| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 27694 | λατινογενής | , ής, ές λα-τι-νο-γε-νής επίθ. (λόγ.): που έχει λατινική προέλευση: ~είς: λέξεις. Βλ. -γενής. ● ΣΥΜΠΛ.: ρομανικές/λατινογενείς/νεολατινικές γλώσσες βλ. ρομανικός | |
| 27695 | λατινοκρατία | λα-τι-νο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) (συνήθ. με κεφαλ. Λ): ΙΣΤ. φραγκοκρατία. Βλ. -κρατία. | |
| 27696 | λατινομάθεια | λα-τι-νο-μά-θει-α ουσ. (θηλ.): γνώση της λατινικής γλώσσας και γραμματείας. Βλ. αρχαιο-, ελληνο-μάθεια. | |
| 27697 | Λατίνος | [Λατῖνος] Λα-τί-νος ουσ. (αρσ.) 1. {θηλ. Λατίνα} πρόσωπο που έχει γεννηθεί στην Ιταλία, την Ισπανία ή κυρ. τη Λατινική Αμερική ή κατάγεται από κάποια από αυτές τις περιοχές: (ως επίθ.) ~ος: ηθοποιός/ποδοσφαιριστής/τραγουδιστής. 2. ΙΣΤ. κάτοικος του αρχαίου Λατίου, περιοχής της δυτικής-κεντρικής Ιταλίας· κατ' επέκτ. Ρωμαίος. 3. ΦΙΛΟΛ. -ΙΣΤ. αυτός που έγραψε στη Λατινική γλώσσα: (ως επίθ.) ~ος: ιστορικός/ποιητής. Πβ. λατινόφωνος. 4. ΙΣΤ. (κυρ. κατά τον Μεσαίωνα) δυτικοευρωπαίος· γενικότ. (ρωμαιο)καθολικός: (ως επίθ.) ~οι: αυτοκράτορες. Πβ. Φράγκος. ● ΣΥΜΠΛ.: Λατίνος εραστής (κ. ειρων.): αρρενωπός άνδρας, συνήθ. Ιταλός, Ισπανός ή Λατινοαμερικάνος, με ερωτικό ταμπεραμέντο και πολλές κατακτήσεις. Πβ. γόης, γυναικάς, δον Ζουάν, καζανόβας, καρδιοκατακτητής. [< αγγλ. Latin lover, 1935] [< μτγν. Λατῖνος, γαλλ.-αγγλ. Latin] | |
| 27698 | λατινόφρων | λα-τι-νό-φρων επίθ. {στο αρσ.} (λόγ.-μειωτ.-κυρ. στο Βυζάντιο): Ορθόδοξος που αποδέχεται και υποστηρίζει τον καθολικισμό: ~ων: Αυτοκράτορας/Πατριάρχης. Βλ. -φρων. [< μεσν. λατινόφρων] | |
| 27699 | λατινόφωνος | , η, ο λα-τι-νό-φω-νος επίθ. 1. που είναι φυσικός ομιλητής κάποιας λατινογενούς γλώσσας: ~οι: λαοί/πληθυσμοί.|| (ως ουσ.) Οι ~οι. 2. ΙΣΤ. που μιλούσε τη Λατινική: ~οι: υπήκοοι. Βλ. -φωνος. | |
| 27700 | λατιφούντιο | λα-τι-φού-ντι-ο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΙΣΤ. (κατά τη ρωμαϊκή περίοδο) μεγάλο αγρόκτημα που ανήκε σε αριστοκράτη ή συγκλητικό και το καλλιεργούσαν κυρ. δούλοι. Πβ. τσιφλίκι, φέουδο. [< λατ. latifundium] | |
| 27701 | λατομείο | [λατομεῖο] λα-το-μεί-ο ουσ. (ουδ.): τόπος εξόρυξης πετρωμάτων με ανοιχτή εκσκαφή: ανενεργό/αρχαίο ~. ~ αδρανών υλικών (πβ. δανειοθάλαμος)/ασβεστόλιθου/μαρμάρου/πέτρας. Πβ. νταμάρι. Βλ. μεταλλείο, ορυχείο. [< μτγν. λατομεῖον] | |
| 27702 | λατόμευση | λα-τό-μευ-ση ουσ. (θηλ.) & λατόμηση (λόγ.): εξόρυξη πετρωμάτων σε λατομείο: ~ και επεξεργασία μαρμάρων. Βλ. μετάλλευση. ΣΥΝ. λατομία [< μτγν. λατόμησις] | |
| 27703 | λατομία | λα-το-μί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): λατόμευση. [< μτγν. λατομία 'λατομείο'] | |
| 27704 | λατομικός | , ή, ό λα-το-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με λατομείο ή τη λατόμευση: ~ή: ζώνη. ~ές: εργασίες/περιοχές. ~ά: προϊόντα/υλικά. Βλ. μεταλλευτικός. [< μτγν. λατομικός ‘καταληλος για το κόψιμο της πέτρας’] | |
| 27705 | λατόμος | λα-τό-μος ουσ. (αρσ.) (επίσ.): εργάτης σε λατομείο. Βλ. μεταλλωρύχος, πετράς, -τόμος. [< μτγν. λατόμος ‘λιθοξόος’] | |
| 27706 | λατομώ | [λατομῶ] λα-το-μώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {λατομ-εί | σπάν. λατόμ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} (λόγ.): εξορύσσω πετρώματα σε λατομείο: ασβεστόλιθοι ~ημένοι από το βουνό. [< μτγν. λατομῶ ‘εξορύσσω πέτρες’] | |
| 27707 | λάτρα | λά-τρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): το σύνολο των εργασιών που σχετίζονται με την καθαριότητα ενός χώρου: Κάνω τη ~ του σπιτιού. ΣΥΝ. καθάρισμα (1), συγύρισμα, φασίνα | |
| 27708 | λατρεία | λα-τρεί-α ουσ. (θηλ.) 1. απόδοση τιμών στον Θεό ή σε θεότητα· το σύνολο των πράξεων με τις οποίες συνδέεται: (ΕΚΚΛΗΣ.) θεία/θρησκευτική/ορθόδοξη/χριστιανική ~. Βλ. θεοσέβεια, πίστη.|| (στον αρχαίο κόσμο:) Αυτοκρατορική (: στη Ρώμη)/διονυσιακή/εθνική (= ειδωλολατρία)/μυστηριακή/παγανιστική ~. Τοπικές/χθόνιες ~ες. ~ του Ήλιου/των ολύμπιων θεών/της φύσης. Καθιέρωση της ~ας.|| (γενικότ.) Δημόσια ~. Κέντρο ~ας (= λατρευτικό). Τόπος/χώρος (βλ. ναός) ~ας. Άσκηση της ~ας. Βλ. θυσία, προσευχή, προσκύνημα, τελετουργία, ύμνος. 2. (μτφ.) πολύ μεγάλη αγάπη για κάποιον ή κάτι: εκδηλώσεις ~ας για τον/προς τον/στον ... (από τον κόσμο). Τραγουδιστής που έχει γίνει αντικείμενο ~ας (= είδωλο, ίνδαλμα). Τον κοίταζε με ~ (πβ. έρωτας). (οικ. προσφών.) ~ μου!|| ~ για τα αυτοκίνητα/το ποδόσφαιρο. ~ του κέρδους (: απληστία). Έχει ~ με την τέχνη. Πβ. μανία, πάθος. Βλ. -λατρία. ● ΣΥΜΠΛ.: ελευθερία (της) λατρείας βλ. ελευθερία [< 1: αρχ. λατρεία ‘υπηρεσία προς τους θεούς’] | |
| 27709 | λατρευτής | λα-τρευ-τής ουσ. (αρσ.): ΑΡΧΑΙΟΛ. πρόσωπο που συμμετέχει στη λατρεία θεού: ειδώλια/πομπή ~ών. [< μεσν. λατρευτής] | |
| 27710 | λατρευτικός | , ή, ό λα-τρευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη θρησκευτική λατρεία: ~ός: χορός. ~ή: ζωή (της Εκκλησίας). ~ό: άγαλμα/σύμβολο. ~ές: θυσίες/πρακτικές. ~ά: αντικείμενα (βλ. ειδώλιο)/έθιμα/σκεύη. Σπήλαιο που υπήρξε ~ό κέντρο στην αρχαιότητα. ● επίρρ.: λατρευτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μεσν. λατρευτικός] | |
| 27711 | λατρευτός | , ή, ό λα-τρευ-τός επίθ.: που τον λατρεύει κάποιος: (σε αφιέρωση:) Στη ~ή μου μητέρα, ... (συχνά για αποθανόντα:) Τον ~ό μας σύζυγο, πατέρα και παππού κηδεύουμε σήμερα ... Πβ. ακριβός, αξιαγάπητος, αξιολάτρευτος, πολυαγαπημένος. [< μτγν. λατρευτός ‘σεβαστός’] | |
| 27712 | λατρεύω | λα-τρεύ-ω ρ. (μτβ.) {λάτρ-εψα (σπάν.) -ευσα, -έψει (σπάν.) -εύσει, -εύτηκε (λόγ.) -εύθηκε, -ευτεί (λόγ.) -ευθεί, λατρεύ-οντας, -όμενος, λατρ-εμένος} 1. (μτφ.) αγαπώ πάρα πολύ κάποιον ή κάτι· μου αρέσει κάτι υπερβολικά: Σε ~! ~ει τα παιδιά του. ~εμένος: ηθοποιός. (για καλλιτέχνες:) Οι ~εμένοι του κοινού. (οικ. προσφών.) ~εμένη μου (= πολυαγαπημένη)!|| ~ει (με πάθος) το διάβασμα/τις σοκολάτες/τα ταξίδια. Πολύ καλή ταινία, τη ~εψα. Τραγούδια που έχουν ~ευτεί από τον κόσμο. ~εμένος: τόπος. Πβ. υπεραγαπώ. ΑΝΤ. αντιπαθώ, μισώ 2. αποδίδω τιμές στον Θεό ή σε θεότητα. Βλ. προσκυνώ. [< 2: αρχ. λατρεύω] | |
| 27713 | λάτρης | λά-τρης ουσ. (αρσ.) {λάτρ-εις} , (λόγ.) λάτρις (η) & (σπάν.-προφ.) λάτρισσα (η): που αγαπά κάτι με πάθος: (ενθουσιώδης/φανατικός) ~ του αθλητισμού/των γραμμάτων και των τεχνών (βλ. μαικήνας)/της μουσικής (βλ. φιλόμουσος)/της φύσης (= φυσιο~)/του ωραίου. ~ των γυναικών. Έκθεση/σάιτ για τους ~εις του κρασιού (βλ. οινόφιλος)/της φωτογραφίας.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ της εξουσίας/του χρήματος (= φιλάργυρος). Πβ. εραστής. Βλ. φίλος. [< αρχ. λάτρις 'υπηρέτης'] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ