Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [28340-28360]

IDΛήμμαΕρμηνεία
27634λαρυγγεκτομήλα-ρυγ-γε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χειρουργική αφαίρεση μέρους ή ολόκληρου του λάρυγγα, συνήθ. λόγω κακοήθειας: μερική/ολική ~. Διαταραχές επικοινωνίας ατόμων με ~ (βλ. λαρυγγόφωνο). Βλ. -εκτομή. [< γαλλ. laryngectomie, αγγλ. laryngectomy]
27635λαρύγγιλα-ρύγ-γι ουσ. (ουδ.) {λαρυγγιού} (προφ.) 1. λάρυγγας: Βάλε λίγο κρασί να βρέξω/δροσιστεί το ~ (= ο λαιμός) μου. 2. (συνεκδ.) φωνή τραγουδιστή· ο ίδιος ο καλλιτέχνης: χρυσό ~. ● ΣΥΜΠΛ.: βαθύ λαρύγγι (μτφ.-αργκό): πρόσωπο που εργάζεται σε υπηρεσία, οργανισμό ή εταιρεία και παρέχει ανώνυμα πληροφορίες που αφορούν παρατυπίες, φαινόμενα κακοδιοίκησης ή/και σκάνδαλα άλλων μελών και κυρ. ανώτερων στελεχών του εργασιακού του περιβάλλοντος: Ψάχνουν για το ~ ~ που έδωσε όλες τις καυτές λεπτομέρειες σχετικά με ... Πβ. πληροφοριοδότης, ρουφιάνος, χαφιές. [< αμερικ. deep throat, 1974] ● ΦΡ.: βγάζω το λαρύγγι μου/μου βγαίνει το λαρύγγι (μτφ.): ξελαρυγγιάζομαι: Έβγαλα ~/μου βγήκε το ~, μέχρι να τους ησυχάσω., θα του φάω/κόψω το λαρύγγι/τ' αυτί (μτφ.): ως απειλή: Μη μιλήσει κανείς, γιατί θα του ~ ~., στρίβω το λαρύγγι (κάποιου) (μτφ.): πνίγω, στραγγαλίζω: (απειλητ.) Έτσι και τον δω, θα του ~ψω ~ (= θα τον καρυδώσω)!, στέγνωσε το σάλιο/η γλώσσα/ο λαιμός/το λαρύγγι μου βλ. στεγνώνω [< μεσν. λαρύγγι]
27636λαρυγγικός, ή, ό λα-ρυγ-γι-κός επίθ. 1. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον λάρυγγα: ~ή: απόφραξη/αρτηρία. ~ό: οίδημα. ~οί: μύες. Άνω/κάτω ~ό νεύρο. 2. ΓΛΩΣΣ. που σχηματίζεται στον λάρυγγα: ~οί φθόγγοι/~ά σύμφωνα (: κ, γ, χ, γκ). Βλ. ουραν-, υπερω-ικός. [< μτγν. λαρυγγικός 'λαίμαργος', γαλλ. laryngien, αγγλ. laryng(e)al]
27637λαρυγγισμόςλα-ρυγ-γι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΜΟΥΣ. (σε τραγούδι) γρήγορη εναλλαγή φθόγγων: πολυφωνικό τραγούδι και ~οί. Βλ. γύρ-, διάνθ-, τσάκ-ισμα, ποίκιλμα, τρίλια1. 2. φωνή που βγαίνει απευθείας από τον λάρυγγα, χωρίς τη μεσολάβηση φραγμού από τη στοματική κοιλότητα: ~οί και στριγκλιές. 3. ΙΑΤΡ. σπασμός των λαρυγγικών μυών. Βλ. -ισμός. [< μτγν. λαρυγγισμός 'κρώξιμο' 1: γαλλ. vocalise 3: γαλλ. laryngisme, αγγλ. laryngismus]
27638λαρυγγίτιδαλα-ρυγ-γί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του λάρυγγα που προκαλεί συνήθ. βράχνιασμα, βήχα και αναπνευστική δυσχέρεια: αποφρακτική/οξεία/χρόνια/ψευδομεμβρανώδης ~. Βλ. φαρυγγ-, ωτ-ίτιδα. [< γαλλ. laryngite, αγγλ. laryngitis]
27639λαρυγγο- & λαρυγγό- & λαρυγγ-: το ουσιαστικό λάρυγγας ως α' συνθετικό λέξεων: λαρυγγο-λόγος. Λαρυγγ-εκτομή.|| Λαρυγγό-φωνο.|| Λαρυγγ-ισμός.
27640λαρυγγολογίαλα-ρυγ-γο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κλάδος με αντικείμενο την ανατομία, τη φυσιολογία και τις παθήσεις του λάρυγγα και του (ρινο)φάρυγγα. Βλ. -λογία, ωτορινο~. [< γαλλ. laryngologie, αγγλ. laryngology]
27641λαρυγγολογικός, ή, ό λα-ρυγ-γο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη λαρυγγολογία ή τον λαρυγγολόγο: ~ές: παθήσεις. Βλ. ωτορινο~. [< γαλλ. laryngologique, αγγλ. laryngological]
27642λαρυγγολόγοςλα-ρυγ-γο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): γιατρός ειδικευμένος στη λαρυγγολογία. Βλ. ωτορινο~, -λόγος. [< πβ. γαλλ. laryngologiste, laryngologue, 1922, αγγλ. laryngologist]
27643λαρυγγοσκόπησηλα-ρυγ-γο-σκό-πη-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εξέταση του λάρυγγα με τη χρήση λαρυγγοσκοπίου ή μικρού καθρέφτη: άμεση/έμμεση ~. Βλ. -σκόπηση. [< γαλλ. laryngoscopie, αγγλ. laryngoscopy]
27644λαρυγγοσκοπικός, ή, ό λα-ρυγ-γο-σκο-πι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη λαρυγγοσκόπηση: ~ή: εξέταση. ~ά: ευρήματα. [< γαλλ. laryngoscopique, αγγλ. laryngoscopic]
27645λαρυγγοσκόπιολα-ρυγ-γο-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. όργανο εξέτασης του λάρυγγα, αποτελούμενο από λαβή, κυρτή λάμα και μικρό λαμπτήρα: ~ θερμού και ψυχρού φωτισμού. Βλ. ενδοσκόπιο, -σκόπιο. [< γαλλ.-αγγλ. laryngoscope]
27646λαρυγγόφωνολα-ρυγ-γό-φω-νο ουσ. (ουδ.) : ΤΕΧΝΟΛ. μικρόφωνο που τοποθετείται στον λαιμό και αναπαράγει τη φωνή με βάση τις δονήσεις των φωνητικών χορδών: ~ για ασθενείς που έχουν υποστεί λαρυγγεκτομή. [< αγγλ. laryngophone, 1927, πβ. μτγν. επίθ. λαρυγγόφωνος ‘που ηχεί από το λαιμό’]
27647λάσιλά-σι ουσ. (θηλ.) & λάση (προφ.): ΖΩΟΛ. κόλεϊ, κυρ. με μακρύ, πυκνό, καφέ-λευκό τρίχωμα. [< αμερικ. Lassie (Come-Home), 1938, νουβέλα του E. Knight]
27648λασκάρισμαλα-σκά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): ξεσφίξιμο, χαλάρωμα: ~ της βίδας. ΣΥΝ. ξε~. Βλ. -ισμα.
27649λασκάρωλα-σκά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {λάσκαρ-α κ. -ισα, -οντας, -ισμένος} (προφ.) 1. χαλαρώνω: (ΝΑΥΤ.) ~ τα πανιά (ΣΥΝ. καλάρω)/τα σχοινιά. ΣΥΝ. αφήνω λάσκα.|| Έχει ~ει το χειρόφρενο. Πβ. ξεσφίγγω.|| (μτφ.) ~ε (= μειώθηκε) η κίνηση. Έχουν ~ει τα μέτρα ασφαλείας/τα πράγματα. Μόλις ~ απ' τη δουλειά, θα σου τηλεφωνήσω. ΣΥΝ. ξε~. 2. (μτφ.) δεν λειτουργώ σωστά, λογικά: Το μυαλό της έχει ~ει. Δεν στέκει καλά, είναι ~ισμένος (: μουρλός, σαλεμένος). ● ΦΡ.: του 'στριψε/του λασκάρισε/του 'φυγε η/καμιά βίδα βλ. βίδα, χαλαρώνω τα λουριά βλ. λουρί [< βεν. lascar, ital. (al)lascare]
27650λάσκος, α, ο λά-σκος επίθ. (προφ.): χαλαρωμένος, λασκαρισμένος: ~α: βίδα. Πβ. μπόσικος. Βλ. τσίτα. ● επίρρ.: λάσκα ● ΦΡ.: αφήνω λάσκα 1. χαλαρώνω, λασκάρω: (ΝΑΥΤ.) ~ ~ τα πανιά/το σκοινί. 2. (μτφ.) δεν περιορίζω, δεν πιέζω κάποιον: Μην ~εις ~ τα παιδιά. Πβ. χαλαρώνω τα λουριά., είμαι/έχω λάσκα: έχω ελεύθερο χρόνο, δεν βρίσκομαι υπό πίεση: Είσαι/έχεις ~ (απ' τη δουλειά) αυτόν τον καιρό; [< βεν. lasco]
27651λάσολά-σο ουσ. (ουδ.): μακρύ σχοινί με θηλιά στο ένα του άκρο, για σύλληψη ζώων, κυρ. αλόγων ή βοοειδών: Έριξε/πέταξε το ~. Βλ. καουμπόης, ροντέο.|| (μτφ.) Δεν πιάνεται ούτε με ~ (: είναι πολύ γρήγορος). [< ιταλ. ή γαλλ. lasso]
27652λασπερός, ή, ό λα-σπε-ρός επίθ. (προφ.): λασπώδης: ~ό: χώμα. ~ά: νερά. Βλ. -ερός. [< μεσν. λασπερός]
27653λάσπηλά-σπη ουσ. (θηλ.) 1. μείγμα από χώμα, νερό και, συχνά, άλλα υλικά: δρόμος γεμάτος ~ες από τη βροχή (βλ. γλίτσα). Το αυτοκίνητο κόλλησε στη ~. Μες στις ~ες.|| (ΟΙΚΟΔ.) ~ κτισίματος (= κονίαμα). Φτωχικά σπίτια από ~. Πβ. πηλός. Βλ. πλίνθος.|| (ΓΕΩΛ., στον πυθμένα θαλασσών, λιμνών και ποταμών:) ~ οργανικών και ανόργανων ουσιών (= ιλύς). Επάλειψη με ιαματική ~ (= λασποθεραπεία). Βλ. άργιλος, βυθοκορήματα, ίζημα, κατακάθι, οινο~.|| (ΙΑΤΡ.) ~ στη χολή (: παθολογική σε πυκνότητα χολή).|| (μτφ.) Τα μακαρόνια έγιναν ~ (= λάσπωσαν). 2. (ειδικότ.) λυματολάσπη: βιολογική/τοξική ~. Επεξεργασία/ξήρανση ~ης (βλ. εδαφοποίηση). 3. (μτφ.) συκοφάντηση: πολιτική ~ (πβ. δυσφήμιση, λασπολογία). Επίθεση/πόλεμος ~ης (= λασποπόλεμος) κατά ... (πβ. λασπομαχία). Δέχεται ~ από παντού. 4. (μτφ.) ανηθικότητα: Βουλιάζει/έπεσε/κυλίστηκε στη ~. Πβ. βόρβορος, βούρκος, οχετός, σαπίλα, σήψη. ● ΣΥΜΠΛ.: κόκκινη λάσπη & (λόγ.) ερυθρά ιλύς: ΟΙΚΟΛ. τοξικό στερεό απόβλητο που προκύπτει κατά τη διαδικασία παραγωγής αλουμινίου από βωξίτη και περιέχει βαρέα μέταλλα, όπως μόλυβδο, τιτάνιο, χρώμιο και κοβάλτιο: περιβαλλοντική καταστροφή από ~ ~. [< αγγλ. red mud] ● ΦΡ.: (το) κόβω λάσπη (μτφ.-αργκό): φεύγω, συνήθ. βιαστικά και κρυφά: Στα δύσκολα ~ει ~ (= λακίζει). Μόλις είδε τους αστυνομικούς, το ~ψε ~ (= το 'βαλε στα πόδια, την έκανε, την κοπάνησε)., πετώ/ρίχνω/βάζω (τη) λάσπη στον ανεμιστήρα (μτφ., συνήθ. στον δημοσιογραφικό κ. πολιτ. λόγο): εκτοξεύω συκοφαντίες προς κάθε κατεύθυνση. Πβ. λασπολογώ. Βλ. (βρέχει) επί δικαίους και αδίκους., ρίχνω/πετάω λάσπη (μτφ.-προφ.): συκοφαντώ: Μας ρίχνουν ~ συνεχώς. Πετάνε ~ κι όπου πιάσει. Ρίχνουν/πετούν ~ εναντίον ... ΣΥΝ. λασπολογώ, όποιος νύχτα περπατεί, λάσπες και σκατά πατεί βλ. νύχτα, χόρευε στη βροχή/στη λάσπη βλ. χορεύω [< μεσν. λάσπη, γαλλ. boue]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.