Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58830 εγγραφές  [2820-2840]

IDΛήμμαΕρμηνεία
1859ακροώμαι[ἀκροῶμαι] α-κρο-ώ-μαι ρ. (μτβ.) {ακρο-άσαι ...| ακροάστηκε} (επίσ.) 1. ακούω προσεκτικά: Το δικαστήριο ~άται τον μάρτυρα. 2. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. (για υψηλά ιστάμενα πρόσωπα) δέχομαι κάποιον σε ακρόαση: Η Αρχή ~άται διοικήσεις/νόµιµους εκπροσώπους υπηρεσιών ή οργανισµών. 3. ΙΑΤΡ. (σπάν.) (για ήχο του σώματος) ακροάζομαι: Ο γιατρός ~άται συστολικό φύσημα. [< 1: αρχ. ἀκροῶμαι]
1860ακρυλαμίδιο, [ἀκρυλαμίδιο] α-κρυ-λα-μί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. καρκινογόνος χημική ένωση (σύμβ. C3H5NO) που σχηματίζεται στα τρόφιμα όταν ψήνονται σε υψηλές θερμοκρασίες, κυρ. κατά το τηγάνισμα. [< γαλλ.-αγγλ. acrylamide]
1861ακρυλικός, ή, ό [ἀκρυλικός] α-κρυ-λι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με ή παράγεται από το ακρυλικό οξύ και κατ' επέκτ. από πολυμερείς οργανικές ενώσεις: ~ός: εστέρας. ~ή: ένωση/ρητίνη. ~ό: βερνίκι/γυαλί (= πλεξιγκλάς)/πλαστικό/ύφασμα/χρώμα. ~ές: συγκολλητικές ουσίες. ~ά: γαλακτώματα/προϊόντα. Βλ. μεθ~. ● Ουσ.: ακρυλικό (το): χρώμα και κατ' επέκτ. υλικό που παράγεται από ακρυλικό οξύ: ~ σε καμβά/μουσαμά/ξύλο. Ζωγραφική με λάδι και ~ά. Βλ. ακουαρέλα. ● ΣΥΜΠΛ.: ακρυλικές ίνες: υφαντικές συνθετικές ίνες που προκύπτουν από τον πολυμερισμό ακρυλικού νιτριλίου. Βλ. ορλόν. [< αγγλ. acrylic fibers, 1951] , ακρυλικό οξύ: ΧΗΜ. άχρωμη, διαβρωτική, υγρή οργανική ένωση (σύμβ. C3H4O2 ) που ανήκει στα ακόρεστα οξέα. [< γαλλ. acrylique]
1862ακρώμιο[ἀκρώμιο] α-κρώ-μι-ο ουσ. (ουδ.) {ακρωμίου}: ΑΝΑΤ. η πλευρική τριγωνική προεξοχή της ωμοπλάτης που σχηματίζει το ακραίο σημείο του ώμου και αρθρώνεται με την κλείδα. [< αρχ. ἀκρώμιον]
1863ακρωνύμιο[ἀκρωνύμιο] α-κρω-νύ-μι-ο ουσ. (ουδ.) & ακρώνυμο: συντομογραφία που προκύπτει από τα αρχικά γράμματα ή τις αρχικές συλλαβές λέξεων (ελληνικών ή ξένων), π.χ. ΠΔ, Σ.ΕΠ.Ε., Βλ. -ωνύμιο. ΣΥΝ. αρκτικόλεξο [< αγγλ. acronym, 1940, γαλλ. acronyme, 1970]
1864ακρώρεια[ἀκρώρεια] α-κρώ-ρει-α ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.) κορυφή βουνού και κατ' επέκτ. (για τόπο) ακριανό ή πολύ μακρινό σημείο: δυσπρόσιτες ~ες. ΑΝΤ. υπώρεια.|| Οι ~ες του ελληνισμού/του κόσμου (= εσχατιές). 2. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) το υπέρτατο σημείο, το αποκορύφωμα: Οι ~ες της γνώσης. [< αρχ. ἀκρώρεια]
1865άκρως[ἄκρως] ά-κρως επίρρ. (λόγ.): (+ επίθ.) στον υπέρτατο βαθμό, εντελώς, απολύτως: ~ απαραίτητος/απόρρητο έγγραφο/αποτελεσματική μέθοδος/εμπιστευτικό. ~ (= πάρα πολύ) επικίνδυνη οδήγηση. Πβ. εξαιρετικά. ● ΦΡ.: το άκρως αντίθετο (επίσ.): το εντελώς αντίθετο, ακριβώς το αντίθετο: Δεν χαίρομαι με αυτό που έπαθε· ~ ~ (μάλιστα). Πέτυχε ~ ~ από το επιθυμητό αποτέλεσμα. ● βλ. άκρος [< αρχ. ἄκρως]
1866ακρωτηριάζω[ἀκρωτηριάζω] α-κρω-τη-ρι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {ακρωτηρία-σε, ακρωτηριά-στηκε, -σμένος} 1. κόβω ολόκληρο ή μέρος του άκρου ή των άκρων σώματος με χειρουργική επέμβαση ή με βίαιο τρόπο: Του ~σαν τα δάχτυλα/το πόδι/το χέρι. Τους είχαν ~σει και διαμελίσει. ~στηκε στον βραχίονα ύστερα από ατύχημα. ~σμένα: μέλη.|| ~σμένα: αγάλματα. 2. (μτφ.) αφαιρώ από κάτι ένα σημαντικό τμήμα του, αλλοιώνοντας συνήθ. την προηγούμενη κατάσταση ή μορφή του: Ο σκηνοθέτης ~σε το σενάριο με τις παρεμβάσεις του. ~σαν τη δημοκρατία/την ελευθερία. ~σμένο: κείμενο (= κουτσουρεμένο, πετσοκομμένο). ~σμένοι: στίχοι. Πβ. ευνουχίζω. Βλ. κατακρεουργώ. [< μτγν. ἀκρωτηριάζω]
1867ακρωτηρίαση[ἀκρωτηρίαση] α-κρω-τη-ρί-α-ση ουσ. (θηλ.) (σπάν.): ακρωτηριασμός: Διαμελισμοί και ~άσεις.|| (μτφ.) ~ της ψυχής. [< αρχ. ἀκρωτηρίασις]
1868ακρωτηριασμός[ἀκρωτηριασμός] α-κρω-τη-ρι-α-σμός ουσ. (αρσ.) 1. αφαίρεση άκρου ή μέλους του σώματος με χειρουργική επέμβαση ή με βίαιο τρόπο: αμφοτερόπλευρος ~. ~ των γεννητικών οργάνων (πβ. ευνουχισμός)/των δαχτύλων/του μαστού/του ποδιού πάνω από το γόνατο. Τραυματικοί/χειρουργικοί ~οί των άνω/κάτω άκρων. Πβ. κολόβωμα. Βλ. αυτο~.|| ~ της Αφροδίτης της Μήλου. 2. (μτφ.) αφαίρεση μέρους, τμήματος από ένα σύνολο, με αποτέλεσμα την αποδυνάμωση και αλλοίωσή του: εθνικός ~. ~ των δικαιωμάτων/του έργου/του κράτους δικαίου (= κουτσούρεμα, περικοπή, πετσόκομμα). Ο ~ (= ευνουχισμός) της ιστορίας/της σκέψης. [< μτγν. ἀκρωτηριασμός]
1869ακρωτήριο[ἀκρωτήριο] α-κρω-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {ακρωτηρί-ου| -ων} 1. ΓΕΩΓΡ. & (λαϊκό-λογοτ.) ακρωτήρι: προέκταση της ξηράς στη θάλασσα πέρα από τη μέση ακτογραμμή: απόκρημνο ~. Βραχώδη ~α. Χερσόνησοι και ~α. Πβ. κάβος. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. διακοσμητικό στοιχείο (ανθέμιο, άγαλμα) που βρίσκεται πάνω σε καθεμία από τις τρεις γωνίες του αετώματος αρχαιοελληνικού ναού: επιβλητικά μαρμάρινα ~α. Πβ. ακροκέραμο. [< αρχ. ἀκρωτήριον]
1870ακταιωρός[ἀκταιωρός] α-κται-ω-ρός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. {θηλ.} μικρό περιπολικό σκάφος για τη φρούρηση των ακτών, τη δίωξη του λαθρεμπορίου, της παράνομης αλιείας: Η ~ της Λιμενικής Αστυνομίας (στην Κύπρο). ~ έκανε περιπολίες στα παράλια. Οι λαθρέμποροι καταδιώχθηκαν από ~ό του Λιμενικού Σώματος. Πβ. ακτοφυλακίδα. 2. {αρσ.} (λόγ.-παλαιότ.) ακτοφύλακας. [< 1: γαλλ. garde-côte 2: μεσν. ακταίωρος]
1871ακτή[ἀκτή] α-κτή ουσ. (θηλ.) & (λογοτ.) αχτή: λωρίδα ξηράς που βρέχεται από θάλασσα, το σημείο όπου η στεριά συναντά τη θάλασσα: αμμώδης/απόκρημνη/βραχώδης/ερημική ~. Γραμμή της ~ής (= ακτογραμμή). Βραβευμένες (με γαλάζιες σημαίες)/καθαρές ~ές. ~ές κολύμβησης (πβ. παραλία, πλαζ). Ρύπανση των ~ών. Κατά μήκος της ~ής. Η θάλασσα ξέβρασε μια φάλαινα στην ~. Το πλοίο πλησίασε/προσάραξε στην ~. Βλ. (αι)γιαλός, ακρο-γιαλιά, -θαλασσιά, περιγιάλι.|| (ειδικότ. με κεφαλ. Α, προκυμαία:) ~ Βουλιαγμένης/Μιαούλη. [< αρχ. ἀκτή]
1872ακτήμονας[ἀκτήμονας] α-κτή-μο-νας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {ακτημ-όνων} & (λόγ.) ακτήμων {ακτήμ-ονος}: που δεν έχει κτηματική περιουσία: διανομή γης/εκχώρηση κλήρου σε ~ες. Πάγιο αίτημα των ~όνων ήταν ο αναδασμός της γης.|| (ΙΣΤ.) Η εξέγερση των ~όνων στη Θεσσαλία (πβ. κολίγας).|| (σπάν.-ως επίθ.) ~ες: χωρικοί (πβ. άκληρος). ΑΝΤ. κτηματίας [< αρχ. ἀκτήμων]
1873ακτημοσύνη[ἀκτημοσύνη] α-κτη-μο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): το να μην έχει κάποιος ακίνητη (κυρ. κτηματική) ή/και κινητή περιουσία· (ειδικότ.) η απάρνησή της: πλήρης ~.|| Η ~ των μοναχών. Βλ. κοινοκτημοσύνη, -οσύνη. [< μτγν. ἀκτημοσύνη]
1874ακτιβισμός[ἀκτιβισμός] α-κτι-βι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΠΟΛΙΤ. δόγμα ή/και πρακτική που δίνει έμφαση στην άμεση και έντονη δράση (διαδηλώσεις, καταλήψεις, κινητοποιήσεις) για την επίτευξη πολιτικών ή/και κοινωνικών στόχων: διαδικτυακός/ευρωπαϊκός/οικολογικός/πολιτιστικός/συνδικαλιστικός ~. Μορφές/ομάδες ~ού.|| (ειρων.) ~ του καναπέ. 2. ΦΙΛΟΣ. φιλοσοφική θεωρία που πρεσβεύει την αναγκαιότητα της ενεργού δράσης και τα πρακτικά οφέλη κάθε δραστηριότητας. Βλ. -ισμός. [< γερμ. Aktivismus 1: γαλλ. activisme, 1916-1918 2: γαλλ. ~, 1911, αγγλ. activism, 1915]
1875ακτιβιστής, ακτιβίστρια[ἀκτιβιστής] α-κτι-βι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.) {ακτιβιστών, ακτιβιστριών}: πρόσωπο που ασπάζεται και εφαρμόζει τον ακτιβισμό: αριστερός/οικολόγος/πολιτικός/φιλειρηνικός ~. ~ εναντίον/κατά του πολέμου. ~ές υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων/της δημοκρατίας/της ειρήνης. [< γαλλ. activiste, 1916-1918, αγγλ. activist, 1920]
1876ακτιβιστικός, ή, ό [ἀκτιβιστικός] α-κτι-βι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον ακτιβισμό ή/και τον ακτιβιστή: ~ ός: φεμινισμός. ~ή: διαμαρτυρία/δράση/ομάδα/οργάνωση/τέχνη. ~ό: κίνημα. Βλ. -ιστικός1. ● επίρρ.: ακτιβιστικά [< γαλλ. activiste, 1916-1918, αγγλ. activistic, 1907, activist, 1917]
1877ακτιν-βλ. ακτινο-
1878ακτίνα[ἀκτῖνα] α-κτί-να ουσ. (θηλ.) & (προφ.) αχτίνα 1. ευθύγραμμο τμήμα το οποίο συνδέει το κέντρο ενός κύκλου με ένα σημείο της περιφέρειάς του ή το κέντρο μιας σφαίρας με ένα σημείο της επιφάνειάς της: (ΓΕΩΜ.) ~ κύκλου (σύμβ. R)/κυλίνδρου. Ισημερινή/πολική ~ της Γης. Η ~ ενός αστέρα/της Σελήνης. ~ περιστροφής/τροχιάς. Τόξο με ~ ... εκ. Το μήκος της ~ας είναι το μισό της διαμέτρου του κύκλου ή της σφαίρας.|| (ΧΗΜ.) Ατομική ~.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ες ρόδας (ποδηλάτου)/τροχού. Τιμόνι με τρεις ~ες. 2. έκταση, απόσταση από ένα κεντρικό σημείο: ~ έκρηξης/εκτόξευσης/ομιλίας/όρασης/πτήσης. Τα θραύσματα σκορπίστηκαν σε ~ ... μ. Περιοχή ~ας ... χλμ. Μεγάλης ~ας βαλλιστικά βλήματα.|| (μτφ.) ~ δράσης/εμβέλειας/επιρροής/προστασίας. 3. ΦΥΣ. {συνήθ. στον πληθ.} λεπτή ευθεία γραμμή και γενικότ. ενέργεια που εκπέμπεται από φωτεινό, ακτινοβόλο σώμα· ακτινοβολία: ανακλώμενη/διαθλώμενη/κίτρινη/κόκκινη/μπλε/οπτική ~. ~ φωτός (πβ. αχτίδα). Ανάκλαση/απόκλιση/δέσμη/διάδοση/διάχυση/εκπομπή/μετάδοση/περίθλαση ~ων. Προστασία από τις βλαβερές ~ες του ήλιου. Φωτιστικό εφέ με πολύχρωμες ~ες.|| ~ ηλεκτρονίων/ιόντων. Υπεριώδεις/υπέρυθρες ~ες. ~ες α/β/λέιζερ. Θεραπεία με ~ες (πβ. ακτινοθεραπεία). 4. ΖΩΟΛ. (στον σκελετό των ψαριών) ευθύγραμμο τμήμα στήριξης των πτερυγίων: αγκαθωτές/μαλακές ραχιαίες/σκληρές ~ες. 5. (μτφ.) στοιχείο ενδεικτικό μιας θετικής κατάστασης: ~ ελπίδας/ζωής. ● ΣΥΜΠΛ.: ακτίνες X: ΦΥΣ. μορφή ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας η οποία διαπερνά τα υλικά σώματα και βρίσκει εφαρμογές στην ιατρική, στην έρευνα και στη βιομηχανία: απορρόφηση/διασπορά/ψηφιακές εικόνες ~ων ~. Ανάλυση µέσω ~ων ~. Στην αξονική τομογραφία χρησιμοποιούνται ~ ~. [< γερμ. X-Strahlen] , ακτίνες γάμμα: ΦΥΣ. ισχυρή ιονίζουσα ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία με βραχύ μήκος κύματος, που εκπέμπεται από ραδιενεργό στοιχείο κατά την αποσύνθεσή του και έχει έντονες βιολογικές επιδράσεις: Οι ~ ~ προκαλούν βλάβες στο γενετικό υλικό του ανθρώπου. Βλ. ακτινοβολία άλφα, ακτινοβολία βήτα, ρέντγκεν., καθοδικές ακτίνες βλ. καθοδικός, κοσμική ακτινοβολία/κοσμικές ακτίνες βλ. κοσμικός, υπεριώδης ακτινοβολία βλ. υπεριώδης [< αρχ. ἀκτίς, μεσν. ακτίνα, γαλλ. rayon, αγγλ. ray]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.