| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 27716 | λατύπη | λα-τύ-πη ουσ. (θηλ.): μικρό κομμάτι που μένει μετά την εξόρυξη ή λάξευση πέτρας· (ΓΕΩΛ.) αιχμηρό ή γωνιώδες θραύσμα πετρώματος: ~ μαρμάρου. Βλ. σύντριμμα.|| ~ες και κροκάλες. Βλ. άμμος, χαλίκι. [< αρχ. λατύπη] | |
| 27717 | λαύδανο | βλ. λάβδανο | |
| 27718 | λαύρα1 | λαύ-ρα ουσ. (θηλ.): ιδιόρρυθμο μοναστήρι στο οποίο κάθε μοναχός έχει το δικό του ξεχωριστό κελί· γενικότ. μοναστήρι. Βλ. κοινόβιο. [< μεσν. λαύρα] | |
| 27719 | λαύρα2 | βλ. λάβρα | |
| 27720 | λαυρεωτικός | , ή, ό λαυ-ρε-ω-τι-κός επίθ. & λαυριακός: που σχετίζεται με το Λαύριο: ~ά: μεταλλεύματα. [< μτγν. Λαυρεωτικός] | |
| 27721 | λάφι | βλ. ελάφι | |
| 27722 | λαφιάτης & λαφίτης | λα-φιά-της ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. είδος μη δηλητηριώδους φιδιού (επιστ. ονομασ. Elaphe quatuorlineata, Elaphe longissima). | |
| 27723 | λαφίνα | βλ. ελαφίνα | |
| 27724 | ΛΑΦΚΑ | (ο): Λογαριασμός Αλληλεγγύης Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης. | |
| 27725 | λάφτα | λά-φτα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. πολίτικο λαούτο. [< τουρκ. lavta] | |
| 27727 | λαφυραγωγός | λα-φυ-ρα-γω-γός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): αυτός που λαφυραγωγεί. Πβ. άρπαγας, λεηλάτης, πλιατσικολόγος. [< μτγν. λαφυραγωγός] | |
| 27728 | λαφυραγωγώ | [λαφυραγωγῶ] λα-φυ-ρα-γω-γώ ρ. (μτβ.) {λαφυραγωγ-εί ..., -ώντας | λαφυραγώγ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} 1. αρπάζω λάφυρα: Η Μονή ~ήθηκε και πυρπολήθηκε. Πβ. διαγουμίζω, κουρσεύω, λεηλατώ. 2. (μτφ.) κλέβω, υφαρπάζω: Μοιράζοντας υποσχέσεις, ~ησε χιλιάδες ψήφους. [< 1: μτγν. λαφυραγωγῶ] | |
| 27729 | λάφυρο | λά-φυ-ρο ουσ. (ουδ.) {λαφ-ύρων (σπάν.) λάφυρ-ων}: κάθε αντικείμενο ή πρόσωπο που περιέρχεται, κατόπιν αρπαγής του, στην κυριότητα του αντίπαλου στρατού κατά τη διάρκεια πολεμικής επιχείρησης· κατ' επέκτ. προϊόν κλοπής, παράνομης οικειοποίησης: πλούσια/πολύτιμα ~α. Τα ~α της νίκης/του πολέμου. Διανομή των ~ύρων. Πβ. λεία, πλιάτσικο. Βλ. τρόπαιο.|| (μτφ.) Τα ~α της εξουσίας. [< αρχ. λάφυρα] | |
| 27730 | ΛΑΧ | (οι): Λιγότερο Αναπτυγμένες Χώρες. | |
| 27731 | λαχαίνει | λα-χαί-νει ρ. (αμτβ.) {συνήθ. στον αόρ. έλαχε, λάχει} (λαϊκό): τυχαίνει, συμβαίνει: Του έλαχε (ο κλήρος) να ... Κάνουν ό,τι λάχει. (Είναι) να μη σου λάχει! Όπου/όπως λάχει (: όπου/όπως να 'ναι). ● ΦΡ.: άμα λάχει: όταν τύχει, αν συμβεί: Βοηθάω πού και πού ~ ~. (μάγκικα:) ~ ~ να (π)ούμε., εμείς οι βλάχοι, όπως λάχει βλ. βλάχος, βλάχα [< μεσν. λαχαίνω] | |
| 27732 | λάχανα | βλ. λάχανο | |
| 27733 | λαχαναγορά | λα-χα-να-γο-ρά ουσ. (θηλ.): αγορά οπωροκηπευτικών σε στεγασμένο ή ημιυπαίθριο χώρο. Βλ. κρεατ-, ψαρ-αγορά. | |
| 27734 | λαχαναγορίτης | λα-χα-να-γο-ρί-της ουσ. (αρσ.) (μειωτ.): έμπορος λαχαναγοράς. Βλ. -ίτης1, κρεατέμπορος. | |
| 27735 | λαχανί | λα-χα-νί επίθ./ουσ. {άκλ.} (προφ.): που έχει ανοιχτό πράσινο χρώμα, όπως το λάχανο: ~ μπλούζα.|| (ως ουδ. ουσ.) Το ~ (ενν. χρώμα). Φορά ~ (ενν. ρούχα). | |
| 27736 | λαχανιά | λα-χα-νιά ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. κρέας με λάχανο τουρσί: κοτόπουλο/χοιρινό ~. [< πβ. μτγν. λαχανιαί 'κήποι λαχανικών'] | |