| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 27614 | λάπα | λά-πα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κομμάτι βοδινού ή μοσχαρίσιου κρέατος που προέρχεται από το μέσο και κάτω τμήμα των κοιλιακών τοιχωμάτων: κιμάς ~. ~ με κόκαλο. Στήθος με ~. | |
| 27615 | λαπαδιάζει | λα-πα-διά-ζει ρ. (αμτβ.) {λαπάδια-σε, συνήθ. στον ενεστ.} (προφ.): γίνεται σαν λαπάς· χυλώνει: Ρύζι που δεν ~ (= λασπώνει) κατά το βράσιμο. ● λαπαδιάζω (σπάν.): γίνομαι πλαδαρός, χαλαρώνω: Πρέπει να κάνω γυμναστική, γιατί έχω αρχίσει να ~. Πβ. ξεχειλώνω, πλαδαρεύω, σακουλιάζω. ΑΝΤ. σφίγγω. | |
| 27616 | λάπαθο & λάπατο | λά-πα-θο ουσ. (ουδ.) : ΒΟΤ. πολυετές ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Rumex patientia) που χρησιμοποιείται στην ελληνική κουζίνα ως λαχανικό, έχει ελαφρά πικρή γεύση, ενώ θεωρείται και βότανο με φαρμακευτικές ιδιότητες: χορτόπιτα με ~α. [< αρχ. λάπαθον, μεσν. λάπατον] | |
| 27617 | λαπάρα | λα-πά-ρα ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): ΑΝΑΤ. κοιλιά. Βλ. λαγόνα. [< αρχ. λαπάρα ‘πλευρό’] | |
| 27618 | λαπαροσκόπηση | λα-πα-ρο-σκό-πη-ση ουσ. (θηλ.) & λαπαροσκοπία: ΙΑΤΡ. εξέταση των ενδοκοιλιακών οργάνων που γίνεται με εισαγωγή λαπαροσκοπίου, μέσω μικρής τομής, στο κοιλιακό τοίχωμα: διαγνωστική/επεμβατική ~. Χειρουργική ~ (= χειρουργική της κλειδαρότρυπας). Βλ. ενδοσκόπηση, -σκόπηση. [< αγγλ. laparoscopy, 1916, γαλλ. laparoscopie, 1916] | |
| 27619 | λαπαροσκοπικός | , ή, ό λα-πα-ρο-σκο-πι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη λαπαροσκόπηση ή γίνεται με χρήση λαπαροσκοπίου: ~ή: αφαίρεση (ινομυωμάτων)/μέθοδος/χειρουργική/χολοκυστεκτομή. ~ές: επεμβάσεις. Βλ. ενδοσκοπικός. ● επίρρ.: λαπαροσκοπικά [< αγγλ. laparoscopic, γαλλ. laparoscopique] | |
| 27620 | λαπαροσκόπιο | λα-πα-ρο-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. ενδοσκόπιο που χρησιμοποιείται στη λαπαροσκόπηση. Βλ. -σκόπιο. [< αγγλ. laparoscope, περ. 1923, γαλλ. ~] | |
| 27621 | λαπαροτομία | λα-πα-ρο-το-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χειρουργική διάνοιξη του κοιλιακού τοιχώματος: ερευνητική ~. Βλ. ραφή, -τομή. [< γαλλ. laparotomie, αγγλ. laparotomy] | |
| 27622 | λαπάς | λα-πάς ουσ. (αρσ.) {λαπάδες} 1. ΜΑΓΕΙΡ. βρασμένο ρύζι που έχει χυλώσει: ~ με χυμό λεμονιού για τη διάρροια. 2. (μτφ.-προφ., για άνδρα) άνευρος, νωθρός. Πβ. πλαδαρός, φλώρος, χαλβάς. [< τουρκ. lâpa] | |
| 27623 | λάπις λάζουλι | λά-πις λά-ζου-λι ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ.} & λάπις (λαζούλι): ΟΡΥΚΤ. ημιπολύτιμος λίθος έντονου μπλε χρώματος: ~ ~ με χρυσές φλέβες πυρίτη. Βλ. ουλτραμαρίνα. ΣΥΝ. λαζουλίτης [< γαλλ.-αγγλ. lapis lazuli] | |
| 27624 | λάπτοπ | λάπ-τοπ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & λαπ-τοπ: ΠΛΗΡΟΦ. φορητός υπολογιστής. Βλ. νέτμπουκ, ντέσκτοπ. [< αμερικ. laptop, 1984] | |
| 27625 | λαπωνικός | , ή, ό λα-πω-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη Λαπωνία, τη βορειότερη περιοχή της Ευρώπης, τους κατοίκους της ή όσους κατάγονται από αυτή. ● Ουσ.: Λαπωνικά (τα) & (επίσ.) Λαπωνική (η): η λαπωνική γλώσσα. | |
| 27626 | λάργκο | λάρ-γκο επίρρ.: ΜΟΥΣ. (σε παρτιτούρα, ως ένδειξη του τέμπο) πολύ αργά. Βλ. αντάτζιο, λέντο. [< ιταλ. largo] | |
| 27627 | λαρδί | λαρ-δί ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. παστό ή καπνιστό χοιρινό λίπος: αβγά με ~. Βλ. μαγειρικά λίπη, μπέικον. [< μεσν. λαρδί(ον)] | |
| 27628 | λάρικα | λά-ρι-κα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) λάρικας (ο): ΒΟΤ. κωνοφόρο του Βορείου Ημισφαιρίου (επιστ. ονομασ. Larix spp.), με μαλακές βελόνες και μικρούς κώνους. [< μτγν. λάριξ, -ικος ‘αγριόπευκο’, αγγλ. larch, larix] | |
| 27629 | λαρισαϊκός & λαρισινός | , ή, ό λα-ρι-σα-ϊ-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη Λάρισα ή/και τους Λαρισαίους. | |
| 27630 | Λαρισαίος, Λαρισαία | [Λαρισαῖος] Λα-ρι-σαί-ος επίθ./ουσ. & Λαρισινός, Λαρισινή: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τη Λάρισα. [< αρχ. Λαρισαῖος] | |
| 27631 | λάρνακα | λάρ-να-κα ουσ. (θηλ.) 1. λειψανοθήκη: ασημένια/μαρμάρινη/ξύλινη ~. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. κιβωτιόσχημη θήκη για τη φύλαξη των οστών ή της τέφρας νεκρού ή σπανιότ. οικιακών αντικειμένων: πήλινη/χρυσή ~. Νεκρικές/ταφικές ~ες. Πβ. οστεοθήκη, σαρκοφάγος. Βλ. κασέλα. [< αρχ. λάρναξ, αγγλ. larnax] | |
| 27632 | λαρτζ | επίθ. {άκλ.} (προφ.) 1. μεγάλος: ~ συσκευασία.|| (ως ουσ., συνήθ. για μέγεθος ρούχων:) Έξτρα ~. Φορά ~. Πβ. μάξι. Βλ. μίνι. 2. ανοιχτοχέρης, γενναιόδωρος: Είναι πολύ ~ τύπος. [< αγγλ. large] | |
| 27633 | λάρυγγας | λά-ρυγ-γας ουσ. (αρσ.) {κ. λόγ. γεν. -ος}: ΑΝΑΤ. το ανώτερο τμήμα της τραχείας, που σχηματίζεται από εννέα χόνδρους, περιέχει τις φωνητικές χορδές, λειτουργεί ως αεραγωγός και αποτελεί το κύριο φωνητικό όργανο: καρκίνος/φλεγμονή (βλ. λαρυγγίτιδα) του ~α. Πβ. λαρύγγι. Βλ. αναπνευστικό σύστημα, το μήλο του Αδάμ, φάρυγγας. [< μεσν. λάρυγγας < αρχ. λάρυγξ, γαλλ.-αγγλ. larynx] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ