| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 27677 | λαστιχοφόρος | , α, ο λα-στι-χο-φό-ρος επίθ. (λόγ.) & (λογιότ.) ελαστικοφόρος: (για μηχάνημα ή όχημα) που φέρει ελαστικά: ~ος: γερανός/εκσκαφέας/οδοστρωτήρας/φορτωτής. Βλ. ερπυστριο-, τροχο-φόρος. [< αγγλ. rubber-tyred] | |
| 27678 | λαστιχωτός | , ή, ό λα-στι-χω-τός επίθ. (προφ.) 1. που έχει την υφή λάστιχου: ~ή: ζύμη/καραμέλα. 2. λαστιχένιος. | |
| 27679 | λατάκι | λα-τά-κι ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΔ. μακρύ ξύλο που χρησιμοποιείται στο καλούπωμα ως αντιστήριγμα του ξυλότυπου. Βλ. κόντρα πλακέ, τάβλα. | |
| 27680 | λατέξ | λα-τέξ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & λάτεξ: γαλακτώδης χυμός τροπικών δέντρων (ιδ. του Hevea brasiliensis) από τον οποίο παρασκευάζεται το καουτσούκ· (ΧΗΜ.) γαλακτώδες συνθετικό προϊόν αποτελούμενο από αιωρήματα πολυμερούς σε νερό, το οποίο χρησιμοποιείται κυρ. στην κατασκευή ελαστικών ειδών, σε βαφές ή ως υλικό μόνωσης: μαξιλάρια/στρώματα από (φυσικό) ~. (ως επίθ.) (Ιατρικά) γάντια/μπαλόνια ~. Βλ. λαστέξ, πολυουρεθάνη. [< γαλλ.-αγγλ. latex] | |
| 27681 | λατέρνα | λα-τέρ-να ουσ. (θηλ.) (κυρ. παλαιότ.) : ΜΟΥΣ. ελληνικό φορητό μηχανικό όργανο του οποίου η λειτουργία βασίζεται στο τύπωμα της μελωδίας πάνω σε περιστρεφόμενο, με μανιβέλα, κύλινδρο: ντέφι και ~. Πβ. οργανέτο, ρομβία.|| (μτφ.) Ντύνεται/είναι στολισμένη σαν ~ (: με πολλά και συνήθ. κακόγουστα κοσμήματα ή/και αξεσουάρ). Πβ. μπαγιαντέρα. [< τουρκ. lâterna] | |
| 27682 | λατερνατζής | λα-τερ-να-τζής ουσ. (αρσ.) (κυρ. παλαιότ.): πλανόδιος οργανοπαίκτης που έπαιζε λατέρνα. [< τουρκ. laternacı] | |
| 27683 | λάτιν | λά-τιν επίθ. {άκλ.}: που σχετίζεται κυρ. με τη λατινοαμερικάνικη μουσική: ~ ρυθμοί/τραγούδια.|| (ως ουσ.) Χορεύω ~ (ενν. χορούς). Βλ. λαμπάντα, μάμπο, μπολερό, ρούμπα, σάλσα, σάμπα, τάνγκο, τσα τσα (τσα). [< αμερικ. Latin, 1983] | |
| 27684 | λατινάδικο | λα-τι-νά-δι-κο ουσ. (ουδ.) 1. ΝΑΥΤ. (παλαιότ.) μικρό ιστιοφόρο με λατίνια. Βλ. σακολέβα. 2. (αργκό) κέντρο διασκέδασης με λάτιν μουσική. Βλ. ρεμπετ-, σκυλ-άδικο. | |
| 27685 | λατίνι | λα-τί-νι ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. τριγωνικό πανί: βάρκα με ~. Βλ. μπούμα, σακολέβα. [< ιταλ. (vela) latina] | |
| 27686 | λατινικός | , ή, ό λα-τι-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους Λατίνους ή κυρ. με τα Λατινικά: ~ή: γραμματεία/γραμματική/λογοτεχνία/φιλολογία. ~ό: αλφάβητο (: A, B, C, D ... Ζ)/δόγμα (πβ. καθολικισμός)/λεξικό/όνομα ζώου ή φυτού (: η επιστημονική του ονομασία). ~οί: αριθμοί (π.χ. Ι, ΙΙ, ΙΙΙ, V, X· βλ. αραβικός). ~ά: κείμενα. Βλ. αρχαιοελλην-, κλασ-ικός, νεο~, υστερο~. ● Ουσ.: Λατινικά (τα) & (επίσ.) Λατινική (η): η λατινική γλώσσα· (συνεκδ.-μόνο στο ουδ. Λατινικά) το αντίστοιχο μάθημα: λαϊκή ή δημώδης/μεσαιωνική/ύστερη ~ή.|| ~ά Α' εξαμήνου/κατεύθυνσης/Λυκείου. ● ΣΥΜΠΛ.: Λατινική Αμερική: ΓΕΩΓΡ. το Μεξικό και το σύνολο των χωρών της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής, με επίσημη γλώσσα κυρ. την Ισπανική ή την Πορτογαλική. [< μτγν. λατινικός, γαλλ. latin , αγγλ. Latin] | |
| 27687 | λατινικούρα | λα-τι-νι-κού-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): εξεζητημένη λέξη ή φράση λατινικής προέλευσης. Βλ. -ούρα2. | |
| 27688 | λατινισμός | λα-τι-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. γλωσσικό δάνειο ή ιδιωματισμός της Λατινικής. Βλ. αρχαϊσμός, αγγλ-, αττικ-, γαλλ-ισμός. 2. καθολικισμός. Βλ. εκ~, -ισμός. [< 1: γαλλ. latinisme 2: μεσν. λατινισμός] | |
| 27689 | λατινιστής | λα-τι-νι-στής ουσ. (αρσ.) , λατινίστρια (η): φιλόλογος με ειδίκευση στη λατινική φιλολογία ή καθηγητής Λατινικών· μελετητής της λατινικής γραμματείας. Βλ. ελληνιστής. [< μεσν. λατινιστής 'αυτός που έχει ασπαστεί το λατινικό δόγμα', γαλλ. latiniste] | |
| 27690 | λατινιστί | λα-τι-νι-στί επίρρ. (λόγ.): στα Λατινικά. Βλ. -ιστί. [< μεσν. λατινιστί] | |
| 27691 | λατινο- & λατινό- | : α' συνθετικό που δηλώνει σχέση με τους Λατίνους ή κυρ. τη γλώσσα τους: λατινο-γενής. Λατινό-φωνος.|| Λατινο-αμερικάνικος. | |
| 27692 | λατινοαμερικάνικος | , η, ο λα-τι-νο-α-με-ρι-κά-νι-κος επίθ. & (λόγ.) λατινοαμερικανικός, ή, ό: που σχετίζεται με τη Λατινική Αμερική ή με όσους κατοικούν σε αυτή ή κατάγονται από αυτή. Βλ. λάτιν. [< αγγλ. Latin American] | |
| 27693 | Λατινοαμερικάνος, Λατινοαμερικάνα | Λα-τι-νο-α-με-ρι-κά-νος επίθ./ουσ. & (λόγ.) Λατινοαμερικανός, Λατινοαμερικανή: πρόσωπο που έχει γεννηθεί ή/και κατοικεί στη Λατινική Αμερική ή κατάγεται από αυτή. [< αγγλ. Latin Αmerican, 1912] | |
| 27694 | λατινογενής | , ής, ές λα-τι-νο-γε-νής επίθ. (λόγ.): που έχει λατινική προέλευση: ~είς: λέξεις. Βλ. -γενής. ● ΣΥΜΠΛ.: ρομανικές/λατινογενείς/νεολατινικές γλώσσες βλ. ρομανικός | |
| 27695 | λατινοκρατία | λα-τι-νο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) (συνήθ. με κεφαλ. Λ): ΙΣΤ. φραγκοκρατία. Βλ. -κρατία. | |
| 27696 | λατινομάθεια | λα-τι-νο-μά-θει-α ουσ. (θηλ.): γνώση της λατινικής γλώσσας και γραμματείας. Βλ. αρχαιο-, ελληνο-μάθεια. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ