Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [28440-28460]

IDΛήμμαΕρμηνεία
27719λαύρα2βλ. λάβρα
27720λαυρεωτικός, ή, ό λαυ-ρε-ω-τι-κός επίθ. & λαυριακός: που σχετίζεται με το Λαύριο: ~ά: μεταλλεύματα. [< μτγν. Λαυρεωτικός]
27721λάφιβλ. ελάφι
27722λαφιάτης & λαφίτηςλα-φιά-της ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. είδος μη δηλητηριώδους φιδιού (επιστ. ονομασ. Elaphe quatuorlineata, Elaphe longissima).
27723λαφίναβλ. ελαφίνα
27724ΛΑΦΚΑ(ο): Λογαριασμός Αλληλεγγύης Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης.
27725λάφταλά-φτα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. πολίτικο λαούτο. [< τουρκ. lavta]
27727λαφυραγωγόςλα-φυ-ρα-γω-γός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): αυτός που λαφυραγωγεί. Πβ. άρπαγας, λεηλάτης, πλιατσικολόγος. [< μτγν. λαφυραγωγός]
27728λαφυραγωγώ[λαφυραγωγῶ] λα-φυ-ρα-γω-γώ ρ. (μτβ.) {λαφυραγωγ-εί ..., -ώντας | λαφυραγώγ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} 1. αρπάζω λάφυρα: Η Μονή ~ήθηκε και πυρπολήθηκε. Πβ. διαγουμίζω, κουρσεύω, λεηλατώ. 2. (μτφ.) κλέβω, υφαρπάζω: Μοιράζοντας υποσχέσεις, ~ησε χιλιάδες ψήφους. [< 1: μτγν. λαφυραγωγῶ]
27729λάφυρολά-φυ-ρο ουσ. (ουδ.) {λαφ-ύρων (σπάν.) λάφυρ-ων}: κάθε αντικείμενο ή πρόσωπο που περιέρχεται, κατόπιν αρπαγής του, στην κυριότητα του αντίπαλου στρατού κατά τη διάρκεια πολεμικής επιχείρησης· κατ' επέκτ. προϊόν κλοπής, παράνομης οικειοποίησης: πλούσια/πολύτιμα ~α. Τα ~α της νίκης/του πολέμου. Διανομή των ~ύρων. Πβ. λεία, πλιάτσικο. Βλ. τρόπαιο.|| (μτφ.) Τα ~α της εξουσίας. [< αρχ. λάφυρα]
27730ΛΑΧ(οι): Λιγότερο Αναπτυγμένες Χώρες.
27731λαχαίνειλα-χαί-νει ρ. (αμτβ.) {συνήθ. στον αόρ. έλαχε, λάχει} (λαϊκό): τυχαίνει, συμβαίνει: Του έλαχε (ο κλήρος) να ... Κάνουν ό,τι λάχει. (Είναι) να μη σου λάχει! Όπου/όπως λάχει (: όπου/όπως να 'ναι). ● ΦΡ.: άμα λάχει: όταν τύχει, αν συμβεί: Βοηθάω πού και πού ~ ~. (μάγκικα:) ~ ~ να (π)ούμε., εμείς οι βλάχοι, όπως λάχει βλ. βλάχος, βλάχα [< μεσν. λαχαίνω]
27732λάχαναβλ. λάχανο
27733λαχαναγοράλα-χα-να-γο-ρά ουσ. (θηλ.): αγορά οπωροκηπευτικών σε στεγασμένο ή ημιυπαίθριο χώρο. Βλ. κρεατ-, ψαρ-αγορά.
27734λαχαναγορίτηςλα-χα-να-γο-ρί-της ουσ. (αρσ.) (μειωτ.): έμπορος λαχαναγοράς. Βλ. -ίτης1, κρεατέμπορος.
27735λαχανίλα-χα-νί επίθ./ουσ. {άκλ.} (προφ.): που έχει ανοιχτό πράσινο χρώμα, όπως το λάχανο: ~ μπλούζα.|| (ως ουδ. ουσ.) Το ~ (ενν. χρώμα). Φορά ~ (ενν. ρούχα).
27736λαχανιάλα-χα-νιά ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. κρέας με λάχανο τουρσί: κοτόπουλο/χοιρινό ~. [< πβ. μτγν. λαχανιαί 'κήποι λαχανικών']
27737λαχανιάζωλα-χα-νιά-ζω ρ. (αμτβ.) {λαχάνια-σα, -σει, λαχανιάζ-οντας, λαχανια-σμένος} ΣΥΝ. ασθμαίνω 1. αναπνέω γρήγορα και δύσκολα: ~σε από το γρήγορο περπάτημα/τρέξιμο. Έκοψε το τσιγάρο και δεν ~ει πια στις σκάλες. Έφτασε καταϊδρωμένος και ~σμένος. Πβ. αγκομαχώ, βαρι-, κοντ-ανασαίνω, μου κόβεται/μου πιάνεται η αναπνοή. 2. (μτφ.) δυσκολεύομαι πολύ, καταβάλλω επίπονες προσπάθειες για να πετύχω κάτι: ~σα για να τα καταφέρω (= καταταλαιπωρήθηκα).|| Η οικονομία έχει ~σει. [< 1: μεσν. λαχανιάζω 2: γαλλ. s'essouffler, περ. 1965]
27738λαχάνιασμαλα-χά-νια-σμα ουσ. (ουδ.) {λαχανιάσμ-ατος}: το αποτέλεσμα του λαχανιάζω: εύκολο ~. Αίσθημα ~ατος (βλ. άγχος, πανικός). Πβ. αγκομαχητό. Βλ. άσθμα, δύσ-, ταχύ-πνοια.
27739λαχανίδαλα-χα-νί-δα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποικιλία λάχανου (επιστ. ονομασ. Brassica oleracea, var. acephala) με ελεύθερα, δηλ. χωρίς κεφαλή, φύλλα που τρώγονται κυρ. ως βραστή σαλάτα. Βλ. κράμβη. [< μεσν. λαχανίδες]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.