κυριαρχία, λαϊκή παράδοση βλ. παράδοση, λαϊκή/λαοκρατική δημοκρατία βλ. δημοκρατία, Λαϊκό Πανεπιστήμιο βλ. πανεπιστήμιο, λαϊκό προσκύνημα βλ. προσκύνημα, λαϊκός καπιταλισμός βλ. καπιταλισμός ● ΦΡ.: επί το λαϊκότερον (συνήθ. ειρων.): όταν παρατίθεται η αντίστοιχη συνώνυμη λέξη ή φράση του προφορικού ή λαϊκού λεξιλογίου: Έφυγε γρήγορα ή, ~ ~, την έκανε με ελαφρά πηδηματάκια. [< μτγν. λαϊκός, γαλλ. populaire]
27474λαϊκότηταλα-ϊ-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του λαϊκού: η ~ της καταγωγής (κάποιου)/φωνής (ενός καλλιτέχνη).|| Η ~ της γλώσσας/του ύφους. Βλ. απλότητα. ΑΝΤ. λογιότητα.
27475λαϊκότροπος, η, ο λα-ϊ-κό-τρο-πος επίθ.: που παρουσιάζει λαϊκά χαρακτηριστικά: ~ο: ύφος. ~α: στοιχεία/τραγούδια. ● επίρρ.: λαϊκότροπα
27476λαϊκούραλα-ϊ-κού-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.-μειωτ.): πρόσωπο κατώτερης κοινωνικής τάξης ή πράγμα χαμηλής ποιότητας, κακόγουστο. Πβ. λαϊκάντζα, μπασκλασαρία. Βλ. κιτς, μπανάλ, -ούρα2.
27477λαίλαπαλαί-λα-πα ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-λόγ.) κάτι που εκδηλώνεται με μεγάλη ένταση ή σε μεγάλο βαθμό, επιφέροντας επιζήμια ή καταστροφικά αποτελέσματα ή προκαλώντας μεγάλη αναστάτωση: φορολογική ~. ~ αυξήσεων. Μέσα στη ~ του πολέμου. Πβ. δίνη, θύελλα. 2. ΜΕΤΕΩΡ. ισχυρός άνεμος, μικρής σχετικά διάρκειας, που πνέει αιφνίδια, σταματά απότομα και συνοδεύεται συνήθ. από βροχή. Πβ. ανεμοστρόβιλος, δρολάπι, καταιγίδα, κυκλώνας. Βλ. τυφώνας. ● ΣΥΜΠΛ.: πύρινη λαίλαπα: μεγάλη πυρκαγιά: ~ ~ σαρώνει τη χώρα. [< 2: αρχ. λαῖλαψ]
27478λάιμλά-ιμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ο κιτρινοπράσινος καρπός του εσπεριδοειδούς Citrus aurantifolia, το μοσχολέμονο· (κυρ. συνεκδ.) ο όξινος χυμός του που χρησιμοποιείται στην ποτοποιία, τη μαγειρική και τη ζαχαροπλαστική: σάλτσα/σιρόπι/τάρτα ~. [< αγγλ. lime]
27479λαιμάλαι-μά ουσ. (ουδ.) (τα) (προφ.): το εσωτερικό τμήμα του λαιμού, συνήθ. οι αμυγδαλές: Έχω/πονάνε τα ~ μου.
27480λαιμαργίαλαι-μαρ-γί-α ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. βουλιμία 1. πολύ μεγάλη, ακόρεστη όρεξη: Τρώει με ~ (= λαίμαργα). Πβ. αχορταγιά. Βλ. τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα. 2. (μτφ.) ανικανοποίητη επιθυμία: καταναλωτική ~. Η ~ του κέρδους. Πβ. αδηφαγία, απληστία, πλεονεξία. [< αρχ. λαιμαργία]
27481λαίμαργος, η, ο λαί-μαρ-γος επίθ. 1. που έχει πολύ μεγάλη όρεξη: ~ο: παιδί. Πβ. αδηφάγος, αχόρταγος, γαστρίμαργος, λιχούδης, φαγανός, φαγάς, φαταούλας. Βλ. γαργαντούας, λιμάρης. 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από σφοδρή, ανικανοποίητη επιθυμία για κάτι: ~α: βλέμματα/μάτια.|| ~ για εξουσία/χρήμα (: άπληστος). Πβ. ακόρεστος. ● επίρρ.: λαίμαργα [< αρχ. λαίμαργος]
27482λαιμαριάλαι-μα-ριά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): περιλαίμιο ζώων: ~ σκύλου (= κολάρο).
27483λαιμητόμοςλαι-μη-τό-μος ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. καρμανιόλα 1. (μτφ.) καθετί εξαιρετικά επικίνδυνο ή/και καταστροφικό: δρόμος-~. Στη ~ο της οικονομικής κρίσης. 2. (παλαιότ.) γκιλοτίνα. Βλ. -τόμος. [< μτγν. λαιμητόμος]
27484λαιμοδέτηςλαι-μο-δέ-της ουσ. (αρσ.) (λόγ. -παρωχ.): γραβάτα. || (για σκύλους) δερμάτινος/πλαστικός ~ ασφαλείας. Πβ. περιλαίμιο. [< γερμ. Halsbinde]
27485λαιμόκοψηλαι-μό-κο-ψη ουσ. (θηλ.): άνοιγμα μπλούζας, πουλόβερ ή φορέματος στο ύψος του λαιμού, για να περνά το κεφάλι: οβάλ/στρογγυλή/τετράγωνη/φαρδιά ~. ~ βε/χαμόγελο. Φανελάκι με ~. Πβ. λαιμουδιά, τραχηλιά.
27486λαιμόςλαι-μός ουσ. (αρσ.) 1. ΑΝΑΤ. μέρος του σώματος των ανθρώπων και των ζώων, που ενώνει το κεφάλι με τον κορμό· το εσωτερικό του, λάρυγγας, φάρυγγας, αμυγδαλές: κοντός/λεπτός/μακρύς/χοντρός ~. Οι αρτηρίες (βλ. καρωτίδα)/φλέβες (βλ. σφαγίτιδα) του ~ού. Κόσμημα (βλ. περιδέραιο)/προστατευτικό ~ού. Μαντίλι (δεμένο) γύρω από το(ν)/στο(ν) ~ό. Έχει πιαστεί ο ~ μου (βλ. στραβοκοιμάμαι). Φορά αλυσίδα/κολιέ στον ~ό. Νιώθω έναν κόμπο/ένα σφίξιμο στο ~ό. Πβ. τράχηλος. Βλ. αυχένας, θυρεοειδής (αδένας).|| Ερεθισμένος ~. Καραμέλα/σιρόπι για το ~ό. Έκλεισε/με γαργαλά/με καίει/ξεράθηκε/πονά (βλ. πονόλαιμος) ο ~ μου. Πβ. λαιμά. Βλ. βραχνιάζω.|| (συνεκδ., τμήμα ρούχων που τυλίγει τον ~ό:) Ο ~ της μπλούζας έχει ξεχειλώσει. Πβ. περιλαίμιο. Βλ. γιακάς, ζιβάγκο, ντεκολτέ.|| (ΖΩΟΛ.) Ο ~ της καμηλοπάρδαλης/του κύκνου. 2. (κατ’ επέκτ.) μακρόστενο τμήμα αντικειμένου: ο ~ ενός αγγείου/του μπουκαλιού. Δοχείο με κοντό και στενό ~ό (βλ. στάμνα).|| (ΒΟΤ.) Ο ~ των φυτών (: το τμήμα που ενώνει τη ρίζα με το(ν) βλαστό). 3. (ειδικότ.) λωρίδα γης που ενώνει μια χερσόνησο με την ξηρά. ● Υποκ.: λαιμουδάκι (το) ● ΦΡ.: βάζω το μαχαίρι/τη θηλιά στο(ν) λαιμό κάποιου & (σπάν.) σφίγγω τη θηλιά στον λαιμό κάποιου (μτφ.-προφ.): του ασκώ μεγάλη πίεση, τον εκβιάζω: Του έχουν βάλει ~ ~ για να υπογράψει., καθαρίζω το λαιμό μου & τη φωνή μου (μτφ.-προφ.): βήχω για να απαλλάξω τον λάρυγγα από φλέγματα., μέχρι/ως το λαιμό (μτφ.-προφ.): πάρα πολύ, εντελώς: μπλεγμένος/χρεωμένος ~ ~. Βουτηγμένοι ~ ~ στη διαφθορά. Πόλη πνιγμένη ~ ~ στα σκουπίδια.|| Μ' έχει φέρει ~ ~ (: με έχει εξοργίσει). [< γαλλ. jusqu' au cou] , μου κάθεται/μου στέκεται στο λαιμό/στο στομάχι (προφ.): για τροφή που προκαλεί πνιγμό ή δυσπεψία· κατ΄επέκτ. για κάποιον ή κάτι που προκαλεί αντιπάθεια, απέχθεια: Το κόκαλο/η μπουκιά μου κάθισε στον λαιμό.|| Παριστάνει τον έξυπνο και ~ ~., παίρνω (κάποιον) στο λαιμό μου (προφ.): τον παρασύρω σε κακή, λανθασμένη επιλογή· τον βλάπτω, τον ζημιώνω: Δεν είμαι και σίγουρη, μη σε πάρω ~ ~!, στο λαιμό να σου (/του ...) κάτσει!: ως κατάρα να μην ευχαριστηθεί κάποιος κάτι: ~ ~ το φαγητό!, αρπάζω/πιάνω κάποιον από το γιακά/το λαιμό/τα πέτα βλ. αρπάζω, κόβω το λαιμό/το(ν) σβέρκο μου βλ. κόβω, στέγνωσε το σάλιο/η γλώσσα/ο λαιμός/το λαρύγγι μου βλ. στεγνώνω, το κρίμα στο λαιμό σου! βλ. κρίμα [< 1, 2: αρχ. λαιμός, γαλλ. cou]
27487λαιμουδιάλαι-μου-διά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): λαιμόκοψη.
27488λαΐνιβλ. λαγήνι
27489λάινσμανλά-ιν-σμαν ουσ. (αρσ.) {άκλ.} & (προφ.) λάισμαν (παλαιότ.): ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) βοηθός διαιτητή, επόπτης γραμμών. [< αγγλ. linesman]
27490λάιτλά-ιτ επίθ. {άκλ.} 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. που έχει λίγες θερμίδες ή χαμηλά λιπαρά ή γενικότ. χαμηλή περιεκτικότητα σε κάποιο συστατικό (π.χ. αλκοόλ, νικοτίνη)· ελαφρύς, μη παχυντικός: κόκα-κόλα/κρέμα γάλακτος/μαγιονέζα/τυρί ~. Βλ. πλήρης.|| Μπίρα ~. 2. (μτφ.-προφ.) που στερείται βάθους, ουσίας ή έντονου προβληματισμού: μια ~ εκδοχή/εξήγηση. Πβ. επιφανειακός. ● ΦΡ.: αραχτός και λάιτ (νεαν. αργκό): ανέμελος και ξένοιαστος: Κάθεται/πίνει τον καφέ του ~ ~. Πολύ ~ό ~ σε βρίσκω. [< αγγλ. light]
27491λάιτ μοτίφ & λάιτ μοτίβλά-ιτ μο-τίφ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΜΟΥΣ. σύντομο μουσικό θέμα που συνδέεται με αντικείμενο, πρόσωπο ή ιδέα και επανέρχεται αυτούσιο ή παραλλαγμένο στη διάρκεια μουσικής σύνθεσης, κυρ. όπερας ή συμφωνικού ποιήματος. ΣΥΝ. εξαγγελτικό μοτίβο 2. (μτφ.) λέξη, φράση, έννοια ή θέμα που επαναλαμβάνεται σταθερά σε έργο ή ομιλία: το ~ ενός βιβλίου/μιας ταινίας. [< γερμ. Leitmotiv]
27492λάιφ στάιλλά-ιφ στά-ιλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & λάιφσταϊλ & λαϊφστάιλ : το σύγχρονο πρότυπο ζωής, όπως αυτό προβάλλεται από τα ΜΜΕ και τη διαφήμιση και σχετίζεται κυρ. με την πολυτέλεια, τον καταναλωτισμό και την κοινωνική καταξίωση. Βλ. τζετ σετ.|| (ως επίθ.) ~ εκπομπές/εμφανίσεις/περιοδικά. ● ΣΥΜΠΛ.: φάρμακα λάιφ στάιλ: τα οποία δεν στοχεύουν στην αντιμετώπιση νοσημάτων, αλλά καταστάσεων υγείας που έχουν άμεσο αντίκτυπο στην ποιότητα ζωής του ατόμου. Βλ. αντισυλληπτικά, βιάγκρα. [< αγγλ. lifestyle drugs, 1982] [< αγγλ. life-style, ως ουσ., 1915, ως επίθ. 1970]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.