Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [28200-28220]

IDΛήμμαΕρμηνεία
27493λακουσ. (θηλ.) {άκλ.}: σπρέι για διατήρηση του χτενίσματος: ~ μαλλιών. ~ για δυνατό κράτημα. Βάζω ~. ~ που φιξάρει τα μαλλιά. Ψεκάστε με ~. Βλ. αφρός, κερί, τζελ. [< γαλλ. laque, 1960]
27494λάκαλά-κα ουσ. (θηλ.): βερνίκι κυρ. ξύλινων επιφανειών· συνεκδ. λακαριστό ξύλο: ~ες νερού. ~ δύο συστατικών. Πόρτες βαμμένες με ~. Πβ. λούστρο. Βλ. γομα~, ριπολίνη.|| Γυαλιστερή/λευκή/ματ/μαύρη/πολυεστερική/χρωματιστή ~. [< μεσν. λάκα < μεσν. λατ. lacca < ιταλ. ~]
27495λακάρισμαλα-κά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): βάψιμο ξύλινης επιφάνειας με λάκα: οικολογικό ~. Πβ. βερνίκωμα, λουστράρισμα, στίλβωση. Βλ. -ισμα.
27496λακαριστός, ή, ό λα-κα-ρι-στός επίθ. & λακαρισμένος, η, ο (προφ.): βαμμένος με λάκα: ~ές: επιφάνειες. Κουζίνα από ξύλο ~ό. Πόρτες ~ές.
27497λακέρδαλα-κέρ-δα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. παστή παλαμίδα ή παστός τόνος: πολίτικη ~. ~ φιλέτο. [< μεσν. λακέρτα < λατ. lacerta]
27498λακέςλα-κές ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.-μειωτ.) αυτός που υπηρετεί δουλικά τα συμφέροντα άλλων: πολιτικοί ~έδες. ~ της εξουσίας. Πβ. γλείφτης, κόλακας, τζουτζές, τσιράκι, υποτακτικός. 2. (παρωχ.) ένστολος υπηρέτης. Βλ. λιβρέα, -ές. [< γαλλ. laquais]
27499λακίζω

λα-κί-ζω ρ. (αμτβ.) {λάκι-σε, -σει} & λακάω (λαϊκό): φεύγω τρέχοντας, συνήθ. από φόβο· κυρ. κατ' επέκτ. απομακρύνομαι γρήγορα από μια δύσκολη, δυσάρεστη ή επικίνδυνη κατάσταση, συνήθ. λόγω δειλίας: Μόλις είδε τα σκούρα, ~σε. Πβ. την κάνω, την κοπανάω, το βάζω στα πόδια, (το) κόβω λάσπη. [< μτγν. λακῶ 'σκάω', μεσν. γλακώ 'τρέχω']

27500λακιρντίβλ. λακριντί
27501λάκκαλάκ-κα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό, κυρ. ως τοπωνύμιο): μεγάλη κοιλότητα, βαθούλωμα του εδάφους, συνήθ. ανάμεσα σε λόφους ή υψώματα. Πβ. γούβα, γούπατο.
27502λακκάκιλακ-κά-κι ουσ. (ουδ.) 1. μικρή κοιλότητα σε διάφορα μέρη του σώματος: το ~ του λαιμού. ~ στο πιγούνι. Όταν γελάει, κάνει/σχηματίζονται ~ια στα μάγουλά της. 2. (σπάν.-υποκ.) μικρός λάκκος.
27503λακκοειδής, ής, ές λακ-κο-ει-δής επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. (για τάφο) που μοιάζει με λάκκο. Βλ. θαλαμοειδής, -ειδής.
27504λάκκοςλάκ-κος ουσ. (αρσ.) 1. κοιλότητα του εδάφους, συνήθ. μεγάλη και τεχνητή: σκαμμένος ~ (βλ. όρυγμα, σκάμμα, τάφρος, χαντάκι). ~ βάθους ... μέτρων. Απορροφητικοί ~οι αστικών λυμάτων (βλ. βόθρος). Διάνοιξη ~ων (φύτευσης). Έπεσε σε ~ο (= λακκούβα). Πβ. βαθούλωμα, γούβα, γούπατο, λούμπα. Βλ. λακκάκι.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Αποθηκευτικοί ~οι (= αποθέτες). 2. (λαϊκό) τάφος. ● ΦΡ.: κάποιο λάκκο έχει η φάβα (παροιμ.): κάτι ύποπτο συμβαίνει, κάτι δεν πάει καλά., ο λάκκος των λεόντων/με τα φίδια (μτφ.): εξαιρετικά δύσκολη ή κρίσιμη κατάσταση: Βρίσκεται/έπεσε/τον έριξαν στον ~ο ~., όποιος σκάβει το(ν) λάκκο του άλλου/αλλουνού, πέφτει ο ίδιος μέσα (παροιμ.): όποιος προσπαθεί να κάνει κακό σε άλλον, στο τέλος ζημιώνεται ο ίδιος., σκάβω/ανοίγω τον λάκκο (κάποιου) (μτφ.-προφ.): προσπαθώ να τον βλάψω, δρω ύπουλα σε βάρος του: Του παρίστανε τον φίλο και από πίσω του έσκαβε ~.|| Άνοιξε μόνος του τον ~ του. [< αρχ. λάκκος]
27505λακκούβαλακ-κού-βα ουσ. (θηλ.) & λακούβα: κοίλωμα επιφάνειας, συνήθ. του εδάφους: βαθιά ~. ~ με νερό (βλ. λούτσα). Δρόμος γεμάτος ~ες. Έπεσε σε μια ~. Πβ. βαθούλωμα, βούλιαγμα, γούβα, λάκκος, λούμπα.|| (σε συνταγές:) Ανοίγετε μια μικρή ~ στο κέντρο της ζύμης. ● Υποκ.: λακκουβίτσα (η) ● Μεγεθ.: λακκουβάρα (η) [< παλαιό σλαβ. lokŭva]
27506λακριντίλα-κρι-ντί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & λακιρντί (λαϊκό): κουβεντολόι, πολυλογία· κουτσομπολιό. [< τουρκ. lakîrdî]
27507λακταλβουμίνηλα-κταλ-βου-μί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. λευκωματίνη του γάλακτος: α-~. Βλ. καζεΐνη, -ίνη. [< γαλλ. lactalbumine, περ. 1900]
27508λακτάσηλα-κτά-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ένζυμο που διασπά τη λακτόζη σε γλυκόζη και γαλακτόζη: δυσανεξία στην πέψη του γάλακτος λόγω έλλειψης ~ης. [< γαλλ. lactase, περ. 1900]
27509λακτίζωλα-κτί-ζω ρ. (μτβ.) (λάκτι-σε, -σει) (λόγ.): κλοτσώ. ● ΦΡ.: (δεινόν/σκληρόν) προς κέντρα λακτίζειν (αρχαιοπρ.): ματαιοπονεί όποιος προσπαθεί να εναντιωθεί στην εξουσία ή τους ισχυρούς. [< αρχ. λακτίζω]
27510λάκτισμαλά-κτι-σμα ουσ. (ουδ.) {λακτίσμ-ατα}: ΑΘΛ. κλοτσιά: (επίσ., στο ποδόσφαιρο) γωνιαίο (= κόρνερ)/επανορθωτικό (= πέναλτι) ~. Βλ. σουτ1.|| (στις πολεμικές τέχνες:) Εναέριο/μπροστινό/πλάγιο ~. ~ με το γόνατο/τη φτέρνα. ~ στο κεφάλι. Βλ. λαβή, λαξ. ● ΣΥΜΠΛ.: ελεύθερο λάκτισμα: ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) χτύπημα στημένης μπάλας μετά από κόρνερ, πέναλτι ή φάουλ: άμεσο/έμμεσο ~ ~. ΣΥΝ. ελεύθερο χτύπημα, φρι κικ, εναρκτήριο λάκτισμα 1. ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) το πρώτο χτύπημα της μπάλας στο κέντρο του γηπέδου, για την έναρξη του πρώτου ή δευτέρου ημιχρόνου: Σφύριξε (ενν. ο διαιτητής) το ~ ~ του τελικού. 2. (μτφ.) ξεκίνημα: Δόθηκε το ~ ~ των συνομιλιών. [< αγγλ. kick-off] [< αρχ. λάκτισμα]
27511λακτόζηλα-κτό-ζη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. δισακχαρίτης του γάλακτος (σύμβ. C12H22O11), υδατοδιαλυτός σε γλυκόζη και γαλακτόζη: δυσανεξία στη ~. Διάσπαση της ~ης (βλ. λακτάση). Οπερόνιο της ~ης. Γαλακτοκομικά προϊόντα χωρίς ~ (: συνήθ. για αλλεργικούς σε αυτήν). Βλ. ζάχαρο. [< γαλλ.-αγγλ. lactose]
27512λακωνίζωλα-κω-νί-ζω ρ. (αμτβ.) (αρχαιοπρ.): εκφράζομαι λακωνικά. ΑΝΤ. μακρηγορώ, μακρολογώ, πλατειάζω. Συνήθ. στη ● ΦΡ.: το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν (γνωμ.): για να δηλωθεί η αξία του σύντομου και περιεκτικού τρόπου έκφρασης. Πβ. η σιωπή είναι χρυσός, τα λίγα λόγια ζάχαρη και τα καθόλου μέλι, τα πολλά λόγια είναι φτώχεια. [< μτγν. λακωνίζω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.