| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 27496 | λακαριστός | , ή, ό λα-κα-ρι-στός επίθ. & λακαρισμένος, η, ο (προφ.): βαμμένος με λάκα: ~ές: επιφάνειες. Κουζίνα από ξύλο ~ό. Πόρτες ~ές. | |
| 27497 | λακέρδα | λα-κέρ-δα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. παστή παλαμίδα ή παστός τόνος: πολίτικη ~. ~ φιλέτο. [< μεσν. λακέρτα < λατ. lacerta] | |
| 27498 | λακές | λα-κές ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.-μειωτ.) αυτός που υπηρετεί δουλικά τα συμφέροντα άλλων: πολιτικοί ~έδες. ~ της εξουσίας. Πβ. γλείφτης, κόλακας, τζουτζές, τσιράκι, υποτακτικός. 2. (παρωχ.) ένστολος υπηρέτης. Βλ. λιβρέα, -ές. [< γαλλ. laquais] | |
| 27499 | λακίζω | λα-κί-ζω ρ. (αμτβ.) {λάκι-σε, -σει} & λακάω (λαϊκό): φεύγω τρέχοντας, συνήθ. από φόβο· κυρ. κατ' επέκτ. απομακρύνομαι γρήγορα από μια δύσκολη, δυσάρεστη ή επικίνδυνη κατάσταση, συνήθ. λόγω δειλίας: Μόλις είδε τα σκούρα, ~σε. Πβ. την κάνω, την κοπανάω, το βάζω στα πόδια, (το) κόβω λάσπη. [< μτγν. λακῶ 'σκάω', μεσν. γλακώ 'τρέχω'] | |
| 27500 | λακιρντί | βλ. λακριντί | |
| 27501 | λάκκα | λάκ-κα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό, κυρ. ως τοπωνύμιο): μεγάλη κοιλότητα, βαθούλωμα του εδάφους, συνήθ. ανάμεσα σε λόφους ή υψώματα. Πβ. γούβα, γούπατο. | |
| 27502 | λακκάκι | λακ-κά-κι ουσ. (ουδ.) 1. μικρή κοιλότητα σε διάφορα μέρη του σώματος: το ~ του λαιμού. ~ στο πιγούνι. Όταν γελάει, κάνει/σχηματίζονται ~ια στα μάγουλά της. 2. (σπάν.-υποκ.) μικρός λάκκος. | |
| 27503 | λακκοειδής | , ής, ές λακ-κο-ει-δής επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. (για τάφο) που μοιάζει με λάκκο. Βλ. θαλαμοειδής, -ειδής. | |
| 27504 | λάκκος | λάκ-κος ουσ. (αρσ.) 1. κοιλότητα του εδάφους, συνήθ. μεγάλη και τεχνητή: σκαμμένος ~ (βλ. όρυγμα, σκάμμα, τάφρος, χαντάκι). ~ βάθους ... μέτρων. Απορροφητικοί ~οι αστικών λυμάτων (βλ. βόθρος). Διάνοιξη ~ων (φύτευσης). Έπεσε σε ~ο (= λακκούβα). Πβ. βαθούλωμα, γούβα, γούπατο, λούμπα. Βλ. λακκάκι.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Αποθηκευτικοί ~οι (= αποθέτες). 2. (λαϊκό) τάφος. ● ΦΡ.: κάποιο λάκκο έχει η φάβα (παροιμ.): κάτι ύποπτο συμβαίνει, κάτι δεν πάει καλά., ο λάκκος των λεόντων/με τα φίδια (μτφ.): εξαιρετικά δύσκολη ή κρίσιμη κατάσταση: Βρίσκεται/έπεσε/τον έριξαν στον ~ο ~., όποιος σκάβει το(ν) λάκκο του άλλου/αλλουνού, πέφτει ο ίδιος μέσα (παροιμ.): όποιος προσπαθεί να κάνει κακό σε άλλον, στο τέλος ζημιώνεται ο ίδιος., σκάβω/ανοίγω τον λάκκο (κάποιου) (μτφ.-προφ.): προσπαθώ να τον βλάψω, δρω ύπουλα σε βάρος του: Του παρίστανε τον φίλο και από πίσω του έσκαβε ~.|| Άνοιξε μόνος του τον ~ του. [< αρχ. λάκκος] | |
| 27505 | λακκούβα | λακ-κού-βα ουσ. (θηλ.) & λακούβα: κοίλωμα επιφάνειας, συνήθ. του εδάφους: βαθιά ~. ~ με νερό (βλ. λούτσα). Δρόμος γεμάτος ~ες. Έπεσε σε μια ~. Πβ. βαθούλωμα, βούλιαγμα, γούβα, λάκκος, λούμπα.|| (σε συνταγές:) Ανοίγετε μια μικρή ~ στο κέντρο της ζύμης. ● Υποκ.: λακκουβίτσα (η) ● Μεγεθ.: λακκουβάρα (η) [< παλαιό σλαβ. lokŭva] | |
| 27506 | λακριντί | λα-κρι-ντί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & λακιρντί (λαϊκό): κουβεντολόι, πολυλογία· κουτσομπολιό. [< τουρκ. lakîrdî] | |
| 27507 | λακταλβουμίνη | λα-κταλ-βου-μί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. λευκωματίνη του γάλακτος: α-~. Βλ. καζεΐνη, -ίνη. [< γαλλ. lactalbumine, περ. 1900] | |
| 27508 | λακτάση | λα-κτά-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ένζυμο που διασπά τη λακτόζη σε γλυκόζη και γαλακτόζη: δυσανεξία στην πέψη του γάλακτος λόγω έλλειψης ~ης. [< γαλλ. lactase, περ. 1900] | |
| 27509 | λακτίζω | λα-κτί-ζω ρ. (μτβ.) (λάκτι-σε, -σει) (λόγ.): κλοτσώ. ● ΦΡ.: (δεινόν/σκληρόν) προς κέντρα λακτίζειν (αρχαιοπρ.): ματαιοπονεί όποιος προσπαθεί να εναντιωθεί στην εξουσία ή τους ισχυρούς. [< αρχ. λακτίζω] | |
| 27510 | λάκτισμα | λά-κτι-σμα ουσ. (ουδ.) {λακτίσμ-ατα}: ΑΘΛ. κλοτσιά: (επίσ., στο ποδόσφαιρο) γωνιαίο (= κόρνερ)/επανορθωτικό (= πέναλτι) ~. Βλ. σουτ1.|| (στις πολεμικές τέχνες:) Εναέριο/μπροστινό/πλάγιο ~. ~ με το γόνατο/τη φτέρνα. ~ στο κεφάλι. Βλ. λαβή, λαξ. ● ΣΥΜΠΛ.: ελεύθερο λάκτισμα: ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) χτύπημα στημένης μπάλας μετά από κόρνερ, πέναλτι ή φάουλ: άμεσο/έμμεσο ~ ~. ΣΥΝ. ελεύθερο χτύπημα, φρι κικ, εναρκτήριο λάκτισμα 1. ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) το πρώτο χτύπημα της μπάλας στο κέντρο του γηπέδου, για την έναρξη του πρώτου ή δευτέρου ημιχρόνου: Σφύριξε (ενν. ο διαιτητής) το ~ ~ του τελικού. 2. (μτφ.) ξεκίνημα: Δόθηκε το ~ ~ των συνομιλιών. [< αγγλ. kick-off] [< αρχ. λάκτισμα] | |
| 27511 | λακτόζη | λα-κτό-ζη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. δισακχαρίτης του γάλακτος (σύμβ. C12H22O11), υδατοδιαλυτός σε γλυκόζη και γαλακτόζη: δυσανεξία στη ~. Διάσπαση της ~ης (βλ. λακτάση). Οπερόνιο της ~ης. Γαλακτοκομικά προϊόντα χωρίς ~ (: συνήθ. για αλλεργικούς σε αυτήν). Βλ. ζάχαρο. [< γαλλ.-αγγλ. lactose] | |
| 27512 | λακωνίζω | λα-κω-νί-ζω ρ. (αμτβ.) (αρχαιοπρ.): εκφράζομαι λακωνικά. ΑΝΤ. μακρηγορώ, μακρολογώ, πλατειάζω. Συνήθ. στη ● ΦΡ.: το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν (γνωμ.): για να δηλωθεί η αξία του σύντομου και περιεκτικού τρόπου έκφρασης. Πβ. η σιωπή είναι χρυσός, τα λίγα λόγια ζάχαρη και τα καθόλου μέλι, τα πολλά λόγια είναι φτώχεια. [< μτγν. λακωνίζω] | |
| 27513 | λακωνικός | , ή, ό λα-κω-νι-κός επίθ. 1. σύντομος και περιεκτικός: ~ός: τίτλος/τρόπος έκφρασης. ~ή: ανακοίνωση/απάντηση/δήλωση/περιγραφή. ~ό: κείμενο/σχόλιο. Πβ. αποφθεγματ-, δωρ-, ελλειπτ-, επιγραμματ-, συνοπτ-, τηλεγραφ-ικός, λιτός.|| ~ός: συνομιλητής. Πβ. λιγομίλητος, ολιγόλογος. ΑΝΤ. αμετροεπής, πολυλογάς, φλύαρος. 2. που σχετίζεται με τη Λακωνία ή/και τους Λάκωνες. Πβ. σπαρτιατικός. ● επίρρ.: λακωνικά & (σπάν.-λόγ.) -ώς [-ῶς]: στη σημ. 1. Πβ. διά βραχέων, εν ολίγοις. [< 1: μτγν. λακωνικός, γαλλ. laconique, αγγλ. laconic 2: αρχ. Λακωνικός] | |
| 27514 | λακωνικότητα | λα-κω-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συντομία και περιεκτικότητα του λόγου: η ~ μιας αφήγησης/ενός επιγράμματος. Πβ. βραχυλογία. ΑΝΤ. αδολεσχία, αμετροέπεια, απεραντο-, πολυ-λογία, πλατειασμός, φλυαρία. Βλ. -ότητα. | |
| 27515 | λακωνισμός | λα-κω-νι-σμός ουσ. (αρσ.): λακωνικός τρόπος έκφρασης. Βλ. -ισμός. [< μτγν. λακωνισμός, γαλλ. laconisme, αγγλ. laconism] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ