| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 27533 | λαμινάρια | λα-μι-νά-ρι-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΒΟΤ. φαιοφύκη του Βόρειου Ατλαντικού και Ειρηνικού ωκεανού (γένος Laminaria). [< αγγλ. laminaria] | |
| 27534 | Λαμιώτης, Λαμιώτισσα | Λα-μιώ-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τη Λαμία. | |
| 27535 | λαμιώτικος | , η, ο λα-μιώ-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τη Λαμία ή/και τους Λαμιώτες. | |
| 27536 | λαμογιά | λα-μο-γιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): απατεωνιά: Πήγε να κάνει ~. Έγιναν ~ιές. Πβ. κομπίνα. | |
| 27537 | λαμόγιο | λα-μό-γιο ουσ. (ουδ.) (προφ.): απατεώνας, κομπιναδόρος. ● ΦΡ.: την κάνω λαμόγια/λαμόγιο (αργκό): φεύγω, ξεφεύγω, ξεγλιστρώ: Βρήκε μια δικαιολογία και την έκανε ~. Πβ. την κοπανάω, τη σκαπουλάρω. | |
| 27538 | λάμπα | λά-μπα ουσ. (θηλ.) 1. δοχείο, συνήθ. γυάλινο, που λειτουργεί ως πηγή τεχνητού φωτός με τη χρήση καύσιμης ύλης ή ηλεκτρικής ενέργειας· ειδικότ. λαμπτήρας, λυχνία: ~ κηροζίνης/παραφίνης/πετρελαίου (βλ. λουξ)/υγραερίου (βλ. πυροφάνι). (παλαιότ.) ~ λαδιού (βλ. λυχνάρι)/φωταερίου (ή ασετυλίνης). ~ θυέλλης (: καλύπτεται από γυαλί, για να μη σβήνει από τον δυνατό άνεμο). Πβ. φανάρι, φανός. Βλ. φιτίλι.|| Ανταλλακτική/ηλεκτρική ~. ~ βιδωτή/μπαγιονέτ. Οικονομική ~/~ εξοικονόμησης ενέργειας (: ~ λεντ). ~ των εκατό (= κατοστάρα)/σαράντα (= σαραντάρα) βατ. ~ βολταϊκού τόξου/πυρακτώσεως. Κάηκε η ~. Αλλάζω τη ~. Πβ. γλόμπος, λαμπιόνι, φως. Βλ. αργό(ν), ντουί.|| (για άλλες χρήσεις εκτός φωτισμού:) Θερμαντικές ~ες. Έλεγχος γνησιότητας χαρτονομίσματος με ~ υπεριώδους ακτινοβολίας. ~ες μαυρίσματος (βλ. σολάριουμ). Βλ. λαμπάκι. 2. (συνεκδ.) φωτιστικό (σώμα): επιτραπέζια ~. ~ γραφείου/δαπέδου/δωματίου. Ανάβω τη ~. Πβ. αμπαζούρ, λαμπατέρ, πορτατίφ.|| (Φορητή) ~ τσέπης (= φακός). ● Υποκ.: λαμπίτσα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: λάμπα/λαμπτήρας λάβας: ΤΕΧΝΟΛ. που αποτελείται από έναν διαφανή θάλαμο, ο οποίος περιέχει παχύρρευστο υγρό, στο οποίο αιωρείται μια έντονα χρωματισμένη ουσία. [< αγγλ. lava lamp, 1969] , λάμπα ιωδίου βλ. ιώδιο, λάμπα/λαμπτήρας αλογόνου βλ. αλογόνο, λάμπα/λαμπτήρας φθορισμού/φθορίου βλ. φθορισμός [< γαλλ. lampe, ιταλ. lampa] | |
| 27539 | λαμπάδα | λα-μπά-δα ουσ. (θηλ.): μεγάλο κερί, συνήθ. για διάφορες θρησκευτικές τελετές: λευκή/χειροποίητη ~. Πασχαλινή ~. ~ (στολισμένη) με λουλούδια. ~ες γάμου (= γαμήλιες/νυφικές)/βάπτισης. Έταξε μια ~ στον Άγιο/στη Μεγαλόχαρη. (προφ.) Θ' ανάψω μια ~ ίσα με το μπόι του, αν γίνει καλά!|| (μτφ.) Κορμί/σώμα-~ (= ευθυτενές, λυγερό, στητό). Πβ. κυπαρίσσι.|| (σπάν.-μτφ.) Κράτησαν άσβεστη τη ~ της πίστης. ● Υποκ.: λαμπαδίτσα (η) ● ΦΡ.: μετά φανών και λαμπάδων βλ. φανός [< μεσν. λαμπάδα < αρχ. λαμπάς] | |
| 27540 | λαμπαδηδρομία | λα-μπα-δη-δρο-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΑΡΧ. (κυρ. σε θρησκευτικές γιορτές) αγώνας δρόμου με αναμμένη δάδα που παρέδιδε ο ένας αθλητής στον άλλο, με απώτερο σκοπό αυτή να φτάσει άσβεστη στον βωμό του τιμώμενου θεού. Βλ. -δρομία. 2. πανηγυρική εκδήλωση συνήθ. κοινωνικού χαρακτήρα, κατά μίμηση του αντίστοιχου αρχαίου θεσμού: πανελλήνια ~ αιμοδοσίας (και εθελοντισμού). Πβ. λαμπαδηφορία. Βλ. πομπή. ● ΣΥΜΠΛ.: ολυμπιακή λαμπαδηδρομία: μεταφορά, συνήθ. από αθλητές, της φλόγας των Ολυμπιακών Αγώνων από την αρχαία Ολυμπία στο στάδιο τέλεσής τους. [< 1: μτγν. λαμπαδηδρομία] | |
| 27541 | λαμπαδηδρόμος | λα-μπα-δη-δρό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο, κυρ. αθλητής, που συμμετέχει συνήθ. σε ολυμπιακή λαμπαδηδρομία: πρώτος/τελευταίος ~. Έτρεξε ως ~. Πβ. λαμπαδηφόρος. Βλ. -δρόμος. [< μεσν. επίθ. λαμπαδηδρόμος (αγών)] | |
| 27542 | λαμπαδηφορία | λα-μπα-δη-φο-ρί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) λαμπαδοφορία: πομπή με αναμμένες δάδες: πανηγυρισμός της νίκης με ~ες. Πβ. λαμπαδηδρομία. Βλ. -φορία. [< αρχ. λαμπαδηφορία, μτγν. λαμπαδοφορία] | |
| 27543 | λαμπαδηφόρος | λα-μπα-δη-φό-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που συμμετέχει σε λαμπαδηφορία· λαμπαδηδρόμος: (συχνά μτφ.) ~ των ελληνικών αξιών. Βλ. -φόρος. [< αρχ. λαμπαδηφόρος] | |
| 27544 | λαμπαδιάζει | λα-μπα-διά-ζει ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {λαμπάδια-σε, -σει, λαμπαδιάζ-οντας} (προφ.) 1. παίρνει (γρήγορα) φωτιά, τυλίγεται στις φλόγες: Το αυτοκίνητο/κτίριο ~σε. 2. (σπάν.) καίει. || (μτφ.-λογοτ.) Μεγάλος πόθος ~ την ψυχή του. 3. (σπάν.) βγάζει φλόγες, φουντώνει: Η φωτιά ~σε στο τζάκι. | |
| 27545 | λαμπάδιασμα | λα-μπά-δια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του λαμπαδιάζει: ~ της αποθήκης. | |
| 27546 | λαμπάκι | λα-μπά-κι ουσ. (ουδ.): μικρός λαμπτήρας: κόκκινο/προειδοποιητικό ~. ~ νυκτός. Χριστουγεννιάτικα ~ια (= λαμπιόνια). Ενδεικτικό ~ λειτουργίας. Αναβοσβήνει το ~ (της οθόνης) του υπολογιστή. Άναψε/έσβησε το ~ της φόρτισης. Το διαγνωστικό ~ του κινητήρα (: ένδειξη βλάβης). ΣΥΝ. φωτάκι ● ΦΡ.: μου ανάβουν τα λαμπάκια & μου ανάβει τα λαμπάκια (αργκό): θυμώνω πάρα πολύ, εξοργίζομαι: Κάτι τέτοια ακούω και ~ ~! Αυτή η αναμονή μου ~ει ~! Πβ. μου τη βαράει, μου τη δίνει/μου τη σπάει. | |
| 27547 | λαμπάντα | λα-μπά-ντα ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.}: γρήγορος, αισθησιακός, βραζιλιάνικος χορός που εκτελείται από ζευγάρι το οποίο βρίσκεται σε πολύ στενή σωματική επαφή, με κυματιστή κίνηση των γοφών. Βλ. λάτιν, μακαρένα. [< αμερικ. lambada, 1988, γαλλ. ~, 1989] | |
| 27548 | λαμπατέρ | λα-μπα-τέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: φορητό φωτιστικό εσωτερικού χώρου, με υπερυψωμένη βάση: επιτραπέζιο ~ (πβ. πορτατίφ). ~ δαπέδου. Πβ. λάμπα. [< γαλλ. lampadaire] | |
| 27549 | λαμπάτος | , η, ο [λαμπᾶτος] λα-μπά-τος επίθ. (προφ.): που έχει λάμπες: ~ος: ενισχυτής. ~η: κεφαλή (ηλεκτρικής κιθάρας). Βλ. -άτος. | |
| 27550 | λαμπερός | , ή, ό λα-μπε-ρός επίθ. ΣΥΝ. λαμπρός 1. που λάμπει, ακτινοβολεί: ~ός: ήλιος/ουρανός (πβ. διαυγής· ΑΝΤ. θολός, μουντός, σκοτεινός). ~ό: αστέρι/φως. ~ά: κοσμήματα.|| (κατ' επέκτ.) ~ό: δέρμα/πρόσωπο (πβ. αλαβάστρινο)/χαμόγελο (= φωτεινό). ~ά: μαλλιά/μάτια/χρώματα (ΑΝΤ. θαμπά). Πβ. αστραπο-, φεγγο-βόλος, αστραφτερός, γλαρός, στίλβων, φεγγερός. 2. (μτφ.) εντυπωσιακός, μεγαλοπρεπής: ~ός: γάμος. Ο ~ κόσμος της μόδας.|| Τα πιο ~ά (= γνωστά, δημοφιλή, πρωτοκλασάτα) ονόματα του αθλητισμού. Βλ. -ερός. ● επίρρ.: λαμπερά [< μεσν. λαμπερός] | |
| 27551 | λαμπηδόνα | λα-μπη-δό-να ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) λάμψη, αίγλη. 2. ΛΑΟΓΡ. (στις λαϊκές δοξασίες) θαυματουργό φυτό που δεν φαίνεται την ημέρα και λάμπει τη νύχτα. [< 1: μτγν. λαμπηδών] | |
| 27552 | λαμπικάρισμα | λα-μπι-κά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. φιλτράρισμα, διαύγαση: ~ του κρασιού/λαδιού. Πβ. ραφινάρισμα. 2. (μτφ.) ξελαμπικάρισμα, ξεκαθάρισμα: ~ της σκέψης. Βλ. -ισμα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ