| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 27576 | λάμψη | λάμ-ψη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -εως | -εις} 1. ακτινοβολία, εκπομπή ή αντανάκλαση φωτός: αστραφτερή/εκθαμβωτική/εκτυφλωτική/μεταλλική/στιγμιαία (βλ. φλας) ~. Η ~ των αστεριών/της αστραπής/του ήλιου. Η ~ των κοσμημάτων (βλ. γυαλάδα). Χειροβομβίδες κρότου ~ης. ~εις στον ουρανό/στο σκοτάδι. Πβ. αναλαμπή, λαμποκόπημα, μαρμαρυγή, στίλβη, φεγγο-, φωτο-βολή, φέγγος.|| Η ~ των χρωμάτων (ΑΝΤ. θαμπ-, μουντ-άδα). Προϊόν που προσδίδει/χαρίζει φυσική ~ στην επιδερμίδα/στα μαλλιά. Πβ. λαμπρότητα.|| (μτφ.) Η ~ της αλήθειας (= αποκάλυψη, φανέρωση). ~εις ελπίδας. Βλ. έκ-, έλ-λαμψη. 2. (μτφ.) δόξα, μεγαλοπρέπεια: εφήμερη/πρόσκαιρη ~. Η ~ των Ολυμπιακών Αγώνων/μιας γιορτής (= λαμπρότητα, πβ. γκλάμουρ). Πόλη που έχει χάσει τη ~ (= αίγλη) του παρελθόντος. [< μτγν. λάμψις, γαλλ. éclat, lueur] | |
| 27577 | λανάρι | λα-νά-ρι ουσ. (ουδ.) & λανάρα (η): (παλαιότ.-λαϊκό) οδοντωτό εργαλείο για το ξάσιμο του μαλλιού· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο κλωστοϋφαντουργικό μηχάνημα. Βλ. χτένι1. [< μεσν. λανάρι(ον)] | |
| 27578 | λαναρίζω | λα-να-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {κυρ. μτχ. λαναρι-σμένος} (λαϊκό-κυρ. παλαιότ.): ξαίνω: ~σμένο βαμβάκι/μαλλί. Πβ. χτενίζω. [< μεσν. λαναρίζω] | |
| 27579 | λανάρισμα | λα-νά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-κυρ. παλαιότ.): ξάσιμο. Βλ. -ισμα. | |
| 27580 | λανθάνει | λαν-θά-νει ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {σπάν. αόρ. έλαθε, μτχ. ενεστ. λανθάν-ων, -ουσα, -ον} (λόγ.): υπάρχει χωρίς να γίνεται άμεσα αντιληπτός, περνά απαρατήρητος: ~ (= υποκρύπτεται, υπο~) αντιπάθεια/ειρωνεία/καχυποψία στον λόγο του. Πβ. υποβόσκει, υφέρπει, σοβεί.|| (+ γεν.) Στοιχείο που ~ (= δια~, διαφεύγει) της προσοχής τους.|| (ΦΙΛΟΛ.) Χειρόγραφα που έχουν χαθεί ή ~ουν. Βλ. λανθάνων. [< αρχ. λανθάνω] | |
| 27581 | λανθανίδες | λαν-θα-νί-δες ουσ. (θηλ.) {λανθανιδών}: ΧΗΜ. σειρά του Περιοδικού Πίνακα που περιλαμβάνει δεκαπέντε μέταλλα με ατομικό αριθμό από το 57 (λανθάνιο) έως και το 71 (λουτέσιο). Πβ. σπάνιες γαίες. Βλ. γαδολίνιο, δημήτριο, έρβιο, ευρώπιο, θούλιο, νεοδύμιο, όλμιο, πρασεοδύμιο, προμήθειο, σαμάριο, τέρβιο. [< αγγλ. lanthanides, 1926, γαλλ. ~, περ. 1950] | |
| 27582 | λανθάνιο | λαν-θά-νι-ο ουσ. (ουδ.) {λανθανίου}: ΧΗΜ. το πρώτο μέταλλο (σύμβ. La, Ζ 58) της σειράς των λανθανιδών. [< γαλλ. lanthane, αγγλ. lanthanum < αρχ. λανθάνω] | |
| 27583 | λανθάνω | λαν-θά-νω ρ. (αμτβ.) (αρχαιοπρ.): στη ● ΦΡ.: λάθε βιώσας (γνωμ.): να ζεις στην αφάνεια: Δεν ήταν φιλόδοξος, προτιμούσε το "~ ~". Βλ. λαθρόβιος. [< αρχ. λανθάνω ‘διαφεύγω την προσοχή, δεν γίνομαι αντιληπτός’] | |
| 27584 | λανθάνων | , ουσα, ον λαν-θά-νων επίθ. {λανθάν-οντος | -οντες (ουδ. -οντα), -όντων (θηλ. -ουσών)} (λόγ.): που δεν γίνεται άμεσα αντιληπτός ή που δεν έχει ακόμα εκδηλωθεί: ~ων: ερωτισμός. ~ουσα: κρίση. ΣΥΝ. υπο~. Πβ. κρυμμένος, υπο-βόσκων, -δόριος, υπόκωφος, υφέρπων.|| (ΙΑΤΡ.) ~ουσα: αιμορραγία/λοίμωξη. Ιός που βρίσκεται/(παρα)μένει (για χρόνια) σε ~ουσα κατάσταση. || ~οντα έργα (λογοτέχνη). ● ΣΥΜΠΛ.: ενδιάμεση/κρυφή/λανθάνουσα μνήμη βλ. μνήμη, λανθάνουσα θερμότητα βλ. θερμότητα ● ΦΡ.: γλώσσα/γλώττα λανθάνουσα (τ' αληθή/(την) αλήθεια(ν) λέγει) (γνωμ.): τα λάθη που κάνει κάποιος όταν μιλά, λόγω βιασύνης ή απροσεξίας, αποκαλύπτουν τις πραγματικές σκέψεις ή προθέσεις του. [< μτχ. εν. του ρ. λανθάνω, γαλλ. latent] | |
| 27585 | λανθασμένος | , η, ο λαν-θα-σμέ-νος επίθ.: που δεν είναι σωστός: ~ος: κωδικός/υπολογισμός. ~η: αντίληψη/άποψη/επιλογή/χρήση (της γλώσσας/φαρμάκων). ~ο: αποτέλεσμα (ΑΝΤ. ορθό). ~α: συμπεράσματα. Είχα σχηματίσει ~η εντύπωση. Έγιναν ~οι χειρισμοί (ΑΝΤ. εύστοχοι). Πβ. εσφαλμένος, σφαλερός. ΣΥΝ. λαθεμένος, λάθος (2) ΑΝΤ. αλάθευτος, αλάνθαστος ● επίρρ.: λανθασμένα [< μεσν. λαθασμένος] | |
| 27587 | λανολίνη | λα-νο-λί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. λιπαρή ουσία από ακατέργαστο μαλλί προβάτων, η οποία χρησιμοποιείται κυρ. στη φαρμακευτική και την κοσμετολογία ως βάση για κρέμες και αλοιφές. Βλ. -ίνη. [< γαλλ. lanoline < λατ. lana ‘μαλλί’ + oleum ‘ελαιόλαδο’] | |
| 27588 | λανσάρισμα | λαν-σά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {λανσαρίσμ-ατος | -ατα} (προφ.): προώθηση καινούργιου προϊόντος στην αγορά: επιτυχημένο ~. ~ νέου αρώματος/μοντέλου (αυτοκινήτου). Καμπάνια ~ατος. Πβ. πλασ-, προμοτ-άρισμα.|| (κατ' επέκτ.) ~ καινοτόμων προτάσεων. Βλ. -ισμα. [< γαλλ. lancement] | |
| 27589 | λανσάρω | λαν-σά-ρω ρ. (μτβ.) {λάνσαρ-ε κ. -ισε, -ίστηκε, -ιστεί, -οντας, -ισμένος} (προφ.): προωθώ νέο προϊόν στην αγορά, παρουσιάζω κάτι καινούργιο: Η εταιρεία ~ει (πβ. εγκαινιάζει) νέα σειρά επεξεργαστών. Σταρ που ~ουν τις δικές τους κολεξιόν ρούχων. Πβ. πλασ-, προμοτ-άρω.|| (κατ' επέκτ.) Τρόπος ζωής που ~εται από την τηλεόραση και τα περιοδικά. ~ισμένο: στιλ. [< γαλλ. lancer] | |
| 27590 | λάντζα | λά-ντζα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) λάντσα (προφ.) 1. πλύσιμο πιάτων ή/και άλλων μαγειρικών σκευών: Κάνω τη ~. 2. (μτφ.) κοπιαστική και συνήθ. ανιαρή δουλειά: (για υπάλληλο:) Βγάζει όλη τη ~. Πβ. βρόμικη δουλειά, χαμαλοδουλειά. Βλ. αγγαρεία. 3. ανοξείδωτη κατασκευή με γούρνα ή γούρνες, σαν νεροχύτης, για το πλύσιμο μαγειρικών σκευών σε χώρους μαζικής εστίασης· παλαιότ. μεγάλο δοχείο γι' αυτόν τον σκοπό: ~ες εστιατορίων. 4. ΝΑΥΤ. βενζινάκατος, μηχανοκίνητη λέμβος. [< μεσν. λάντσα/λά(ν)τζα < βεν. lanza, ιταλ. lancia] | |
| 27591 | λαντζέρης, λαντζέρισσα | λα-ντζέ-ρης ουσ. (αρσ. + θηλ.) & λαντζιέρης (ο), λαντζ(ι)έρα & λαντζιέρισσα (η) (προφ.): υπάλληλος συνήθ. εστιατορίου ή καφετέριας που απασχολείται στο πλύσιμο των μαγειρικών σκευών και ποτηριών. Βλ. πλύντης | |
| 27592 | λαξ | επίρρ. (αρχαιοπρ.): με κλοτσιές. Μόνο στη ● ΦΡ.: πυξ λαξ βλ. πυξ [< αρχ. λάξ, ‘με το πόδι’] | |
| 27593 | λάξευση | λά-ξευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) & λάξευμα (το) & (σπάν.) λάξεμα (το): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του λαξεύω: ~ λίθων. Πβ. πελέκημα, σκάλισμα, σμίλευση. Βλ. λατύπη. [< μτγν. λάξευσις, λάξευμα] | |
| 27594 | λαξευτής | λα-ξευ-τής ουσ. (αρσ.) (λόγ.): τεχνίτης που λαξεύει την πέτρα. Πβ. γλύπτης, λιθοξόος. [< μτγν. λαξευτής] | |
| 27595 | λαξευτός | , ή, ό λα-ξευ-τός επίθ. (λόγ.): που έχει λαξευτεί: ~ή: πέτρα.|| ~ή: τοιχοποιία. ~ό: σπήλαιο. ~οί: τάφοι (: σε βράχους). Πβ. γλυπτός, σκαλιστός, σμιλευτός.|| (σπάν.-μτφ.) ~ός: λόγος (= επεξεργασμένος, προσεγμένος). Πβ. τορνευτός. [< μτγν. λαξευτός] | |
| 27596 | λαξεύω | λα-ξεύ-ω ρ. (μτβ.) {λάξευ-σε, -σει, -τηκε (λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, -οντας, -μένος κ. λαξεμένος} (λόγ.) 1. μορφοποιώ ένα υλικό, συνήθ. με αιχμηρό εργαλείο· σκαλίζω: ~ το ξύλο (με το καλέμι)/την πέτρα. ~ ένα άγαλμα. ~μένα: σκαλοπάτια. Πβ. γλύφω, πελεκώ, σμιλεύω.|| (μτφ.) ~μένο: κορμί (= καλλίγραμμο). 2. (μτφ.) επεξεργάζομαι: κείμενο ~μένο με τέχνη. Πβ. τορνεύω. [< 1: μτγν. λαξεύω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ