| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 27657 | λασπολόγος | λα-σπο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): που λασπολογεί· συκοφάντης: ανώνυμοι/επαγγελματίες/χυδαίοι ~οι. Πβ. διαβολέας, ψιθυριστής. Βλ. -λόγος.|| (ως επίθ.) ~ο: δημοσίευμα. | |
| 27658 | λασπολογώ | [λασπολογῶ] λα-σπο-λο-γώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {λασπολογ-είς ..., -ώντας | λασπολόγ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί}: συκοφαντώ: ~εί ανώνυμα/ασύστολα. Προσπάθησε να ~ήσει εναντίον/κατά/σε βάρος του κινήματος. (σπανιότ.) ~ούν τους πολιτικούς τους αντιπάλους. Πβ. διαβάλλω, δυσφημώ, κατασυκοφαντώ, (κατα)σπιλώνω. Βλ. -λογώ. | |
| 27659 | λασπόλουτρο | λα-σπό-λου-τρο ουσ. (ουδ.): λουτρό με λάσπη πλούσια σε μεταλλικά στοιχεία· συνεκδ. ο ειδικά κατασκευασμένος χώρος γι' αυτόν τον σκοπό: αναζωογονητικό/θεραπευτικό/ιαματικό ~. ~ για τα αρθριτικά. Πβ. πηλοθεραπεία. Βλ. -λουτρο. [< γερμ. Schlammbad] | |
| 27660 | λασπομαχία | λα-σπο-μα-χί-α ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. πάλη σε λάσπη· κατ' επέκτ. ποδοσφαιρικός αγώνας σε γήπεδο γεμάτο λάσπες, λόγω ισχυρής βροχόπτωσης: Στο β' ημίχρονο το παιχνίδι μετατράπηκε σε ~. 2. (μτφ.) έντονη αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο πλευρές που ανταλλάσσουν ψευδείς κατηγορίες: Η τηλεμαχία εξελίχθηκε σε ~. Πβ. πόλεμος λάσπης. Βλ. -μαχία. | |
| 27661 | λασπόνερα | λα-σπό-νε-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. λασπόνερο} & (σπάν.) λασπονέρια (προφ.): νερά γεμάτα χώματα: βρόμικα ~. Πβ. βούρκος, λασπουριά. | |
| 27662 | λασποπόλεμος | λα-σπο-πό-λε-μος ουσ. (αρσ.): πόλεμος λάσπης. | |
| 27663 | λασπορροή | λα-σπορ-ρο-ή ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (επίσ.): ροή λάσπης, κυρ. εξαιτίας έντονης βροχόπτωσης: προβλήματα στο οδικό δίκτυο από κατολισθήσεις και ~ές. | |
| 27664 | λασπότοπος | λα-σπό-το-πος ουσ. (αρσ.) & λασποτόπι (το) {συνηθέστ. στον πληθ.} (προφ.): λασπώδης έκταση, περιοχή: γήπεδα-~οι. Το πάρκο μετατράπηκε σε ~ο. Πβ. βούρκος. Βλ. -τοπος. | |
| 27665 | λασπουριά | λα-σπου-ριά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): πολλή λάσπη· (σπάν. συνεκδ.) λασπότοπος: μες στη ~. Πβ. βόρβορος, βούρκος. Βλ. -ουριά. | |
| 27666 | λασπώδης | , ης, ες λα-σπώ-δης επίθ. {λασπώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.) 1. γεμάτος λάσπες, καλυμμένος με λάσπη: ~ης: βυθός. ~ες: έδαφος. ~εις: εκτάσεις (= λασπότοποι). ~η: νερά (= λασπόνερα). Πβ. λασπερός.|| (μτφ.) ~ης: δημοσιογραφία (πβ. κίτρινη). Βλ. -ώδης. 2. (μτφ.) που μοιάζει με λάσπη: ~ης: καφές. Πβ. πολτ-, χυλ-ώδης. [< γαλλ. boueux] | |
| 27667 | λάσπωμα | λά-σπω-μα ουσ. (ουδ.) {λασπώμ-ατος | -ατα} 1. ΟΙΚΟΔ. το δεύτερο στάδιο του σοβατίσματος κατά το οποίο εφαρμόζεται στην επιφάνεια παχιά στρώση κονιάματος. Βλ. μαρμαρόσκονη, πεταχτό. 2. (μτφ.) συκοφάντηση. | |
| 27668 | λασπώνω | λα-σπώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {λάσπω-σε, λασπώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, λασπών-οντας} 1. λερώνω με λάσπη: ~σε τις μπότες του. ~μένα: ρούχα/χέρια. ~μένος μέχρι τα γόνατα. Βλ. ξε~. 2. (μτφ.) αμαυρώνω, σπιλώνω· διαβάλλω, συκοφαντώ: ~ουν υπολήψεις. Προσπαθούν να ~σουν την εικόνα του. Πβ. κηλιδώνω.|| ~θηκε από τους αντιπάλους του. ● λασπώνει 1. γεμίζει με λάσπες, καλύπτεται από λάσπη: Ο δρόμος/το χώμα ~σε από τη βροχή. ~μένη: πίστα. ~μένο: έδαφος/τερέν. ~μένα: νερά (= λασπόνερα). 2. (μτφ.) γίνεται πολτώδης, σαν λάσπη, από το πολύ βράσιμο: Ρύζι που δεν ~ (= λαπαδιάζει, χυλώνει· ΑΝΤ. σπυρωτό). ~σαν τα μακαρόνια (βλ. αλ ντέντε). [< μεσν. λασπώνω] | |
| 27669 | λασπωτήρας | λα-σπω-τή-ρας ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΤΕΧΝΟΛ. αξεσουάρ με τη μορφή ελαστικού ή πλαστικού προφυλακτήρα που τοποθετείται στους θόλους των τροχών, για να προστατεύει το ίδιο το όχημα ή/και όσα ακολουθούν από τα νερά (της βροχής), τη λάσπη, τις πέτρες ή τα χαλίκια που εκτοξεύονται κατά την κίνηση: εμπρός/πίσω ~ες. ~ες αγωνιστικών αυτοκινήτων/ποδηλάτων/φορτηγών. Βλ. -τήρας. [< αγγλ. mudguard] | |
| 27670 | λαστέξ | λα-στέξ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.) λάστεξ: πολύ ελαστικό ύφασμα από λατέξ, καλυμμένο με φυσικές ή συνθετικές ίνες· συνεκδ. ένδυμα ή ειδικότ. γυναικείο εσώρουχο από το συγκεκριμένο ύφασμα, ιδ. κορσές: καλσόν με ενισχυμένο ~. (ως επίθ.) ~ κιλοτάκι. Μαγιό ~.|| ~ αδυνατίσματος/εγκυμοσύνης. ~ με πόδι. Βλ. -έξ. ● Υποκ.: λαστεξάκι (το) [< γαλλ. lastex, 1935 < αμερικ. εμπορ. ονομασ. ~, 1931] | |
| 27671 | λαστιχάδικο | λα-στι-χά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): κατάστημα πώλησης ή/και συνεργείο επισκευής ελαστικών για οχήματα. Πβ. βουλκανιζατέρ. Βλ. -άδικο. | |
| 27672 | λαστιχάκι | λα-στι-χά-κι ουσ. (ουδ.): μικρό λαστιχένιο ή ελαστικό αντικείμενο ή εξάρτημα, συνήθ. κρίκος ή κορδέλα: Έκλεισε το κουτί/έπιασε τους μαρκαδόρους μ' ένα ~.|| ~ια για τα μαλλιά.|| Ανταλλακτικό ~ (χύτρας). ~ βρύσης (βλ. ροδέλα)/στεγανοποίησης (βλ. φλάντζα).|| Καπέλο/μάσκα/ντοσιέ με ~. Πβ. λάστιχο. | |
| 27673 | λαστιχάς | λα-στι-χάς ουσ. (αρσ.) (προφ.): ιδιοκτήτης ή υπάλληλος λαστιχάδικου. Βλ. -άς. | |
| 27674 | λαστιχένιος | , ια, ιο λα-στι-χέ-νιος επίθ.: κατασκευασμένος από λάστιχο: ~ια: βάρκα/επένδυση/λαβή/σόλα. ~ιο: εξάρτημα/καπάκι/περίβλημα. ~ιοι: κρίκοι. ~ιες: μπότες. ~ια: γάντια. Πβ. ελαστικός, καουτσουκένιος, λαστιχωτός.|| (σπάν. μτφ.) ~ιο: κορμί. Πβ. εύκαμπτος, ευλύγιστος. Βλ. -ένιος. | |
| 27675 | λάστιχο | λά-στι-χο ουσ. (ουδ.) 1. ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. καουτσούκ ή γενικότ. κάθε ελαστικό υλικό· (συνήθ. συνεκδ.) λαστιχένιο εξάρτημα ή γενικότ. αντικείμενο συνήθ. κυκλικής διατομής· λαστιχένιος κρίκος: συνθετικό/φυσικό ~. Σόλα από ~ (βλ. κρεπ).|| ~ σιλικόνης. Βλ. λατέξ, πλαστικό.|| Μονωτικό/στεγανωτικό ~ (βλ. παρέμβυσμα, φλάντζα). Το ~ (της πόρτας) του πλυντηρίου/του υαλοκαθαριστήρα (βλ. τσιμούχα). ~ χύτρας ταχύτητας. Βλ. αλφαδο~.|| (ΙΑΤΡ.) Αιμοστατικό ~. ~ και σύριγγα.|| ~α μαλλιών/συσκευασίας. Πβ. λαστιχάκι.|| (ΓΥΜΝ.) ~α: ενδυνάμωσης. (Στρογγυλό) ~ αστραγάλων. ~ αντίστασης. Ασκήσεις με ~ γυμναστικής (: με λαβές). 2. ΤΕΧΝΟΛ. {συνηθέστ. στον πληθ.} ελαστικό κυκλικό περίβλημα της ζάντας οχημάτων, το οποίο περιέχει πεπιεσμένο αέρα· συνεκδ. τροχός οχήματος: εφεδρικό ~ (= ρεζέρβα). Ξεφούσκωτο (βλ. μους, τρόμπα)/σκασμένο/τρύπιο ~. Τα μπροστινά/πίσω ~α. Αγωνιστικά/ασφάλτινα/τρακτερωτά/φαγωμένα/φθαρμένα (βλ. βουλκανιζατέρ)/χειμερινά (= χιονο~· βλ. αντιολισθητικές αλυσίδες) ~α. ~α αυτοκινήτου/μηχανής/ποδηλάτου/τρακτέρ/φορτηγού. Άλλαξα ~. Η πίστα μυρίζει καμένο ~. Βάζω/ελέγχω τον αέρα στα ~α. Τι ~α φοράει τ' αμάξι σου; Πβ. επίσωτρο. Βλ. ζαντολάστιχα, σαμπρέλα. ΣΥΝ. ελαστικό (1) 3. εύκαμπτος, πλαστικός σωλήνας παροχής νερού, άλλου υγρού ή αερίου: ~ ποτίσματος. Το ~ του κήπου. Ανέμη/καρούλι ~ου. Έπλυνα τη βεράντα με το ~.|| ~ βενζίνης/υγραερίου. 4. (κυρ. σε ενδύματα) ταινία από ελαστικά νήματα· συνεκδ. κοριτσίστικο παιχνίδι που παίζεται με αντίστοιχη κορδέλα, της οποίας οι άκρες έχουν δεθεί μεταξύ τους: φαρδύ ~. Το ~ της κάλτσας/του σλιπ. Κατωσέντονο με ~. Φόρμα με ~ στη μέση. Μανσέτες με πλέξη-~.|| Ντοσιέ με ~.|| Βλ. σχοινάκι. 5. (μτφ.-προφ., ως παραθετικό σύνθ.) ευλύγιστος· (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) ευέλικτος: κορίτσι/παιδί/σώμα-~.|| Ωράριο-~. ● ΦΡ.: έχω γίνει λάστιχο (μτφ.-προφ.): προσπαθώ να αντεπεξέλθω σε πολλές υποχρεώσεις, με αποτέλεσμα να βρίσκομαι σε διαρκή κίνηση, να κουράζομαι υπερβολικά: ~ει ~ για να προλάβει τα πάντα. Βλ. τρέχω και δεν φτάνω., μ' έπιασε/έπαθα/έμεινα από λάστιχο (προφ.): (για όχημα) ακινητοποιήθηκε λόγω απώλειας αέρα του ελαστικού: ~ ~ μες στην ερημιά. Βλ. φούιτ. [< ιταλ. elastico, γαλλ. élastique] | |
| 27676 | λαστιχοβόλο | λα-στι-χο-βό-λο ουσ. (ουδ.): ψαροντούφεκο που οπλίζεται με τέντωμα των λάστιχων που είναι σταθεροποιημένα στην κεφαλή του: αεροβόλα και ~α.|| (κ. ως επίθ.) ~ όπλο. [< αγγλ. rubber speargun] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ