Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [28300-28320]

IDΛήμμαΕρμηνεία
27594λαξευτήςλα-ξευ-τής ουσ. (αρσ.) (λόγ.): τεχνίτης που λαξεύει την πέτρα. Πβ. γλύπτης, λιθοξόος. [< μτγν. λαξευτής]
27595λαξευτός, ή, ό λα-ξευ-τός επίθ. (λόγ.): που έχει λαξευτεί: ~ή: πέτρα.|| ~ή: τοιχοποιία. ~ό: σπήλαιο. ~οί: τάφοι (: σε βράχους). Πβ. γλυπτός, σκαλιστός, σμιλευτός.|| (σπάν.-μτφ.) ~ός: λόγος (= επεξεργασμένος, προσεγμένος). Πβ. τορνευτός. [< μτγν. λαξευτός]
27596λαξεύωλα-ξεύ-ω ρ. (μτβ.) {λάξευ-σε, -σει, -τηκε (λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, -οντας, -μένος κ. λαξεμένος} (λόγ.) 1. μορφοποιώ ένα υλικό, συνήθ. με αιχμηρό εργαλείο· σκαλίζω: ~ το ξύλο (με το καλέμι)/την πέτρα. ~ ένα άγαλμα. ~μένα: σκαλοπάτια. Πβ. γλύφω, πελεκώ, σμιλεύω.|| (μτφ.) ~μένο: κορμί (= καλλίγραμμο). 2. (μτφ.) επεξεργάζομαι: κείμενο ~μένο με τέχνη. Πβ. τορνεύω. [< 1: μτγν. λαξεύω]
27597λαο-: το ουσιαστικό λαός ως α' συνθετικό λέξεων: λαο-πλάνος/~πρόβλητος/~φιλής.|| (εμφατ., για να δηλωθεί πλήθος:) Λαο-θάλασσα (πβ. ανθρωπο-).|| (επιστ.) Λαο-γραφία. Βλ. κοσμο-.
27598λαογραφίαλα-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Λ): ΛΑΟΓΡ. επιστήμη που μελετά τον λαϊκό πολιτισμό σε όλες τις εκφάνσεις του και την εξελικτική του πορεία· συνεκδ. το αντίστοιχο πανεπιστημιακό μάθημα ή σύγγραμμα: αγροτική/αστική/εθιμική/θρησκευτική/ιστορική/κοινωνική/μουσική/φιλολογική ~. Κέντρο Ερεύνης της Ελληνικής Λ~ας (της Ακαδημίας Αθηνών). Βλ. εθνογραφία, ήθη και έθιμα, λαϊκή τέχνη, φολκλόρ, -γραφία. [< μτγν. λαογραφία 'απογραφή του λαού, προσδιορισμός κεφαλικού φόρου', γερμ. Volkskunde]
27599λαογραφικός, ή, ό λα-ο-γρα-φι-κός επίθ.: ΛΑΟΓΡ. που σχετίζεται με τη λαογραφία: ~ός: θησαυρός/πλούτος/σύλλογος. ~ή: αξία (ενός εθίμου)/έρευνα/κληρονομιά/παράδοση. ~ό: μουσείο/υλικό. ~ές: εκδηλώσεις/μελέτες/συλλογές. ~ά: δρώμενα/εκθέματα/κειμήλια. Ελληνική Λ~ή Εταιρεία. (ως ουσ.) Τα ~ά (ενν. στοιχεία). Βλ. εθνογραφ-, πολιτιστ-, φολκλορ-ικός.
27600λαογράφοςλα-ο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας με αντικείμενο μελέτης τη λαογραφία: εθνολόγος-~. Βλ. -γράφος. [< μτγν. λαογράφος 'αξιωματούχος επικεφαλής απογραφής του λαού ή εγγραφής όσων υπάγονταν σε κεφαλικό φόρο', γερμ. Volkskundler]
27601λαοθάλασσαλα-ο-θά-λασ-σα ουσ. (θηλ.) (εμφατ.): πολύ μεγάλο πλήθος κόσμου: ~ διαδηλωτών/πιστών. ~ κατέκλυσε/πλημμύρισε την πλατεία/το στάδιο. Πβ. ανθρωποθάλασσα, κοσμοπλημμύρα, λαοσύναξη.
27602λαοκρατίαλα-ο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): ΠΟΛΙΤ. πολίτευμα στο οποίο η εξουσία ασκείται άμεσα από τον λαό. Πβ. δημοκρατία. Βλ. δικτατορία, μοναρχία, ολιγαρχία, οχλοκρατία. [< μτγν. λαοκρατία]
27603λαοκρατικός, ή, ό λα-ο-κρα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη λαοκρατία: ~ό: καθεστώς. Πβ. δημοκρατικός. Βλ. δικτατορ-, μοναρχ-, ολιγαρχ-, οχλοκρατ-ικός. ● ΣΥΜΠΛ.: λαϊκή/λαοκρατική δημοκρατία βλ. δημοκρατία
27604λαομίσητος, η, ο λα-ο-μί-ση-τος επίθ.: μισητός στον λαό: ~ος: ηγέτης/πολιτικός. ~ο: καθεστώς. ΑΝΤ. λαοπρόβλητος, λαοφιλής
27605λαοπλάνοςλα-ο-πλά-νος ουσ. (αρσ.): που προσπαθεί να παραπλανήσει τον λαό. Πβ. δημαγωγός, λαϊκιστής.|| (ως επίθ.) ~ πολιτικός. [< μτγν. λαοπλάνος]
27606λαοπρόβλητος, η, ο λα-ο-πρό-βλη-τος επίθ.: που τον έχει αναδείξει ο λαός· γενικότ. που είναι αγαπητός στον λαό: ~ος: ηγέτης/πρωθυπουργός. ~η: κυβέρνηση. Πβ. λαοφιλής. Βλ. λαομίσητος.
27607λαόςλα-ός ουσ. (αρσ.) 1. το σύνολο των κατοίκων μιας ευρύτερης περιοχής: ο ~ ενός νησιού/ενός νομού/μιας πόλης. Πβ. πληθυσμός. Βλ. κοινωνία.|| (ειδικότ. για τον λαό μιας χώρας:) Αλύτρωτος/γειτονικός/ελεύθερος/ηρωικός/μαρτυρικός/ναυτικός/περήφανος/πολιτισμένος/υπόδουλος ~. Ο ελληνικός ~. Η ανεξαρτησία/η αυτοδιάθεση/η γλώσσα/τα ήθη και έθιμα/η ιστορία/ο πολιτισμός ενός λαού. Αλληλεγγύη/ειρήνη/συνεργασία/φιλία μεταξύ των (δύο) λαών.|| Ανατολικοί/βόρειοι/δυτικοί λαοί. Αυτόχθονες/ομόθρησκοι λαοί. Οι λαοί της Γης/της Ευρώπης/του κόσμου/της Μεσογείου. Σεβασμός στη διαφορετικότητα/η ισότητα των λαών (βλ. παγκοσμιοποίηση, πολυπολιτισμικότητα). Ο αθλητισμός ενώνει τους λαούς. ΣΥΝ. έθνος.|| Νομαδικός ~. Αρχαίοι/πολεμικοί/πρωτόγονοι λαοί. ΣΥΝ. φυλή. 2. το σύνολο των πολιτών ενός κράτους: ο κυρίαρχος ~ (βλ. δημοκρατία, λαϊκή κυριαρχία). Δημοκρατικός/φιλελεύθερος ~. Εκπρόσωποι (= βουλευτές)/κυβέρνηση του λαού. Με απαίτηση/απόφαση του λαού (βλ. δημοψήφισμα). Εξέγερση του λαού. Ενεργητική/ευρεία συμμετοχή του λαού στις διαδηλώσεις/στα κοινά. Λύσεις στα προβλήματα του λαού. Ενεργεί ενάντια στα/υπηρετεί τα συμφέροντα του λαού. Ο ~ μίλησε (: ανέδειξε τον νικητή των εκλογών). Ο ~ βγήκε στους δρόμους. 3. κοινωνικές τάξεις με χαμηλό ή μέτριο εισόδημα και συνήθ. ανάλογο μορφωτικό επίπεδο· γενικότ. οι απλοί άνθρωποι: ο απλός ~. Ο εργαζόμενος ~ (= η εργατική τάξη). Οι δοξασίες/οι παροιμίες/τα τραγούδια του λαού (βλ. λαϊκή παράδοση, λαϊκή τέχνη). Ο σοφός ~ λέει ... Πβ. κοσμάκης, λαουτζίκος, πλέμπα, πληβείος, προλεταριάτο. Βλ. αριστοκρατία, άρχουσα τάξη, ελίτ, προύχοντες. 4. (προφ.) κόσμος, πλήθος: Μαζεύτηκε πολύς ~ στην εκδήλωση. Πβ. πόπολο, όχλος. Βλ. μάζα. 5. (περιληπτ.) οπαδοί· πιστοί: ο ~ ενός κόμματος/μιας ομάδας (= φίλαθλοι).|| Ο ~ (= το ποίμνιο) της Εκκλησίας. ● ΣΥΜΠΛ.: παιδί/τέκνο του λαού βλ. παιδί, περιούσιος λαός βλ. περιούσιος ● ΦΡ.: λαός και Κολωνάκι (κυρ. παλαιότ.-προφ.): φτωχοί και πλούσιοι., τα μπάνια του λαού βλ. μπάνιο, φωνή λαού, οργή Θεού βλ. οργή [< αρχ. λαός, γαλλ. peuple]
27608λαοσύναξηλα-ο-σύ-να-ξη ουσ. (θηλ.) (κυρ. λαϊκό): συγκέντρωση μεγάλου πλήθους κόσμου: ιστορική ~ στην κηδεία του ... Πβ. κοσμοσυρροή, λαοθάλασσα. [< πβ. μεσν. λαοσυναξία]
27609λάου-λάουλά-ου επίρρ. & λάου λάου (προφ.): με αργό ή ήπιο τρόπο, σιγά-σιγά: Το πάει/τους το 'φερε (στο) ~ ~ (= με το καλό/μαλακό). ΑΝΤ. μάνι-μάνι
27610λαουτζίκοςλα-ου-τζί-κος ουσ. (αρσ.) (μειωτ.): τα κατώτερα κοινωνικά και οικονομικά στρώματα: ο απλός/φτωχός ~. Πβ. κοσμάκης, πλέμπα. Βλ. αριστοκρατία, ελίτ.
27611λαουτιέρηςλα-ου-τιέ-ρης ουσ. (αρσ.) & λαουτίστας & (σπάν.) λαουτέρης (λαϊκό): μουσικός που παίζει λαούτο. Βλ. -ιέρης.
27612λαούτο[λαοῦτο] λα-ού-το ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) λαγούτο: ΜΟΥΣ. έγχορδο όργανο με αχλαδόσχημο ηχείο που καταλήγει σε μακρύ βραχίονα: (στη λαϊκή μουσική:) κρητικό/νησιώτικο/πολίτικο (= λάφτα)/στεριανό ~. Βλ. λύρα, μαντολίνο, μπουζούκι, ούτι, πανδούρα, ταμπουράς, τζουράς, τσουμπούς.|| Αναγεννησιακό ~. Βλ. νυκτός. [< μεσν. λα(γ)ούτο < βεν. lauto]
27613λαοφιλής, ής, ές λα-ο-φι-λής επίθ. {λαοφιλ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.) & (σπάν.) λαοφίλητος: αγαπητός, αρεστός στον λαό: ~ής: ηγέτης. Πβ. λαοπρόβλητος.|| ~ής: ομάδα. ~ές: άθλημα (π.χ. ποδόσφαιρο). ΣΥΝ. δημοφιλής ΑΝΤ. λαομίσητος [< γαλλ. populaire]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.