Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [28280-28300]

IDΛήμμαΕρμηνεία
27556λαμπόγυαλολα-μπό-γυα-λο ουσ. (ουδ.): (παλαιότ.) γυαλί, κυρ. λάμπας πετρελαίου. Βλ. οπαλίνα, φυσητό γυαλί. Κυρ. στη ● ΦΡ.: τα κάνω λαμπόγυαλο/λαμπόγυαλα & κάνω κάτι λαμπόγυαλο/λαμπόγυαλα (προφ.): προξενώ μεγάλες καταστροφές: (απειλητ.) Θα ~ ~ εδώ μέσα! Οι οπαδοί έκαναν το γήπεδο ~.
27557λαμποκοπά[λαμποκοπᾷ] λα-μπο-κο-πά ρ. (αμτβ.) & λαμποκοπάει {λαμποκοπ-ώντας} (προφ.): αστράφτει, λάμπει: Τα αστέρια/διαμάντια ~ούν/~άνε. Η αμμουδιά ~ούσε στο φως του ήλιου. Πβ. αστραπο-, φεγγο-βολά.|| (κατ' επέκτ.) Το πάτωμα/η τουαλέτα ~ (= απαστράπτει, είναι πεντακάθαρο/η).|| (μτφ.) Το πρόσωπό της ~ούσε από ευτυχία/καλοσύνη. (σπάν. στο α' κ. β' πρόσ.) ~άς από χαρά! Βλ. -κοπώ.
27558λαμπράλα-μπρά επίρρ. 1. εξαιρετικά, θαυμάσια: -Πώς τα περάσατε; -~! Πβ. καταπληκτικά, υπέροχα.|| (για να δηλωθεί συμφωνία ή επικρότηση:) -Τι θα έλεγες να πηγαίναμε ένα ταξιδάκι; -~! Πβ. τέλεια. 2. με λαμπρότητα, μεγαλοπρεπώς: ~ στολισμένος ναός. Η επέτειος εορτάστηκε ~. ● βλ. λαμπρός [< μεσν. λαμπρά]
27559λαμπράδαλα-μπρά-δα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): λαμπρότητα, λάμψη: η ~ των άστρων/του ήλιου. Βλ. -άδα. [< μεσν. λαμπράδα]
27560λάμπραιναλά-μπραι-να ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. πρωτόγονο υδρόβιο ζώο (γένος Petromyzon), με σώμα σαν χέλι και στρογγυλό στόμα χωρίς γνάθους, με το οποίο ρουφά το αίμα των ψαριών στα οποία προσκολλάται: θαλάσσια/ποταμίσια ~. [< γαλλ. lamproie]
27561λαμπραντόρλα-μπρα-ντόρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & λαμπραντόρ ριτρίβερ (κ. με κεφαλ. Λ): ΖΩΟΛ. ράτσα σκύλων μεσαίου προς μεγάλου μεγέθους, με κοντό και πυκνό, μαύρο, καφέ ή ξανθό τρίχωμα: καθαρόαιμο ~. Βλ. κυνηγόσκυλο. [< γαλλ. Labrador, 1900, αγγλ. Labrador (dog/retriever), 1910]
27562ΛαμπρήΛα-μπρή ουσ. (θηλ.) (συνήθ. λογοτ.): Πάσχα. [< μεσν. Λαμπρή]
27563λαμπριάτικος, η, ο λα-μπρι-ά-τι-κος επίθ. (συνήθ. λογοτ.): που σχετίζεται με τη Λαμπρή. Βλ. -ιάτικος. ΣΥΝ. πασχαλιάτικος ● επίρρ.: λαμπριάτικα
27564λαμπρικένλα-μπρι-κέν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: διακοσμητική λωρίδα υφάσματος που καλύπτει το πάνω μέρος κουρτίνας: κυματιστό ~. ~ με κρόσσια/φουντίτσες. [< γαλλ. lambrequin]
27565λαμπρο-α' συνθετικό λέξεων∙ δηλώνει ότι αυτό που εκφράζει το β' συνθετικό 1. διακρίνεται για τη λαμπρότητα, τη μεγαλοπρέπειά του: λαμπρο-φόρος. 2. σχετίζεται με τη Λαμπρή: λαμπρο-κουλούρα.
27566λαμπρός, ή, ό λα-μπρός επίθ. {κ. λόγ. θηλ. λαμπρά} 1. λαμπερός: ~ός: ήλιος (= ακτινοβόλος). ~ό: αστέρι/φως. Βλ. ολό-, υπέρ-λαμπρος.|| ~ό: χαμόγελο (= φωτεινό). Πβ. αστραφτερός. 2. (μτφ.) μεγαλειώδης, μεγαλοπρεπής: ~ός: εορτασμός. ~ή: βραδιά/εκδήλωση/τελετή. ~ό: μνημείο/οικοδόμημα (πβ. επιβλητικό). ~ά: εγκαίνια. ΣΥΝ. λαμπερός (2) 3. (μτφ.) διαπρεπής, εξαιρετικός: ~ός: επιστήμονας (= κορυφαίος)/νέος. ~ό: επιτελείο (ηθοποιών).|| ~ός: πολιτισμός. ~ή: καριέρα/παράδοση. ~ό: παράδειγμα (αυτοθυσίας)/παρελθόν (= ένδοξο). ~ές: σπουδές. ~ά: αποτελέσματα/κείμενα. ~ή ιδέα! Έχει ~ό μέλλον μπροστά του. ΣΥΝ. έξοχος ● ΦΡ.: ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν βλ. ιδού ● βλ. λαμπρά [< αρχ. λαμπρός]
27567λαμπρότηταλα-μπρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-λόγ.) αίγλη, μεγαλοπρέπεια: Με ιδιαίτερη/με κάθε/με μεγάλη ~ γιορτάστηκαν τα Θεοφάνεια σε όλη τη χώρα. 2. (λόγ.) λάμψη: η ~ του ήλιου/ουρανού. Πβ. θάμβος, φέγγος. 3. ΟΠΤ. φωτομετρικό μέγεθος που εκφράζει την ακτινοβολούμενη ισχύ που εκπέμπεται από ένα σώμα: απόλυτη (βλ. απόλυτο μέγεθος)/φαινόμενη (βλ. φαινόμενο μέγεθος) ~. Η ~ ενός αστέρα. Βλ. καντέλα, στίλβη, φωτεινότητα, -ότητα. [< 1,2: αρχ. λαμπρότης 3: αγγλ. luminance, 1950]
27568λαμπροφόρος, ος/α, ο λα-μπρο-φό-ρος επίθ. (λόγ.-κυρ. ΕΚΚΛΗΣ.): που έχει μεγαλοπρεπή, επίσημο, εορταστικό χαρακτήρα: ~ος/~α: Aνάσταση. Βλ. -φόρος. [< μτγν. λαμπροφόρος]
27569λαμπρυντικόλα-μπρυ-ντι-κό ουσ. (ουδ.): υγρό που χρησιμοποιείται για το γυάλισμα σκευών ή/και άλλων αντικειμένων: ~ (-στεγνωτικό) πλυντηρίου πιάτων. Βλ. απορρυπαντικό.|| Καθαριστικό-~ κεραμικών πλακιδίων. || Οπτικό ~. [< μτγν. λαμπρυντικός ‘που κάνει κάτι λαμπρό, καθαρό’, γαλλ. azurant (optique), 1959]
27570λαμπρύνωλα-μπρύ-νω ρ. (μτβ.) {αόρ. λάμπρυνε, λαμπρύν-θηκε, -θεί, -οντας} (λόγ.) 1. (μτφ.) προσδίδω σε κάτι δόξα, κύρος, μεγαλοπρέπεια, ομορφιά: Την εκδήλωση/τελετή λάμπρυνε με την παρουσία του ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Η πόλη ~θηκε με σπουδαία μνημεία. Πβ. δοξάζω, τιμώ. 2. κάνω λαμπερό, φωτεινό: Καλλυντικά που ~ουν το δέρμα (= φωτίζουν). ΑΝΤ. θαμπώνω (1) [< 2: αρχ. λαμπρύνω]
27571λαμπτήραςλα-μπτή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή παραγωγής φωτός που λειτουργεί με ηλεκτρικό ρεύμα· στην πιο απλή της μορφή αποτελείται από γυάλινο φιαλίδιο μέσα στο οποίο υπάρχει αέριο χαμηλής πίεσης και μεταλλικό νήμα, που, όταν θερμαίνεται με τη βοήθεια ηλεκτρικού ρεύματος, ακτινοβολεί φως: ~ες βιδωτοί, μπαγιονέτ ή με ακίδες. ~ες πυράκτωσης (βλ. βολφράμιο)/τόξου (: ~ες ατμών νατρίου/υδραργύρου). Οικονομικοί ~ες ή ~ες εξοικονόμησης ενέργειας/χαμηλής κατανάλωσης. Πβ. γλόμπος, λαμπιόνι, λυχνία, φως. Βλ. αργό(ν), λεντ, ντουί, -τήρας. ΣΥΝ. λάμπα (1) ● ΣΥΜΠΛ.: λάμπα/λαμπτήρας αλογόνου βλ. αλογόνο, λάμπα/λαμπτήρας λάβας βλ. λάμπα, λάμπα/λαμπτήρας φθορισμού/φθορίου βλ. φθορισμός [< αρχ. λαμπτήρ ‘φανάρι, λυχνάρι’, γαλλ. lampe , αγγλ. lamp]
27572λαμπυρίδαλα-μπυ-ρί-δα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): πυγολαμπίδα. [< αρχ. λαμπυρίς]
27573λαμπυρίζειλα-μπυ-ρί-ζει ρ. (αμτβ.) {λαμπύριζ-ε, -οντας, σπάν. λαμπύρι-σε} (κυρ. λογοτ.): εκπέμπει λάμψεις που τρεμοπαίζουν: Μάτια που/τ' αστέρια ~ουν. Ένα μικρό φως ~ε στο σκοτάδι. Πβ. τρεμοφέγγει. [< μτγν. λαμπυρίζω]
27574λαμπύρισμαλα-μπύ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (κυρ. λογοτ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του λαμπυρίζει: το ~ της θάλασσας/των πολύτιμων λίθων.
27575λάμπωλά-μπω ρ. (αμτβ.) {έλαμπ-ε, έλαμ-ψε, λάμ-ψει, λάμπ-οντας} 1. (μτφ.) ακτινοβολώ: Απόψε ~εις ολόκληρη! Μπήκε μέσα, ~οντας από χαρά. 2. (μτφ.) διακρίνομαι, διαπρέπω: ~ψε με το έργο του/στο καλλιτεχνικό στερέωμα. Βλ. δια~.λάμπει: εκπέμπει ή αντανακλά φως: Ο ήλιος ~ε στον ουρανό. Τα κοσμήματά της ~αν. Πβ. φωτοβολεί.|| (κατ' επέκτ.) Τα πατώματα/τζάμια ~ουν (από καθαριότητα) (= απαστράπτουν, αστράφτουν, γυαλίζουν, λαμποκοπούν).|| Δέρμα που ~ από ομορφιά/υγεία. Τα μάτια του ~αν (= αστραπο-, φεγγο-βολούσαν, σπινθήριζαν) από ευτυχία/ικανοποίηση. Στο άκουσμα της είδησης, το πρόσωπό της ~ψε (= φωτίστηκε· ΑΝΤ. σκοτείνιασε).|| (μτφ.) Ζητούν να ~ψει (= να αποκαλυφθεί, να έρθει στο φως) η αλήθεια. ● ΦΡ.: ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός (παροιμ.): η εντυπωσιακή εμφάνιση πράγματος ή η συμπεριφορά προσώπου δεν αντιπροσωπεύει κατ' ανάγκη την πραγματική του κατάσταση ή αξία. Πβ. τα ράσα δεν κάνουν τον παπά. [< γαλλ. tout ce qui brille n' est pas or] , έλαμψε διά της απουσίας του βλ. απουσία [< αρχ. λάμπω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.