Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [28300-28320]

IDΛήμμαΕρμηνεία
27576λάμψηλάμ-ψη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -εως | -εις} 1. ακτινοβολία, εκπομπή ή αντανάκλαση φωτός: αστραφτερή/εκθαμβωτική/εκτυφλωτική/μεταλλική/στιγμιαία (βλ. φλας) ~. Η ~ των αστεριών/της αστραπής/του ήλιου. Η ~ των κοσμημάτων (βλ. γυαλάδα). Χειροβομβίδες κρότου ~ης. ~εις στον ουρανό/στο σκοτάδι. Πβ. αναλαμπή, λαμποκόπημα, μαρμαρυγή, στίλβη, φεγγο-, φωτο-βολή, φέγγος.|| Η ~ των χρωμάτων (ΑΝΤ. θαμπ-, μουντ-άδα). Προϊόν που προσδίδει/χαρίζει φυσική ~ στην επιδερμίδα/στα μαλλιά. Πβ. λαμπρότητα.|| (μτφ.) Η ~ της αλήθειας (= αποκάλυψη, φανέρωση). ~εις ελπίδας. Βλ. έκ-, έλ-λαμψη. 2. (μτφ.) δόξα, μεγαλοπρέπεια: εφήμερη/πρόσκαιρη ~. Η ~ των Ολυμπιακών Αγώνων/μιας γιορτής (= λαμπρότητα, πβ. γκλάμουρ). Πόλη που έχει χάσει τη ~ (= αίγλη) του παρελθόντος. [< μτγν. λάμψις, γαλλ. éclat, lueur]
27577λανάριλα-νά-ρι ουσ. (ουδ.) & λανάρα (η): (παλαιότ.-λαϊκό) οδοντωτό εργαλείο για το ξάσιμο του μαλλιού· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο κλωστοϋφαντουργικό μηχάνημα. Βλ. χτένι1. [< μεσν. λανάρι(ον)]
27578λαναρίζωλα-να-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {κυρ. μτχ. λαναρι-σμένος} (λαϊκό-κυρ. παλαιότ.): ξαίνω: ~σμένο βαμβάκι/μαλλί. Πβ. χτενίζω. [< μεσν. λαναρίζω]
27579λανάρισμαλα-νά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-κυρ. παλαιότ.): ξάσιμο. Βλ. -ισμα.
27580λανθάνειλαν-θά-νει ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {σπάν. αόρ. έλαθε, μτχ. ενεστ. λανθάν-ων, -ουσα, -ον} (λόγ.): υπάρχει χωρίς να γίνεται άμεσα αντιληπτός, περνά απαρατήρητος: ~ (= υποκρύπτεται, υπο~) αντιπάθεια/ειρωνεία/καχυποψία στον λόγο του. Πβ. υποβόσκει, υφέρπει, σοβεί.|| (+ γεν.) Στοιχείο που ~ (= δια~, διαφεύγει) της προσοχής τους.|| (ΦΙΛΟΛ.) Χειρόγραφα που έχουν χαθεί ή ~ουν. Βλ. λανθάνων. [< αρχ. λανθάνω]
27581λανθανίδεςλαν-θα-νί-δες ουσ. (θηλ.) {λανθανιδών}: ΧΗΜ. σειρά του Περιοδικού Πίνακα που περιλαμβάνει δεκαπέντε μέταλλα με ατομικό αριθμό από το 57 (λανθάνιο) έως και το 71 (λουτέσιο). Πβ. σπάνιες γαίες. Βλ. γαδολίνιο, δημήτριο, έρβιο, ευρώπιο, θούλιο, νεοδύμιο, όλμιο, πρασεοδύμιο, προμήθειο, σαμάριο, τέρβιο. [< αγγλ. lanthanides, 1926, γαλλ. ~, περ. 1950]
27582λανθάνιολαν-θά-νι-ο ουσ. (ουδ.) {λανθανίου}: ΧΗΜ. το πρώτο μέταλλο (σύμβ. La, Ζ 58) της σειράς των λανθανιδών. [< γαλλ. lanthane, αγγλ. lanthanum < αρχ. λανθάνω]
27583λανθάνωλαν-θά-νω ρ. (αμτβ.) (αρχαιοπρ.): στη ● ΦΡ.: λάθε βιώσας (γνωμ.): να ζεις στην αφάνεια: Δεν ήταν φιλόδοξος, προτιμούσε το "~ ~". Βλ. λαθρόβιος. [< αρχ. λανθάνω ‘διαφεύγω την προσοχή, δεν γίνομαι αντιληπτός’]
27584λανθάνων, ουσα, ον λαν-θά-νων επίθ. {λανθάν-οντος | -οντες (ουδ. -οντα), -όντων (θηλ. -ουσών)} (λόγ.): που δεν γίνεται άμεσα αντιληπτός ή που δεν έχει ακόμα εκδηλωθεί: ~ων: ερωτισμός. ~ουσα: κρίση. ΣΥΝ. υπο~. Πβ. κρυμμένος, υπο-βόσκων, -δόριος, υπόκωφος, υφέρπων.|| (ΙΑΤΡ.) ~ουσα: αιμορραγία/λοίμωξη. Ιός που βρίσκεται/(παρα)μένει (για χρόνια) σε ~ουσα κατάσταση. || ~οντα έργα (λογοτέχνη). ● ΣΥΜΠΛ.: ενδιάμεση/κρυφή/λανθάνουσα μνήμη βλ. μνήμη, λανθάνουσα θερμότητα βλ. θερμότητα ● ΦΡ.: γλώσσα/γλώττα λανθάνουσα (τ' αληθή/(την) αλήθεια(ν) λέγει) (γνωμ.): τα λάθη που κάνει κάποιος όταν μιλά, λόγω βιασύνης ή απροσεξίας, αποκαλύπτουν τις πραγματικές σκέψεις ή προθέσεις του. [< μτχ. εν. του ρ. λανθάνω, γαλλ. latent]
27585λανθασμένος, η, ο λαν-θα-σμέ-νος επίθ.: που δεν είναι σωστός: ~ος: κωδικός/υπολογισμός. ~η: αντίληψη/άποψη/επιλογή/χρήση (της γλώσσας/φαρμάκων). ~ο: αποτέλεσμα (ΑΝΤ. ορθό). ~α: συμπεράσματα. Είχα σχηματίσει ~η εντύπωση. Έγιναν ~οι χειρισμοί (ΑΝΤ. εύστοχοι). Πβ. εσφαλμένος, σφαλερός. ΣΥΝ. λαθεμένος, λάθος (2) ΑΝΤ. αλάθευτος, αλάνθαστος ● επίρρ.: λανθασμένα [< μεσν. λαθασμένος]
27587λανολίνηλα-νο-λί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. λιπαρή ουσία από ακατέργαστο μαλλί προβάτων, η οποία χρησιμοποιείται κυρ. στη φαρμακευτική και την κοσμετολογία ως βάση για κρέμες και αλοιφές. Βλ. -ίνη. [< γαλλ. lanoline < λατ. lana ‘μαλλί’ + oleum ‘ελαιόλαδο’]
27588λανσάρισμαλαν-σά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {λανσαρίσμ-ατος | -ατα} (προφ.): προώθηση καινούργιου προϊόντος στην αγορά: επιτυχημένο ~. ~ νέου αρώματος/μοντέλου (αυτοκινήτου). Καμπάνια ~ατος. Πβ. πλασ-, προμοτ-άρισμα.|| (κατ' επέκτ.) ~ καινοτόμων προτάσεων. Βλ. -ισμα. [< γαλλ. lancement]
27589λανσάρωλαν-σά-ρω ρ. (μτβ.) {λάνσαρ-ε κ. -ισε, -ίστηκε, -ιστεί, -οντας, -ισμένος} (προφ.): προωθώ νέο προϊόν στην αγορά, παρουσιάζω κάτι καινούργιο: Η εταιρεία ~ει (πβ. εγκαινιάζει) νέα σειρά επεξεργαστών. Σταρ που ~ουν τις δικές τους κολεξιόν ρούχων. Πβ. πλασ-, προμοτ-άρω.|| (κατ' επέκτ.) Τρόπος ζωής που ~εται από την τηλεόραση και τα περιοδικά. ~ισμένο: στιλ. [< γαλλ. lancer]
27590λάντζαλά-ντζα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) λάντσα (προφ.) 1. πλύσιμο πιάτων ή/και άλλων μαγειρικών σκευών: Κάνω τη ~. 2. (μτφ.) κοπιαστική και συνήθ. ανιαρή δουλειά: (για υπάλληλο:) Βγάζει όλη τη ~. Πβ. βρόμικη δουλειά, χαμαλοδουλειά. Βλ. αγγαρεία. 3. ανοξείδωτη κατασκευή με γούρνα ή γούρνες, σαν νεροχύτης, για το πλύσιμο μαγειρικών σκευών σε χώρους μαζικής εστίασης· παλαιότ. μεγάλο δοχείο γι' αυτόν τον σκοπό: ~ες εστιατορίων. 4. ΝΑΥΤ. βενζινάκατος, μηχανοκίνητη λέμβος. [< μεσν. λάντσα/λά(ν)τζα < βεν. lanza, ιταλ. lancia]
27591λαντζέρης, λαντζέρισσαλα-ντζέ-ρης ουσ. (αρσ. + θηλ.) & λαντζιέρης (ο), λαντζ(ι)έρα & λαντζιέρισσα (η) (προφ.): υπάλληλος συνήθ. εστιατορίου ή καφετέριας που απασχολείται στο πλύσιμο των μαγειρικών σκευών και ποτηριών. Βλ. πλύντης
27592λαξεπίρρ. (αρχαιοπρ.): με κλοτσιές. Μόνο στη ● ΦΡ.: πυξ λαξ βλ. πυξ [< αρχ. λάξ, ‘με το πόδι’]
27593λάξευσηλά-ξευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) & λάξευμα (το) & (σπάν.) λάξεμα (το): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του λαξεύω: ~ λίθων. Πβ. πελέκημα, σκάλισμα, σμίλευση. Βλ. λατύπη. [< μτγν. λάξευσις, λάξευμα]
27594λαξευτήςλα-ξευ-τής ουσ. (αρσ.) (λόγ.): τεχνίτης που λαξεύει την πέτρα. Πβ. γλύπτης, λιθοξόος. [< μτγν. λαξευτής]
27595λαξευτός, ή, ό λα-ξευ-τός επίθ. (λόγ.): που έχει λαξευτεί: ~ή: πέτρα.|| ~ή: τοιχοποιία. ~ό: σπήλαιο. ~οί: τάφοι (: σε βράχους). Πβ. γλυπτός, σκαλιστός, σμιλευτός.|| (σπάν.-μτφ.) ~ός: λόγος (= επεξεργασμένος, προσεγμένος). Πβ. τορνευτός. [< μτγν. λαξευτός]
27596λαξεύωλα-ξεύ-ω ρ. (μτβ.) {λάξευ-σε, -σει, -τηκε (λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, -οντας, -μένος κ. λαξεμένος} (λόγ.) 1. μορφοποιώ ένα υλικό, συνήθ. με αιχμηρό εργαλείο· σκαλίζω: ~ το ξύλο (με το καλέμι)/την πέτρα. ~ ένα άγαλμα. ~μένα: σκαλοπάτια. Πβ. γλύφω, πελεκώ, σμιλεύω.|| (μτφ.) ~μένο: κορμί (= καλλίγραμμο). 2. (μτφ.) επεξεργάζομαι: κείμενο ~μένο με τέχνη. Πβ. τορνεύω. [< 1: μτγν. λαξεύω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.