| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 27674 | λαστιχένιος | , ια, ιο λα-στι-χέ-νιος επίθ.: κατασκευασμένος από λάστιχο: ~ια: βάρκα/επένδυση/λαβή/σόλα. ~ιο: εξάρτημα/καπάκι/περίβλημα. ~ιοι: κρίκοι. ~ιες: μπότες. ~ια: γάντια. Πβ. ελαστικός, καουτσουκένιος, λαστιχωτός.|| (σπάν. μτφ.) ~ιο: κορμί. Πβ. εύκαμπτος, ευλύγιστος. Βλ. -ένιος. | |
| 27675 | λάστιχο | λά-στι-χο ουσ. (ουδ.) 1. ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. καουτσούκ ή γενικότ. κάθε ελαστικό υλικό· (συνήθ. συνεκδ.) λαστιχένιο εξάρτημα ή γενικότ. αντικείμενο συνήθ. κυκλικής διατομής· λαστιχένιος κρίκος: συνθετικό/φυσικό ~. Σόλα από ~ (βλ. κρεπ).|| ~ σιλικόνης. Βλ. λατέξ, πλαστικό.|| Μονωτικό/στεγανωτικό ~ (βλ. παρέμβυσμα, φλάντζα). Το ~ (της πόρτας) του πλυντηρίου/του υαλοκαθαριστήρα (βλ. τσιμούχα). ~ χύτρας ταχύτητας. Βλ. αλφαδο~.|| (ΙΑΤΡ.) Αιμοστατικό ~. ~ και σύριγγα.|| ~α μαλλιών/συσκευασίας. Πβ. λαστιχάκι.|| (ΓΥΜΝ.) ~α: ενδυνάμωσης. (Στρογγυλό) ~ αστραγάλων. ~ αντίστασης. Ασκήσεις με ~ γυμναστικής (: με λαβές). 2. ΤΕΧΝΟΛ. {συνηθέστ. στον πληθ.} ελαστικό κυκλικό περίβλημα της ζάντας οχημάτων, το οποίο περιέχει πεπιεσμένο αέρα· συνεκδ. τροχός οχήματος: εφεδρικό ~ (= ρεζέρβα). Ξεφούσκωτο (βλ. μους, τρόμπα)/σκασμένο/τρύπιο ~. Τα μπροστινά/πίσω ~α. Αγωνιστικά/ασφάλτινα/τρακτερωτά/φαγωμένα/φθαρμένα (βλ. βουλκανιζατέρ)/χειμερινά (= χιονο~· βλ. αντιολισθητικές αλυσίδες) ~α. ~α αυτοκινήτου/μηχανής/ποδηλάτου/τρακτέρ/φορτηγού. Άλλαξα ~. Η πίστα μυρίζει καμένο ~. Βάζω/ελέγχω τον αέρα στα ~α. Τι ~α φοράει τ' αμάξι σου; Πβ. επίσωτρο. Βλ. ζαντολάστιχα, σαμπρέλα. ΣΥΝ. ελαστικό (1) 3. εύκαμπτος, πλαστικός σωλήνας παροχής νερού, άλλου υγρού ή αερίου: ~ ποτίσματος. Το ~ του κήπου. Ανέμη/καρούλι ~ου. Έπλυνα τη βεράντα με το ~.|| ~ βενζίνης/υγραερίου. 4. (κυρ. σε ενδύματα) ταινία από ελαστικά νήματα· συνεκδ. κοριτσίστικο παιχνίδι που παίζεται με αντίστοιχη κορδέλα, της οποίας οι άκρες έχουν δεθεί μεταξύ τους: φαρδύ ~. Το ~ της κάλτσας/του σλιπ. Κατωσέντονο με ~. Φόρμα με ~ στη μέση. Μανσέτες με πλέξη-~.|| Ντοσιέ με ~.|| Βλ. σχοινάκι. 5. (μτφ.-προφ., ως παραθετικό σύνθ.) ευλύγιστος· (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) ευέλικτος: κορίτσι/παιδί/σώμα-~.|| Ωράριο-~. ● ΦΡ.: έχω γίνει λάστιχο (μτφ.-προφ.): προσπαθώ να αντεπεξέλθω σε πολλές υποχρεώσεις, με αποτέλεσμα να βρίσκομαι σε διαρκή κίνηση, να κουράζομαι υπερβολικά: ~ει ~ για να προλάβει τα πάντα. Βλ. τρέχω και δεν φτάνω., μ' έπιασε/έπαθα/έμεινα από λάστιχο (προφ.): (για όχημα) ακινητοποιήθηκε λόγω απώλειας αέρα του ελαστικού: ~ ~ μες στην ερημιά. Βλ. φούιτ. [< ιταλ. elastico, γαλλ. élastique] | |
| 27676 | λαστιχοβόλο | λα-στι-χο-βό-λο ουσ. (ουδ.): ψαροντούφεκο που οπλίζεται με τέντωμα των λάστιχων που είναι σταθεροποιημένα στην κεφαλή του: αεροβόλα και ~α.|| (κ. ως επίθ.) ~ όπλο. [< αγγλ. rubber speargun] | |
| 27677 | λαστιχοφόρος | , α, ο λα-στι-χο-φό-ρος επίθ. (λόγ.) & (λογιότ.) ελαστικοφόρος: (για μηχάνημα ή όχημα) που φέρει ελαστικά: ~ος: γερανός/εκσκαφέας/οδοστρωτήρας/φορτωτής. Βλ. ερπυστριο-, τροχο-φόρος. [< αγγλ. rubber-tyred] | |
| 27678 | λαστιχωτός | , ή, ό λα-στι-χω-τός επίθ. (προφ.) 1. που έχει την υφή λάστιχου: ~ή: ζύμη/καραμέλα. 2. λαστιχένιος. | |
| 27679 | λατάκι | λα-τά-κι ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΔ. μακρύ ξύλο που χρησιμοποιείται στο καλούπωμα ως αντιστήριγμα του ξυλότυπου. Βλ. κόντρα πλακέ, τάβλα. | |
| 27680 | λατέξ | λα-τέξ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & λάτεξ: γαλακτώδης χυμός τροπικών δέντρων (ιδ. του Hevea brasiliensis) από τον οποίο παρασκευάζεται το καουτσούκ· (ΧΗΜ.) γαλακτώδες συνθετικό προϊόν αποτελούμενο από αιωρήματα πολυμερούς σε νερό, το οποίο χρησιμοποιείται κυρ. στην κατασκευή ελαστικών ειδών, σε βαφές ή ως υλικό μόνωσης: μαξιλάρια/στρώματα από (φυσικό) ~. (ως επίθ.) (Ιατρικά) γάντια/μπαλόνια ~. Βλ. λαστέξ, πολυουρεθάνη. [< γαλλ.-αγγλ. latex] | |
| 27681 | λατέρνα | λα-τέρ-να ουσ. (θηλ.) (κυρ. παλαιότ.) : ΜΟΥΣ. ελληνικό φορητό μηχανικό όργανο του οποίου η λειτουργία βασίζεται στο τύπωμα της μελωδίας πάνω σε περιστρεφόμενο, με μανιβέλα, κύλινδρο: ντέφι και ~. Πβ. οργανέτο, ρομβία.|| (μτφ.) Ντύνεται/είναι στολισμένη σαν ~ (: με πολλά και συνήθ. κακόγουστα κοσμήματα ή/και αξεσουάρ). Πβ. μπαγιαντέρα. [< τουρκ. lâterna] | |
| 27682 | λατερνατζής | λα-τερ-να-τζής ουσ. (αρσ.) (κυρ. παλαιότ.): πλανόδιος οργανοπαίκτης που έπαιζε λατέρνα. [< τουρκ. laternacı] | |
| 27683 | λάτιν | λά-τιν επίθ. {άκλ.}: που σχετίζεται κυρ. με τη λατινοαμερικάνικη μουσική: ~ ρυθμοί/τραγούδια.|| (ως ουσ.) Χορεύω ~ (ενν. χορούς). Βλ. λαμπάντα, μάμπο, μπολερό, ρούμπα, σάλσα, σάμπα, τάνγκο, τσα τσα (τσα). [< αμερικ. Latin, 1983] | |
| 27684 | λατινάδικο | λα-τι-νά-δι-κο ουσ. (ουδ.) 1. ΝΑΥΤ. (παλαιότ.) μικρό ιστιοφόρο με λατίνια. Βλ. σακολέβα. 2. (αργκό) κέντρο διασκέδασης με λάτιν μουσική. Βλ. ρεμπετ-, σκυλ-άδικο. | |
| 27685 | λατίνι | λα-τί-νι ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. τριγωνικό πανί: βάρκα με ~. Βλ. μπούμα, σακολέβα. [< ιταλ. (vela) latina] | |
| 27686 | λατινικός | , ή, ό λα-τι-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους Λατίνους ή κυρ. με τα Λατινικά: ~ή: γραμματεία/γραμματική/λογοτεχνία/φιλολογία. ~ό: αλφάβητο (: A, B, C, D ... Ζ)/δόγμα (πβ. καθολικισμός)/λεξικό/όνομα ζώου ή φυτού (: η επιστημονική του ονομασία). ~οί: αριθμοί (π.χ. Ι, ΙΙ, ΙΙΙ, V, X· βλ. αραβικός). ~ά: κείμενα. Βλ. αρχαιοελλην-, κλασ-ικός, νεο~, υστερο~. ● Ουσ.: Λατινικά (τα) & (επίσ.) Λατινική (η): η λατινική γλώσσα· (συνεκδ.-μόνο στο ουδ. Λατινικά) το αντίστοιχο μάθημα: λαϊκή ή δημώδης/μεσαιωνική/ύστερη ~ή.|| ~ά Α' εξαμήνου/κατεύθυνσης/Λυκείου. ● ΣΥΜΠΛ.: Λατινική Αμερική: ΓΕΩΓΡ. το Μεξικό και το σύνολο των χωρών της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής, με επίσημη γλώσσα κυρ. την Ισπανική ή την Πορτογαλική. [< μτγν. λατινικός, γαλλ. latin , αγγλ. Latin] | |
| 27687 | λατινικούρα | λα-τι-νι-κού-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): εξεζητημένη λέξη ή φράση λατινικής προέλευσης. Βλ. -ούρα2. | |
| 27688 | λατινισμός | λα-τι-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. γλωσσικό δάνειο ή ιδιωματισμός της Λατινικής. Βλ. αρχαϊσμός, αγγλ-, αττικ-, γαλλ-ισμός. 2. καθολικισμός. Βλ. εκ~, -ισμός. [< 1: γαλλ. latinisme 2: μεσν. λατινισμός] | |
| 27689 | λατινιστής | λα-τι-νι-στής ουσ. (αρσ.) , λατινίστρια (η): φιλόλογος με ειδίκευση στη λατινική φιλολογία ή καθηγητής Λατινικών· μελετητής της λατινικής γραμματείας. Βλ. ελληνιστής. [< μεσν. λατινιστής 'αυτός που έχει ασπαστεί το λατινικό δόγμα', γαλλ. latiniste] | |
| 27690 | λατινιστί | λα-τι-νι-στί επίρρ. (λόγ.): στα Λατινικά. Βλ. -ιστί. [< μεσν. λατινιστί] | |
| 27691 | λατινο- & λατινό- | : α' συνθετικό που δηλώνει σχέση με τους Λατίνους ή κυρ. τη γλώσσα τους: λατινο-γενής. Λατινό-φωνος.|| Λατινο-αμερικάνικος. | |
| 27692 | λατινοαμερικάνικος | , η, ο λα-τι-νο-α-με-ρι-κά-νι-κος επίθ. & (λόγ.) λατινοαμερικανικός, ή, ό: που σχετίζεται με τη Λατινική Αμερική ή με όσους κατοικούν σε αυτή ή κατάγονται από αυτή. Βλ. λάτιν. [< αγγλ. Latin American] | |
| 27693 | Λατινοαμερικάνος, Λατινοαμερικάνα | Λα-τι-νο-α-με-ρι-κά-νος επίθ./ουσ. & (λόγ.) Λατινοαμερικανός, Λατινοαμερικανή: πρόσωπο που έχει γεννηθεί ή/και κατοικεί στη Λατινική Αμερική ή κατάγεται από αυτή. [< αγγλ. Latin Αmerican, 1912] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ