| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 1868 | ακρωτηριασμός | [ἀκρωτηριασμός] α-κρω-τη-ρι-α-σμός ουσ. (αρσ.) 1. αφαίρεση άκρου ή μέλους του σώματος με χειρουργική επέμβαση ή με βίαιο τρόπο: αμφοτερόπλευρος ~. ~ των γεννητικών οργάνων (πβ. ευνουχισμός)/των δαχτύλων/του μαστού/του ποδιού πάνω από το γόνατο. Τραυματικοί/χειρουργικοί ~οί των άνω/κάτω άκρων. Πβ. κολόβωμα. Βλ. αυτο~.|| ~ της Αφροδίτης της Μήλου. 2. (μτφ.) αφαίρεση μέρους, τμήματος από ένα σύνολο, με αποτέλεσμα την αποδυνάμωση και αλλοίωσή του: εθνικός ~. ~ των δικαιωμάτων/του έργου/του κράτους δικαίου (= κουτσούρεμα, περικοπή, πετσόκομμα). Ο ~ (= ευνουχισμός) της ιστορίας/της σκέψης. [< μτγν. ἀκρωτηριασμός] | |
| 1869 | ακρωτήριο | [ἀκρωτήριο] α-κρω-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {ακρωτηρί-ου| -ων} 1. ΓΕΩΓΡ. & (λαϊκό-λογοτ.) ακρωτήρι: προέκταση της ξηράς στη θάλασσα πέρα από τη μέση ακτογραμμή: απόκρημνο ~. Βραχώδη ~α. Χερσόνησοι και ~α. Πβ. κάβος. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. διακοσμητικό στοιχείο (ανθέμιο, άγαλμα) που βρίσκεται πάνω σε καθεμία από τις τρεις γωνίες του αετώματος αρχαιοελληνικού ναού: επιβλητικά μαρμάρινα ~α. Πβ. ακροκέραμο. [< αρχ. ἀκρωτήριον] | |
| 1870 | ακταιωρός | [ἀκταιωρός] α-κται-ω-ρός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. {θηλ.} μικρό περιπολικό σκάφος για τη φρούρηση των ακτών, τη δίωξη του λαθρεμπορίου, της παράνομης αλιείας: Η ~ της Λιμενικής Αστυνομίας (στην Κύπρο). ~ έκανε περιπολίες στα παράλια. Οι λαθρέμποροι καταδιώχθηκαν από ~ό του Λιμενικού Σώματος. Πβ. ακτοφυλακίδα. 2. {αρσ.} (λόγ.-παλαιότ.) ακτοφύλακας. [< 1: γαλλ. garde-côte 2: μεσν. ακταίωρος] | |
| 1871 | ακτή | [ἀκτή] α-κτή ουσ. (θηλ.) & (λογοτ.) αχτή: λωρίδα ξηράς που βρέχεται από θάλασσα, το σημείο όπου η στεριά συναντά τη θάλασσα: αμμώδης/απόκρημνη/βραχώδης/ερημική ~. Γραμμή της ~ής (= ακτογραμμή). Βραβευμένες (με γαλάζιες σημαίες)/καθαρές ~ές. ~ές κολύμβησης (πβ. παραλία, πλαζ). Ρύπανση των ~ών. Κατά μήκος της ~ής. Η θάλασσα ξέβρασε μια φάλαινα στην ~. Το πλοίο πλησίασε/προσάραξε στην ~. Βλ. (αι)γιαλός, ακρο-γιαλιά, -θαλασσιά, περιγιάλι.|| (ειδικότ. με κεφαλ. Α, προκυμαία:) ~ Βουλιαγμένης/Μιαούλη. [< αρχ. ἀκτή] | |
| 1872 | ακτήμονας | [ἀκτήμονας] α-κτή-μο-νας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {ακτημ-όνων} & (λόγ.) ακτήμων {ακτήμ-ονος}: που δεν έχει κτηματική περιουσία: διανομή γης/εκχώρηση κλήρου σε ~ες. Πάγιο αίτημα των ~όνων ήταν ο αναδασμός της γης.|| (ΙΣΤ.) Η εξέγερση των ~όνων στη Θεσσαλία (πβ. κολίγας).|| (σπάν.-ως επίθ.) ~ες: χωρικοί (πβ. άκληρος). ΑΝΤ. κτηματίας [< αρχ. ἀκτήμων] | |
| 1873 | ακτημοσύνη | [ἀκτημοσύνη] α-κτη-μο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): το να μην έχει κάποιος ακίνητη (κυρ. κτηματική) ή/και κινητή περιουσία· (ειδικότ.) η απάρνησή της: πλήρης ~.|| Η ~ των μοναχών. Βλ. κοινοκτημοσύνη, -οσύνη. [< μτγν. ἀκτημοσύνη] | |
| 1874 | ακτιβισμός | [ἀκτιβισμός] α-κτι-βι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΠΟΛΙΤ. δόγμα ή/και πρακτική που δίνει έμφαση στην άμεση και έντονη δράση (διαδηλώσεις, καταλήψεις, κινητοποιήσεις) για την επίτευξη πολιτικών ή/και κοινωνικών στόχων: διαδικτυακός/ευρωπαϊκός/οικολογικός/πολιτιστικός/συνδικαλιστικός ~. Μορφές/ομάδες ~ού.|| (ειρων.) ~ του καναπέ. 2. ΦΙΛΟΣ. φιλοσοφική θεωρία που πρεσβεύει την αναγκαιότητα της ενεργού δράσης και τα πρακτικά οφέλη κάθε δραστηριότητας. Βλ. -ισμός. [< γερμ. Aktivismus 1: γαλλ. activisme, 1916-1918 2: γαλλ. ~, 1911, αγγλ. activism, 1915] | |
| 1875 | ακτιβιστής, ακτιβίστρια | [ἀκτιβιστής] α-κτι-βι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.) {ακτιβιστών, ακτιβιστριών}: πρόσωπο που ασπάζεται και εφαρμόζει τον ακτιβισμό: αριστερός/οικολόγος/πολιτικός/φιλειρηνικός ~. ~ εναντίον/κατά του πολέμου. ~ές υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων/της δημοκρατίας/της ειρήνης. [< γαλλ. activiste, 1916-1918, αγγλ. activist, 1920] | |
| 1876 | ακτιβιστικός | , ή, ό [ἀκτιβιστικός] α-κτι-βι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον ακτιβισμό ή/και τον ακτιβιστή: ~ ός: φεμινισμός. ~ή: διαμαρτυρία/δράση/ομάδα/οργάνωση/τέχνη. ~ό: κίνημα. Βλ. -ιστικός1. ● επίρρ.: ακτιβιστικά [< γαλλ. activiste, 1916-1918, αγγλ. activistic, 1907, activist, 1917] | |
| 1877 | ακτιν- | βλ. ακτινο- | |
| 1878 | ακτίνα | [ἀκτῖνα] α-κτί-να ουσ. (θηλ.) & (προφ.) αχτίνα 1. ευθύγραμμο τμήμα το οποίο συνδέει το κέντρο ενός κύκλου με ένα σημείο της περιφέρειάς του ή το κέντρο μιας σφαίρας με ένα σημείο της επιφάνειάς της: (ΓΕΩΜ.) ~ κύκλου (σύμβ. R)/κυλίνδρου. Ισημερινή/πολική ~ της Γης. Η ~ ενός αστέρα/της Σελήνης. ~ περιστροφής/τροχιάς. Τόξο με ~ ... εκ. Το μήκος της ~ας είναι το μισό της διαμέτρου του κύκλου ή της σφαίρας.|| (ΧΗΜ.) Ατομική ~.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ες ρόδας (ποδηλάτου)/τροχού. Τιμόνι με τρεις ~ες. 2. έκταση, απόσταση από ένα κεντρικό σημείο: ~ έκρηξης/εκτόξευσης/ομιλίας/όρασης/πτήσης. Τα θραύσματα σκορπίστηκαν σε ~ ... μ. Περιοχή ~ας ... χλμ. Μεγάλης ~ας βαλλιστικά βλήματα.|| (μτφ.) ~ δράσης/εμβέλειας/επιρροής/προστασίας. 3. ΦΥΣ. {συνήθ. στον πληθ.} λεπτή ευθεία γραμμή και γενικότ. ενέργεια που εκπέμπεται από φωτεινό, ακτινοβόλο σώμα· ακτινοβολία: ανακλώμενη/διαθλώμενη/κίτρινη/κόκκινη/μπλε/οπτική ~. ~ φωτός (πβ. αχτίδα). Ανάκλαση/απόκλιση/δέσμη/διάδοση/διάχυση/εκπομπή/μετάδοση/περίθλαση ~ων. Προστασία από τις βλαβερές ~ες του ήλιου. Φωτιστικό εφέ με πολύχρωμες ~ες.|| ~ ηλεκτρονίων/ιόντων. Υπεριώδεις/υπέρυθρες ~ες. ~ες α/β/λέιζερ. Θεραπεία με ~ες (πβ. ακτινοθεραπεία). 4. ΖΩΟΛ. (στον σκελετό των ψαριών) ευθύγραμμο τμήμα στήριξης των πτερυγίων: αγκαθωτές/μαλακές ραχιαίες/σκληρές ~ες. 5. (μτφ.) στοιχείο ενδεικτικό μιας θετικής κατάστασης: ~ ελπίδας/ζωής. ● ΣΥΜΠΛ.: ακτίνες X: ΦΥΣ. μορφή ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας η οποία διαπερνά τα υλικά σώματα και βρίσκει εφαρμογές στην ιατρική, στην έρευνα και στη βιομηχανία: απορρόφηση/διασπορά/ψηφιακές εικόνες ~ων ~. Ανάλυση µέσω ~ων ~. Στην αξονική τομογραφία χρησιμοποιούνται ~ ~. [< γερμ. X-Strahlen] , ακτίνες γάμμα: ΦΥΣ. ισχυρή ιονίζουσα ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία με βραχύ μήκος κύματος, που εκπέμπεται από ραδιενεργό στοιχείο κατά την αποσύνθεσή του και έχει έντονες βιολογικές επιδράσεις: Οι ~ ~ προκαλούν βλάβες στο γενετικό υλικό του ανθρώπου. Βλ. ακτινοβολία άλφα, ακτινοβολία βήτα, ρέντγκεν., καθοδικές ακτίνες βλ. καθοδικός, κοσμική ακτινοβολία/κοσμικές ακτίνες βλ. κοσμικός, υπεριώδης ακτινοβολία βλ. υπεριώδης [< αρχ. ἀκτίς, μεσν. ακτίνα, γαλλ. rayon, αγγλ. ray] | |
| 1879 | ακτίνη | [ἀκτίνη] α-κτί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πρωτεΐνη που μαζί με τη μυοσίνη παίζει καθοριστικό ρόλο στη σύσπαση και χαλάρωση των μυών. Βλ. -ίνη. [< μτγν. ἀκτίνη 'ποώδες φυτό', γερμ. Aktin, 1942, γαλλ. actine, 1942, αγγλ. actin, 1942] | |
| 1880 | ακτινίδες | [ἀκτινίδες] α-κτι-νί-δες ουσ. (θηλ.) (οι): ΧΗΜ. σειρά δεκαπέντε διαδοχικών φυσικών ή τεχνητών ραδιενεργών χημικών στοιχείων του περιοδικού πίνακα με ατομικό αριθμό μεταξύ 89 (ακτίνιο) και 103 (λoρένσιο). [< αγγλ. actinides, 1945 < acti(nium) + (lantha)nides, γαλλ. ~, μετά το 1950] | |
| 1881 | ακτινίδιο | [ἀκτινίδιο] α-κτι-νί-δι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΒΟΤ. μικρό ωοειδές φρούτο, πλούσιο σε βιταμίνη C, που έχει καστανό χνουδωτό φλοιό και γλυκόξινη πράσινη σάρκα με μικρούς, μαύρους σπόρους· σπανιότ. ο φυλλοβόλος, αναρριχητικός θάμνος (επιστ. ονομασ. Actinidia chinensis) από τον οποίο παράγεται το ομώνυμο φρούτο: τάρτα με ~ια. Βλ. καρύδα, μάνγκο. ΣΥΝ. κίουι (1) [< νεολατ. actinidium· πβ. ιταλ. actinidia, 1950] | |
| 1882 | ακτινικός | , ή, ό [ἀκτινικός] α-κτι-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ακτίνα: ~ός: άξονας. ~ή: διάταξη/συμμετρία. ~ό: φορτίο. ~ά: ελαστικά/φρένα.|| (ΦΥΣ.) ~ή: κίνηση. ~ό: φως (πβ. λέιζερ). (ΑΣΤΡΟΝ.) ~ή: ταχύτητα. ● επίρρ.: ακτινικά [< γαλλ. actinique, radial] | |
| 1883 | ακτίνιο1 | [ἀκτίνιο] α-κτί-νι-ο ουσ. (ουδ.) {ακτινί-ου| -ων}: ΜΑΘ. μονάδα μέτρησης γωνιών (σύμβ. rad) που ισοδυναμεί με γωνία, η οποία, όταν γίνει επίκεντρη σε κύκλο, ορίζει τόξο με μήκος ίσο με την ακτίνα του κύκλου. [< αγγλ. radian] | |
| 1884 | ακτίνιο2 | [ἀκτίνιο] α-κτί-νι-ο ουσ. (ουδ.) {ακτινίου}: ΧΗΜ. σπάνιο, ραδιενεργό, μεταλλικό, χημικό στοιχείο (σύμβ. Ac, Ζ 89) αργυρόλευκου χρώματος. Βλ. πρωτ~. [< γαλλ. actinium, αγγλ. ~, 1900] | |
| 1885 | ακτινο- | & ακτιν-: α' συνθετικό ουσιαστικών που αναφέρεται στην ακτινοβολία, κυρ. την ηλεκτρομαγνητική: ακτινο-γραφία/~διαγνωστική/~θεραπεία/~λογία/~σκόπηση/~φυσική. Ακτιν-ενέργεια. | |
| 1886 | ακτινοβιολογία | [ἀκτινοβιολογία] α-κτι-νο-βι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.-ΦΥΣ. ραδιοβιολογία. | |
| 1887 | ακτινοβόληση | [ἀκτινοβόληση] α-κτι-νο-βό-λη-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -ήσεως | -ήσεις, -ήσεων}: ΦΥΣ.-ΙΑΤΡ. έκθεση σε ιονίζουσα συνήθ. ακτινοβολία για πειραματικούς, διαγνωστικούς ή θεραπευτικούς σκοπούς: εξωτερική (= τηλεθεραπεία)/εσωτερική ~. Δόση/επιπτώσεις της ~ης. ~ με ακτίνες γ ή Χ/δέσμη ηλεκτρονίων/λέιζερ/νετρόνια/υπεριώδεις ακτίνες. ~ ιστού/καρκινικών κυττάρων. ~ από ραδόνιο/τεχνητές ή φυσικές πηγές. Σύστημα πολλαπλής ~ης.|| ~ τροφίμων (: για λόγους συντήρησης). [< μεσν. ακτινοβόλησις, αγγλ. irradiation, 1901, γαλλ. ~, 1926] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ