| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 27654 | λασποβροχή | λα-σπο-βρο-χή ουσ. (θηλ.): ΜΕΤΕΩΡ. βροχή που προκαλείται από σύννεφα σκόνης, η οποία μεταφέρεται από τις αφρικανικές ερήμους, δημιουργώντας λάσπη: ~ έπνιξε την πόλη. Βλ. αμμοθύελλα. | |
| 27655 | λασποθεραπεία | λα-σπο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): επάλειψη του σώματος με ιαματική λάσπη, για θεραπευτικούς ή αισθητικούς σκοπούς: ~ για αδυνάτισμα (και αποτοξίνωση)/αντιμετώπιση μυοσκελετικών πόνων/ευεξία/χαλάρωση. Πβ. πηλοθεραπεία. Βλ. σπα, -θεραπεία. [< αγγλ. mud therapy] | |
| 27656 | λασπολογία | λα-σπο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): συκοφάντηση κυρ. δημόσιου προσώπου· (συνεκδ.-συνήθ. στον πληθ.) διαβολή, συκοφαντία: δημοσιογραφική/πολιτική ~ (πβ. λάσπη). Ενορχηστρωμένη επίθεση και ~ εναντίον/σε βάρος του. ~ κατά του ...|| Αντικρούω τις/εξαπολύω ~ες. Πβ. δυσφήμιση, σπίλωση. Βλ. κιτρινισμός, -λογία. | |
| 27657 | λασπολόγος | λα-σπο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): που λασπολογεί· συκοφάντης: ανώνυμοι/επαγγελματίες/χυδαίοι ~οι. Πβ. διαβολέας, ψιθυριστής. Βλ. -λόγος.|| (ως επίθ.) ~ο: δημοσίευμα. | |
| 27658 | λασπολογώ | [λασπολογῶ] λα-σπο-λο-γώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {λασπολογ-είς ..., -ώντας | λασπολόγ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί}: συκοφαντώ: ~εί ανώνυμα/ασύστολα. Προσπάθησε να ~ήσει εναντίον/κατά/σε βάρος του κινήματος. (σπανιότ.) ~ούν τους πολιτικούς τους αντιπάλους. Πβ. διαβάλλω, δυσφημώ, κατασυκοφαντώ, (κατα)σπιλώνω. Βλ. -λογώ. | |
| 27659 | λασπόλουτρο | λα-σπό-λου-τρο ουσ. (ουδ.): λουτρό με λάσπη πλούσια σε μεταλλικά στοιχεία· συνεκδ. ο ειδικά κατασκευασμένος χώρος γι' αυτόν τον σκοπό: αναζωογονητικό/θεραπευτικό/ιαματικό ~. ~ για τα αρθριτικά. Πβ. πηλοθεραπεία. Βλ. -λουτρο. [< γερμ. Schlammbad] | |
| 27660 | λασπομαχία | λα-σπο-μα-χί-α ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. πάλη σε λάσπη· κατ' επέκτ. ποδοσφαιρικός αγώνας σε γήπεδο γεμάτο λάσπες, λόγω ισχυρής βροχόπτωσης: Στο β' ημίχρονο το παιχνίδι μετατράπηκε σε ~. 2. (μτφ.) έντονη αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο πλευρές που ανταλλάσσουν ψευδείς κατηγορίες: Η τηλεμαχία εξελίχθηκε σε ~. Πβ. πόλεμος λάσπης. Βλ. -μαχία. | |
| 27661 | λασπόνερα | λα-σπό-νε-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. λασπόνερο} & (σπάν.) λασπονέρια (προφ.): νερά γεμάτα χώματα: βρόμικα ~. Πβ. βούρκος, λασπουριά. | |
| 27662 | λασποπόλεμος | λα-σπο-πό-λε-μος ουσ. (αρσ.): πόλεμος λάσπης. | |
| 27663 | λασπορροή | λα-σπορ-ρο-ή ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (επίσ.): ροή λάσπης, κυρ. εξαιτίας έντονης βροχόπτωσης: προβλήματα στο οδικό δίκτυο από κατολισθήσεις και ~ές. | |
| 27664 | λασπότοπος | λα-σπό-το-πος ουσ. (αρσ.) & λασποτόπι (το) {συνηθέστ. στον πληθ.} (προφ.): λασπώδης έκταση, περιοχή: γήπεδα-~οι. Το πάρκο μετατράπηκε σε ~ο. Πβ. βούρκος. Βλ. -τοπος. | |
| 27665 | λασπουριά | λα-σπου-ριά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): πολλή λάσπη· (σπάν. συνεκδ.) λασπότοπος: μες στη ~. Πβ. βόρβορος, βούρκος. Βλ. -ουριά. | |
| 27666 | λασπώδης | , ης, ες λα-σπώ-δης επίθ. {λασπώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.) 1. γεμάτος λάσπες, καλυμμένος με λάσπη: ~ης: βυθός. ~ες: έδαφος. ~εις: εκτάσεις (= λασπότοποι). ~η: νερά (= λασπόνερα). Πβ. λασπερός.|| (μτφ.) ~ης: δημοσιογραφία (πβ. κίτρινη). Βλ. -ώδης. 2. (μτφ.) που μοιάζει με λάσπη: ~ης: καφές. Πβ. πολτ-, χυλ-ώδης. [< γαλλ. boueux] | |
| 27667 | λάσπωμα | λά-σπω-μα ουσ. (ουδ.) {λασπώμ-ατος | -ατα} 1. ΟΙΚΟΔ. το δεύτερο στάδιο του σοβατίσματος κατά το οποίο εφαρμόζεται στην επιφάνεια παχιά στρώση κονιάματος. Βλ. μαρμαρόσκονη, πεταχτό. 2. (μτφ.) συκοφάντηση. | |
| 27668 | λασπώνω | λα-σπώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {λάσπω-σε, λασπώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, λασπών-οντας} 1. λερώνω με λάσπη: ~σε τις μπότες του. ~μένα: ρούχα/χέρια. ~μένος μέχρι τα γόνατα. Βλ. ξε~. 2. (μτφ.) αμαυρώνω, σπιλώνω· διαβάλλω, συκοφαντώ: ~ουν υπολήψεις. Προσπαθούν να ~σουν την εικόνα του. Πβ. κηλιδώνω.|| ~θηκε από τους αντιπάλους του. ● λασπώνει 1. γεμίζει με λάσπες, καλύπτεται από λάσπη: Ο δρόμος/το χώμα ~σε από τη βροχή. ~μένη: πίστα. ~μένο: έδαφος/τερέν. ~μένα: νερά (= λασπόνερα). 2. (μτφ.) γίνεται πολτώδης, σαν λάσπη, από το πολύ βράσιμο: Ρύζι που δεν ~ (= λαπαδιάζει, χυλώνει· ΑΝΤ. σπυρωτό). ~σαν τα μακαρόνια (βλ. αλ ντέντε). [< μεσν. λασπώνω] | |
| 27669 | λασπωτήρας | λα-σπω-τή-ρας ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΤΕΧΝΟΛ. αξεσουάρ με τη μορφή ελαστικού ή πλαστικού προφυλακτήρα που τοποθετείται στους θόλους των τροχών, για να προστατεύει το ίδιο το όχημα ή/και όσα ακολουθούν από τα νερά (της βροχής), τη λάσπη, τις πέτρες ή τα χαλίκια που εκτοξεύονται κατά την κίνηση: εμπρός/πίσω ~ες. ~ες αγωνιστικών αυτοκινήτων/ποδηλάτων/φορτηγών. Βλ. -τήρας. [< αγγλ. mudguard] | |
| 27670 | λαστέξ | λα-στέξ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.) λάστεξ: πολύ ελαστικό ύφασμα από λατέξ, καλυμμένο με φυσικές ή συνθετικές ίνες· συνεκδ. ένδυμα ή ειδικότ. γυναικείο εσώρουχο από το συγκεκριμένο ύφασμα, ιδ. κορσές: καλσόν με ενισχυμένο ~. (ως επίθ.) ~ κιλοτάκι. Μαγιό ~.|| ~ αδυνατίσματος/εγκυμοσύνης. ~ με πόδι. Βλ. -έξ. ● Υποκ.: λαστεξάκι (το) [< γαλλ. lastex, 1935 < αμερικ. εμπορ. ονομασ. ~, 1931] | |
| 27671 | λαστιχάδικο | λα-στι-χά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): κατάστημα πώλησης ή/και συνεργείο επισκευής ελαστικών για οχήματα. Πβ. βουλκανιζατέρ. Βλ. -άδικο. | |
| 27672 | λαστιχάκι | λα-στι-χά-κι ουσ. (ουδ.): μικρό λαστιχένιο ή ελαστικό αντικείμενο ή εξάρτημα, συνήθ. κρίκος ή κορδέλα: Έκλεισε το κουτί/έπιασε τους μαρκαδόρους μ' ένα ~.|| ~ια για τα μαλλιά.|| Ανταλλακτικό ~ (χύτρας). ~ βρύσης (βλ. ροδέλα)/στεγανοποίησης (βλ. φλάντζα).|| Καπέλο/μάσκα/ντοσιέ με ~. Πβ. λάστιχο. | |
| 27673 | λαστιχάς | λα-στι-χάς ουσ. (αρσ.) (προφ.): ιδιοκτήτης ή υπάλληλος λαστιχάδικου. Βλ. -άς. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ