| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 27513 | λακωνικός | , ή, ό λα-κω-νι-κός επίθ. 1. σύντομος και περιεκτικός: ~ός: τίτλος/τρόπος έκφρασης. ~ή: ανακοίνωση/απάντηση/δήλωση/περιγραφή. ~ό: κείμενο/σχόλιο. Πβ. αποφθεγματ-, δωρ-, ελλειπτ-, επιγραμματ-, συνοπτ-, τηλεγραφ-ικός, λιτός.|| ~ός: συνομιλητής. Πβ. λιγομίλητος, ολιγόλογος. ΑΝΤ. αμετροεπής, πολυλογάς, φλύαρος. 2. που σχετίζεται με τη Λακωνία ή/και τους Λάκωνες. Πβ. σπαρτιατικός. ● επίρρ.: λακωνικά & (σπάν.-λόγ.) -ώς [-ῶς]: στη σημ. 1. Πβ. διά βραχέων, εν ολίγοις. [< 1: μτγν. λακωνικός, γαλλ. laconique, αγγλ. laconic 2: αρχ. Λακωνικός] | |
| 27514 | λακωνικότητα | λα-κω-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συντομία και περιεκτικότητα του λόγου: η ~ μιας αφήγησης/ενός επιγράμματος. Πβ. βραχυλογία. ΑΝΤ. αδολεσχία, αμετροέπεια, απεραντο-, πολυ-λογία, πλατειασμός, φλυαρία. Βλ. -ότητα. | |
| 27515 | λακωνισμός | λα-κω-νι-σμός ουσ. (αρσ.): λακωνικός τρόπος έκφρασης. Βλ. -ισμός. [< μτγν. λακωνισμός, γαλλ. laconisme, αγγλ. laconism] | |
| 27516 | λαλάγγι | λα-λάγ-γι ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} & λαλαγγίτα (η) & (λαϊκό) λαλαγγίδα (η): ΜΑΓΕΙΡ. -ΖΑΧΑΡ. είδος τηγανίτας: ~ια με μέλι/τυρί. [< μεσν. λαλάγγι, λαλαγγίτα] | |
| 27517 | λαλεί | [λαλεῖ] λα-λεί ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {λάλ-ησε, -ήσει, -ούμενος, -ημένος} & λαλάει & λαλά (προφ.): (για πτηνό) κελαηδά, βγάζει φωνή: ~ούν τα πουλιά. Πβ. τραγουδώ.|| (μτφ.-λογοτ.) ~ούσαν (= ηχούσαν μελωδικά) τα βιολιά. ● λαλώ {λαλ-είς κ. -άς} 1. (νεαν. αργκό) τρελαίνομαι: Έχω ~ήσει (= παλαβώσει) απ' το πολύ διάβασμα. Κόντεψα να ~ήσω (= να μου στρίψει, να φλιπάρω) κλεισμένος στο σπίτι τόσες μέρες. Καλά, αυτός είναι τελείως ~ημένος (= σαλταρισμένος). 2. (προφ.) λέω, μιλώ· (για μουσικό) παίζω. Βλ. δια~, κατα~. ● Ουσ.: λαλούμενα (τα): λαϊκά μουσικά όργανα., λαλουμένη/λαλούμενη (γλώσσα) (η) (προφ.): καθομιλουμένη. Πβ. λαλιά. ● ΦΡ.: είπα και (ε)λάλησα (προφ.-εμφατ.): δεν δέχομαι δεύτερη κουβέντα, δεν θα το ξαναπώ, είμαι ανυποχώρητος στην άποψή μου: ~ ~, θα πάτε αμέσως για ύπνο!, ούτε μιλάει ούτε λαλάει (προφ.): δεν μιλά καθόλου, δεν βγάζει λέξη., τρεις λαλούν και δυο χορεύουν (μτφ.-προφ.): για να δηλωθεί έλλειψη σοβαρότητας, λογικής ή συνεννόησης: Είναι όλοι τους ~ ~!, εκ γαρ του περισσεύματος της καρδίας (το στόμα λαλεί) βλ. περίσσευμα, όπου λαλούν πολλοί κοκόροι/πολλά κοκόρια, αργεί να ξημερώσει βλ. κόκορας [< αρχ. λαλῶ] | |
| 27518 | λάλημα | λά-λη-μα ουσ. (ουδ.) {λαλήματα} (προφ.): κελάηδημα, φωνή πουλιού: το ~ του αηδονιού/πετεινού.|| (μτφ.-λογοτ.) Το ~ της φλογέρας. Πβ. λαλιά. [< αρχ. λάλημα] | |
| 27519 | λαλιά | λα-λιά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. φωνή: ανθρώπινη/γλυκιά (βλ. γλυκόλαλος) ~. Βρήκε τη ~ του. Βλ. κατα~, προσ~.|| (λογοτ.) Του πήρε τη ~ (= τον μάγεψε). Η ~ του αηδονιού. Πβ. κελάηδημα, λάλημα. 2. (συνήθ. λογοτ.) γλώσσα, διάλεκτος: ελληνική/λαϊκή/τοπική ~. Βλ. γλωσσο~, ντοπιο~. ● ΦΡ.: έχασε τη μιλιά/τη λαλιά του βλ. μιλιά [< αρχ. λαλιά] | |
| 27520 | λαλίστατος | , η, ο λα-λί-στα-τος επίθ.: πολύ ομιλητικός: ~ος: πρόεδρος. Ήταν ~ στις δηλώσεις του.|| ~α: χείλη. [< αρχ. λαλίστατος, υπερθ. του ουσ. λάλος ‘φλύαρος’] | |
| 27521 | λάμα | λά-μα ουσ. (θηλ.) 1. λεπίδα: αιχμηρή ~. Η ~ του μαχαιριού/ξυραφιού. Ξύστρα με ανταλλακτικές ~ες. Βλ. πριονό-, σπαθό-λαμα. 2. μεταλλικό έλασμα: (ΙΑΤΡ., ορθοπαιδικό υλικό για την αντιμετώπιση καταγμάτων:) Έχει/του έβαλαν ~ες στο πόδι. Βλ. καρφί.|| ~ στήριξης. Ενίσχυση υποστυλωμάτων με ~ες. Πβ. μπανέλα, τζινέτι. ● Υποκ.: λαμάκι (το), λαμίτσα (η) [< ιταλ. lama] | |
| 27522 | λάμα | λά-μα ουσ. (αρσ.) {άκλ.} (στο Θιβέτ και τη Μογγολία): ΘΡΗΣΚ. βουδιστής μοναχός. ● ΣΥΜΠΛ.: Δαλάι Λάμα βλ. δαλάι [< γαλλ. lama] | |
| 27523 | λάμα | λά-μα ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. θηλαστικό της Ν. Αμερικής συγγενικό με την καμήλα (επιστ. ονομασ. Llama glama), με κοντό και στενό κεφάλι, μεγάλο λαιμό, μακρύ καστανοκόκκινο, λευκό ή μαύρο τρίχωμα, χωρίς καμπούρα, το οποίο χρησιμοποιείται κυρ. για τη μεταφορά φορτίων και την παραγωγή μαλλιού. Πβ. αλπακά. [< γαλλ. lama] | |
| 27524 | λαμαρίνα | λα-μα-ρί-να ουσ. (θηλ.) 1. μεταλλικό έλασμα, συνήθ. λεπτό: ανοξείδωτη/γαλβανισμένη/διάτρητη/στραντζαριστή ~. Κοπή/φύλλα ~ας. Επένδυση με ~. Δάπεδο/στέγη από ~. ~ες αυτοκινήτων. 2. μεγάλο, ρηχό, ορθογώνιο ταψί: Ψήνετε τα κουλουράκια στη ~ του φούρνου. ● Υποκ.: λαμαρινίτσα & λαμαρινούλα (η) (σπάν.) ● ΦΡ.: δάγκωσε τη λαμαρίνα (προφ.): ερωτεύτηκε, συνήθ. παράφορα. Πβ. την πάτησα. [< βεν. lamarin] | |
| 27525 | λαμαρινάς | λα-μα-ρι-νάς ουσ. (αρσ.) (προφ.): τεχνίτης που κατασκευάζει ή επισκευάζει αντικείμενα από λαμαρίνα. Πβ. φαναρτζής. Βλ. -άς. | |
| 27526 | λαμαρινένιος | , ια, ιο λα-μα-ρι-νέ-νιος επίθ.: κατασκευασμένος από λαμαρίνα: ~ιος: κουβάς. ~ια: στέγη. | |
| 27527 | λαμβάνειν | λαμ-βά-νειν {άκλ.} (αρχαιοπρ.): μόνο στη ● ΦΡ.: έχω λαμβάνειν (λόγ.) & έχω να λαμβάνω/να λαβαίνω: μου οφείλεται χρηματικό ποσό: ~ει ~ αποζημίωση/δεδουλευμένα. [< αρχ. λαμβάνειν] | |
| 27528 | λαμβάνω | λαμ-βά-νω ρ. (μτβ.) {(ε)λάμβανε, έλαβα (λογιότ. μτχ. λαβ-ών, -ούσα, -όν), λήφ-θηκε (λογιότ. ελήφ-θη, μτχ. ληφ-θείς, -θείσα, -θέν), ληφ-θεί, λαμβάν-οντας, -όμενος, (λογιότ.) ειλημμένος} (επίσ.) & (προφ.) λαβαίνω 1. παίρνω: Έλαβες το ιμέιλ μου; Έλαβε (= απέκτησε) πτυχίο το έτος ... Δεν έχω λάβει καμιά απάντηση (: δεν μου έχουν απαντήσει). (σε κινητά:) Ένα νέο μήνυμα ~θη (ΑΝΤ. εστάλη). (σε αιτήσεις:) Ο ~ών/Η ~ούσα (βλ. δηλών). Τα ~όμενα/~θέντα μέτρα. (ΠΛΗΡΟΦ.) ~θέντα: αρχεία. Πβ. παρα~.|| Η φωτογραφία ~θηκε (= τραβήχτηκε) από δορυφόρο.|| Το φάρμακο ~εται από το στόμα. Βλ. πίνω.|| Η υπόθεση έλαβε αναπάντεχη τροπή. Πβ. προσ~.|| (στη ραδιοεπικοινωνία:) Με ~εις (= μ' ακούς); Βλ. ανα~, απο~, δια~, εκ~, επανα~, κατα~, μετα~, περι~, προκατα~, προ~, συλ~, υπο~. 2. ως απολεξικοποιημένο ρήμα: ~ αποζημίωση (= αποζημιώνομαι). Η σχέση τους έλαβε τέλος (= τελείωσε). Το χωριό έλαβε την ονομασία του (= ονομάστηκε) από ... Ο ασθενής άρχισε και πάλι να ~ει τροφή (= να τρέφεται, να τρώει). Όλες οι αποφάσεις ~θησαν (= όλα αποφασίστηκαν) ομόφωνα. Έχει ~θεί μέριμνα (: έχουν μεριμνήσει) για ... ● ΦΡ.: ελήφθη (όβερ)! (προφ.) ως απάντηση 1. σε επικοινωνία μέσω ασυρμάτου. 2. σε συνομιλητή, για να δηλωθεί ότι τα λεγόμενά του έχουν γίνει απολύτως κατανοητά. Πβ. μπήκα!, λάβετε θέσεις (προφ.): σύνθημα εκκίνησης· γενικότ. προτρεπτική έκφραση προετοιμασίας για επικείμενο γεγονός: (σε αγώνες δρόμου:) ~ ~, έτοιμοι!|| ~ ~, η μεγάλη μέρα πλησιάζει., λαμβάνει χώρα & λαβαίνει χώρα (επίσ.): γίνεται, πραγματοποιείται: Η εκδήλωση/έκθεση/τελετή θα λάβει ~ στο Ίδρυμα ... Πότε θα λάβει ~ (= διεξαχθεί) η δίκη; Το συμβάν έλαβε ~ την περασμένη εβδομάδα. [< μτγν. χώραν λαμβάνειν/είναι· πβ. γαλλ. avoir lieu] , λαμβανομένου/λαμβανομένης υπόψη: αν αναλογιστεί, αν σκεφτεί κανείς: Η εργασία διεκπεραιώθηκε επιτυχώς, ~ου ~ του μικρού χρονικού περιθωρίου. ~ων ~ των ειδικών συνθηκών, ... Πβ. δεδομένου ότι ..., δοθέντος ότι ..., λαμβάνω/παίρνω υπόψη: αποδίδω σε κάτι την πρέπουσα σημασία, υπολογίζω: Ευχαριστώ, θα το λάβω/πάρω σοβαρά ~ μου (πβ. σκέφτομαι, συλλογίζομαι). Πρέπει να ληφθεί ~ η ασφάλεια. ΣΥΝ. λογαριάζω (1) [< γαλλ. prendre en considération] , ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος (αρχαιοπρ.): δεν μπορείς να πάρεις κάτι, συνήθ. χρηματικό ποσό, από κάποιον που δεν το έχει., έχω λαμβάνειν βλ. λαμβάνειν, λαμβάνει/παίρνει σάρκα και οστά βλ. οστό, λαμβάνω γνώση βλ. γνώση, λαμβάνω/έχω την τιμή να ... βλ. τιμή, λαμβάνω/κρατώ υπό σημείωση βλ. σημείωση, λαμβάνω/παίρνω μέρος σε κάτι βλ. μέρος, λαμβάνω/παίρνω μέτρα βλ. μέτρο, λαμβάνω/παίρνω τα μέτρα μου βλ. μέτρο, μάχαιρα(ν) έδωσες, μάχαιρα(ν) θα λάβεις βλ. μάχαιρα, παίρνει/λαμβάνει/προσλαμβάνει διαστάσεις βλ. διάσταση, παίρνω/λαμβάνω τον λόγο βλ. λόγος ● βλ. ειλημμένος [< αρχ. λαμβάνω· μεσν. λαβαίνω] | |
| 27529 | λαμβλίαση | λαμ-βλί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εντερική λοίμωξη που προκαλείται από το πρωτόζωο Giardia lamblia. Βλ. αμοιβάδωση, -ίαση. [< αγγλ. lambliasis, 1916, γαλλ. γαλλ. lambliase, 1927] | |
| 27530 | λάμδα | λάμ-δα ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: το ενδέκατο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου: ~ κεφαλαίο (Λ). ~ μικρό (λ). Λέξη με δύο/ένα ~ (π.χ. άλλος, καλός). Πβ. λ. [< αρχ. λάμβδα] | |
| 27531 | λαμέ | λα-μέ επίθ. {άκλ.}: υφασμένος με μεταλλική κλωστή ή διακοσμημένος με μικρά ασημί ή χρυσά φύλλα: ~ κοστούμι/πέδιλα/φόρεμα.|| (ως ουσ.) Φορούσε ~ (ενν. ρούχα). Βλ. μερσεριζέ, σατέν, στρας. [< γαλλ. lamé] | |
| 27532 | λάμια | λά-μια ουσ. (θηλ.) 1. (μετωνυμ.) κακιά, δύστροπη γυναίκα. Πβ. κακίστρω, καρακάξα, κάργια, μέγαιρα, στρίγκλα. 2. ΜΥΘ.-ΛΑΟΓΡ. (κ. με κεφαλ. Λ) ανθρωποφάγο τέρας με γυναικεία μορφή. Βλ. δράκος, μέδουσα, χίμαιρα. 3. ΙΧΘΥΟΛ. είδος καρχαρία (επιστ. ονομασ. Lamna nasus, Lamna ditropis) με τριγωνικό ρύγχος. [< αρχ. λάμια, γαλλ. lamie, αγγλ. lamia] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ