| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 27617 | λαπάρα | λα-πά-ρα ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): ΑΝΑΤ. κοιλιά. Βλ. λαγόνα. [< αρχ. λαπάρα ‘πλευρό’] | |
| 27618 | λαπαροσκόπηση | λα-πα-ρο-σκό-πη-ση ουσ. (θηλ.) & λαπαροσκοπία: ΙΑΤΡ. εξέταση των ενδοκοιλιακών οργάνων που γίνεται με εισαγωγή λαπαροσκοπίου, μέσω μικρής τομής, στο κοιλιακό τοίχωμα: διαγνωστική/επεμβατική ~. Χειρουργική ~ (= χειρουργική της κλειδαρότρυπας). Βλ. ενδοσκόπηση, -σκόπηση. [< αγγλ. laparoscopy, 1916, γαλλ. laparoscopie, 1916] | |
| 27619 | λαπαροσκοπικός | , ή, ό λα-πα-ρο-σκο-πι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη λαπαροσκόπηση ή γίνεται με χρήση λαπαροσκοπίου: ~ή: αφαίρεση (ινομυωμάτων)/μέθοδος/χειρουργική/χολοκυστεκτομή. ~ές: επεμβάσεις. Βλ. ενδοσκοπικός. ● επίρρ.: λαπαροσκοπικά [< αγγλ. laparoscopic, γαλλ. laparoscopique] | |
| 27620 | λαπαροσκόπιο | λα-πα-ρο-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. ενδοσκόπιο που χρησιμοποιείται στη λαπαροσκόπηση. Βλ. -σκόπιο. [< αγγλ. laparoscope, περ. 1923, γαλλ. ~] | |
| 27621 | λαπαροτομία | λα-πα-ρο-το-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χειρουργική διάνοιξη του κοιλιακού τοιχώματος: ερευνητική ~. Βλ. ραφή, -τομή. [< γαλλ. laparotomie, αγγλ. laparotomy] | |
| 27622 | λαπάς | λα-πάς ουσ. (αρσ.) {λαπάδες} 1. ΜΑΓΕΙΡ. βρασμένο ρύζι που έχει χυλώσει: ~ με χυμό λεμονιού για τη διάρροια. 2. (μτφ.-προφ., για άνδρα) άνευρος, νωθρός. Πβ. πλαδαρός, φλώρος, χαλβάς. [< τουρκ. lâpa] | |
| 27623 | λάπις λάζουλι | λά-πις λά-ζου-λι ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ.} & λάπις (λαζούλι): ΟΡΥΚΤ. ημιπολύτιμος λίθος έντονου μπλε χρώματος: ~ ~ με χρυσές φλέβες πυρίτη. Βλ. ουλτραμαρίνα. ΣΥΝ. λαζουλίτης [< γαλλ.-αγγλ. lapis lazuli] | |
| 27624 | λάπτοπ | λάπ-τοπ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & λαπ-τοπ: ΠΛΗΡΟΦ. φορητός υπολογιστής. Βλ. νέτμπουκ, ντέσκτοπ. [< αμερικ. laptop, 1984] | |
| 27625 | λαπωνικός | , ή, ό λα-πω-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη Λαπωνία, τη βορειότερη περιοχή της Ευρώπης, τους κατοίκους της ή όσους κατάγονται από αυτή. ● Ουσ.: Λαπωνικά (τα) & (επίσ.) Λαπωνική (η): η λαπωνική γλώσσα. | |
| 27626 | λάργκο | λάρ-γκο επίρρ.: ΜΟΥΣ. (σε παρτιτούρα, ως ένδειξη του τέμπο) πολύ αργά. Βλ. αντάτζιο, λέντο. [< ιταλ. largo] | |
| 27627 | λαρδί | λαρ-δί ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. παστό ή καπνιστό χοιρινό λίπος: αβγά με ~. Βλ. μαγειρικά λίπη, μπέικον. [< μεσν. λαρδί(ον)] | |
| 27628 | λάρικα | λά-ρι-κα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) λάρικας (ο): ΒΟΤ. κωνοφόρο του Βορείου Ημισφαιρίου (επιστ. ονομασ. Larix spp.), με μαλακές βελόνες και μικρούς κώνους. [< μτγν. λάριξ, -ικος ‘αγριόπευκο’, αγγλ. larch, larix] | |
| 27629 | λαρισαϊκός & λαρισινός | , ή, ό λα-ρι-σα-ϊ-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη Λάρισα ή/και τους Λαρισαίους. | |
| 27630 | Λαρισαίος, Λαρισαία | [Λαρισαῖος] Λα-ρι-σαί-ος επίθ./ουσ. & Λαρισινός, Λαρισινή: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τη Λάρισα. [< αρχ. Λαρισαῖος] | |
| 27631 | λάρνακα | λάρ-να-κα ουσ. (θηλ.) 1. λειψανοθήκη: ασημένια/μαρμάρινη/ξύλινη ~. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. κιβωτιόσχημη θήκη για τη φύλαξη των οστών ή της τέφρας νεκρού ή σπανιότ. οικιακών αντικειμένων: πήλινη/χρυσή ~. Νεκρικές/ταφικές ~ες. Πβ. οστεοθήκη, σαρκοφάγος. Βλ. κασέλα. [< αρχ. λάρναξ, αγγλ. larnax] | |
| 27632 | λαρτζ | επίθ. {άκλ.} (προφ.) 1. μεγάλος: ~ συσκευασία.|| (ως ουσ., συνήθ. για μέγεθος ρούχων:) Έξτρα ~. Φορά ~. Πβ. μάξι. Βλ. μίνι. 2. ανοιχτοχέρης, γενναιόδωρος: Είναι πολύ ~ τύπος. [< αγγλ. large] | |
| 27633 | λάρυγγας | λά-ρυγ-γας ουσ. (αρσ.) {κ. λόγ. γεν. -ος}: ΑΝΑΤ. το ανώτερο τμήμα της τραχείας, που σχηματίζεται από εννέα χόνδρους, περιέχει τις φωνητικές χορδές, λειτουργεί ως αεραγωγός και αποτελεί το κύριο φωνητικό όργανο: καρκίνος/φλεγμονή (βλ. λαρυγγίτιδα) του ~α. Πβ. λαρύγγι. Βλ. αναπνευστικό σύστημα, το μήλο του Αδάμ, φάρυγγας. [< μεσν. λάρυγγας < αρχ. λάρυγξ, γαλλ.-αγγλ. larynx] | |
| 27634 | λαρυγγεκτομή | λα-ρυγ-γε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χειρουργική αφαίρεση μέρους ή ολόκληρου του λάρυγγα, συνήθ. λόγω κακοήθειας: μερική/ολική ~. Διαταραχές επικοινωνίας ατόμων με ~ (βλ. λαρυγγόφωνο). Βλ. -εκτομή. [< γαλλ. laryngectomie, αγγλ. laryngectomy] | |
| 27635 | λαρύγγι | λα-ρύγ-γι ουσ. (ουδ.) {λαρυγγιού} (προφ.) 1. λάρυγγας: Βάλε λίγο κρασί να βρέξω/δροσιστεί το ~ (= ο λαιμός) μου. 2. (συνεκδ.) φωνή τραγουδιστή· ο ίδιος ο καλλιτέχνης: χρυσό ~. ● ΣΥΜΠΛ.: βαθύ λαρύγγι (μτφ.-αργκό): πρόσωπο που εργάζεται σε υπηρεσία, οργανισμό ή εταιρεία και παρέχει ανώνυμα πληροφορίες που αφορούν παρατυπίες, φαινόμενα κακοδιοίκησης ή/και σκάνδαλα άλλων μελών και κυρ. ανώτερων στελεχών του εργασιακού του περιβάλλοντος: Ψάχνουν για το ~ ~ που έδωσε όλες τις καυτές λεπτομέρειες σχετικά με ... Πβ. πληροφοριοδότης, ρουφιάνος, χαφιές. [< αμερικ. deep throat, 1974] ● ΦΡ.: βγάζω το λαρύγγι μου/μου βγαίνει το λαρύγγι (μτφ.): ξελαρυγγιάζομαι: Έβγαλα ~/μου βγήκε το ~, μέχρι να τους ησυχάσω., θα του φάω/κόψω το λαρύγγι/τ' αυτί (μτφ.): ως απειλή: Μη μιλήσει κανείς, γιατί θα του ~ ~., στρίβω το λαρύγγι (κάποιου) (μτφ.): πνίγω, στραγγαλίζω: (απειλητ.) Έτσι και τον δω, θα του ~ψω ~ (= θα τον καρυδώσω)!, στέγνωσε το σάλιο/η γλώσσα/ο λαιμός/το λαρύγγι μου βλ. στεγνώνω [< μεσν. λαρύγγι] | |
| 27636 | λαρυγγικός | , ή, ό λα-ρυγ-γι-κός επίθ. 1. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον λάρυγγα: ~ή: απόφραξη/αρτηρία. ~ό: οίδημα. ~οί: μύες. Άνω/κάτω ~ό νεύρο. 2. ΓΛΩΣΣ. που σχηματίζεται στον λάρυγγα: ~οί φθόγγοι/~ά σύμφωνα (: κ, γ, χ, γκ). Βλ. ουραν-, υπερω-ικός. [< μτγν. λαρυγγικός 'λαίμαργος', γαλλ. laryngien, αγγλ. laryng(e)al] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ