Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [28440-28460]

IDΛήμμαΕρμηνεία
27737λαχανιάζωλα-χα-νιά-ζω ρ. (αμτβ.) {λαχάνια-σα, -σει, λαχανιάζ-οντας, λαχανια-σμένος} ΣΥΝ. ασθμαίνω 1. αναπνέω γρήγορα και δύσκολα: ~σε από το γρήγορο περπάτημα/τρέξιμο. Έκοψε το τσιγάρο και δεν ~ει πια στις σκάλες. Έφτασε καταϊδρωμένος και ~σμένος. Πβ. αγκομαχώ, βαρι-, κοντ-ανασαίνω, μου κόβεται/μου πιάνεται η αναπνοή. 2. (μτφ.) δυσκολεύομαι πολύ, καταβάλλω επίπονες προσπάθειες για να πετύχω κάτι: ~σα για να τα καταφέρω (= καταταλαιπωρήθηκα).|| Η οικονομία έχει ~σει. [< 1: μεσν. λαχανιάζω 2: γαλλ. s'essouffler, περ. 1965]
27738λαχάνιασμαλα-χά-νια-σμα ουσ. (ουδ.) {λαχανιάσμ-ατος}: το αποτέλεσμα του λαχανιάζω: εύκολο ~. Αίσθημα ~ατος (βλ. άγχος, πανικός). Πβ. αγκομαχητό. Βλ. άσθμα, δύσ-, ταχύ-πνοια.
27739λαχανίδαλα-χα-νί-δα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποικιλία λάχανου (επιστ. ονομασ. Brassica oleracea, var. acephala) με ελεύθερα, δηλ. χωρίς κεφαλή, φύλλα που τρώγονται κυρ. ως βραστή σαλάτα. Βλ. κράμβη. [< μεσν. λαχανίδες]
27740λαχανικάλα-χα-νι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. λαχανικό}: τμήματα ποωδών φυτών που μπορούν να καταναλωθούν ως τροφή, δηλ. ανώριμα άνθη, βολβοί, καρποί, κόνδυλοι, μίσχοι, οφθαλμοί, ρίζες, σπόροι, στελέχη ή φύλλα· συνεκδ. τα αντίστοιχα, συνήθ. αγγειόσπερμα, φυτά: βιολογικά/εδώδιμα/νωπά/πράσινα/φρέσκα ~ (πβ. κηπευτικά). Φρούτα και ~ (= οπωρο~). ~, όσπρια και δημητριακά. Τα ~ είναι πλούσια σε αντιοξειδωτικά/βιταμίνες/θρεπτικά συστατικά/μέταλλα και ιχνοστοιχεία. Πβ. λάχανα. Βλ. μεσογειακή διατροφή, υγιεινή διατροφή.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Ανάμεικτα/βραστά/μαγειρεμένα/ψητά/ωμά ~. ~ στον ατμό. Σαλάτα με ~ εποχής/εποχιακά ~.|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) Κατεψυγμένα/κονσερβοποιημένα ~. Ζωμός/κύβοι ~ών.|| (ΒΟΤ.) Βολβώδη (: κρεμμύδι, σκόρδο)/καρποφόρα (: αγγούρι, αρακάς, καλαμπόκι, κολοκύθα, κουκιά, μελιτζάνα, μπάμια, ντομάτα, πιπεριά, φασόλια)/κονδυλώδη (: πατάτα)/ριζωματώδη (: καρότο, παντζάρι, ραπάνι)/φρουτώδη/φυλλώδη (: άνηθος, λάχανο, μαϊντανός, μαρούλι, ραδίκια, σέσκουλο, σπανάκι, σέλινο) ~. Πβ. λαχανοκομικά. Βλ. αγκινάρα, μπρόκολο, κουνουπίδι, σπαράγγι. [< μτγν. λαχανικός, γαλλ. légumes]
27741λάχανολά-χα-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άνου}: ΒΟΤ. ποώδες φυτό στρογγυλού σχήματος (επιστ. ονομασ. Brassica oleracea, var. capitata), με πλατιά και πυκνά φύλλα, που τρώγεται ωμό ή μαγειρεμένο: λευκό/κόκκινο (: με σκούρο μοβ χρώμα)/πράσινο ~. (ΓΕΩΠ.) Κάμπια του ~ου (= πιερίδα). Πβ. μάπα. Βλ. κράμβη, κραμπο~, λαχανίδα, λαχανικά, ραντίτσιο, σικορέ, σταυρανθή.|| (ΜΑΓΕΙΡ.-ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) ~ τουρσί. Σαλάτα με ~ και καρότο. Βλ. ξινο~, σουκρούτ.λάχανα (τα): εδώδιμα χόρτα, λαχανικά. Βλ. αγριο~. ● Υποκ.: λαχανάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: λαχανάκια Βρυξελλών βλ. Βρυξέλλες ● ΦΡ.: όμοιος (σ)τον όμοιο κι η κοπριά (σ)τα λάχανα (παροιμ.): ο καθένας επιλέγει να συναναστρέφεται άτομα που έχουν παρόμοιο χαρακτήρα και κοινά ελαττώματα με τον εαυτό του. Πβ. πες/δείξε μου τον φίλο σου, να σου πω ποιος είσαι, όμοιος ομοίω αεί πελάζει. Βλ. βρήκε ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ, κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι., σιγά/σπουδαία τα λάχανα! & (σπάν.) χαρά στα λάχανα! (προφ.-ειρων.): για κάτι που του έχει δοθεί μεγάλη σημασία, χωρίς να την αξίζει: Τον έκαναν πρόεδρο της τάξης, ~ ~! ΣΥΝ. σιγά τ' αβγά, σιγά το/χαρά στο πρά(γ)μα!, σιγά τον πολυέλαιο, τρώω (κάποιον) λάχανο (μτφ.-προφ.) 1. {συνήθ. στον αόρ.} τον σκοτώνω ή τον εκτοπίζω, τον εξουδετερώνω, συνήθ. με ύπουλο τρόπο: Παραλίγο να τον φάει ~ ένας νεαρός με τ' αυτοκίνητο.|| 'Ετσι και τολμήσεις να διαμαρτυρηθείς, σε τρώνε ~. 2. υπερέχω, υπερτερώ έναντι κάποιου: Σ' αυτόν τον τομέα σε ~ει ~., καιρός φέρνει τα λάχανα, καιρός τα παραπούλια βλ. παραπούλι, όποιος έχει πολύ πιπέρι, βάζει/ρίχνει και στα λάχανα βλ. πιπέρι [< μεσν. λάχανον < αρχ. ~ ‘χορταρικό’]
27742λαχανο- & λαχανό-: α' συνθετικό που αναφέρεται στο λάχανο ή τα λαχανικά: λαχανο-ντολμάς.|| Λαχανό-κηπος/~πιτα (βλ. χορτό-).
27743λαχανόκηποςλα-χα-νό-κη-πος ουσ. (αρσ.): κήπος όπου καλλιεργούνται λαχανικά: δημοτικός ~. Πβ. μποστάνι. Βλ. -κηπος. [< μεσν. λαχανόκηπος]
27744λαχανοκομίαλα-χα-νο-κο-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. συστηματική καλλιέργεια και παραγωγή λαχανικών. 2. ΓΕΩΠ. (κ. με κεφαλ. Λ) κλάδος με αντικείμενό του τη μελέτη των λαχανικών (ταξινόμηση, εχθροί και ασθένειες, τεχνικές καλλιέργειας, συγκομιδή, διαλογή, τυποποίηση και εμπορία)· συνεκδ. το αντίστοιχο μάθημα σε ΑΕΙ και ΤΕΙ: βιολογική/γενική/ειδική ~. Βλ. -κομία. [< γαλλ. horticulture]
27745λαχανοκομικός, ή, ό λα-χα-νο-κο-μι-κός επίθ.: ΓΕΩΠ. που σχετίζεται με τη λαχανοκομία: ~ή: καλλιέργεια.|| (ως ουσ.) Τα ~ά (ενν. φυτά). ΣΥΝ. λαχανικά.
27746λαχανοντολμάδεςλα-χα-νο-ντολ-μά-δες ουσ. (αρσ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. λαχανοντολμάς}: ΜΑΓΕΙΡ. ντολμάδες με λαχανόφυλλα. ΣΥΝ. λαχανοσαρμάδες
27747λαχανόπιταλα-χα-νό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. πίτα με λαχανικά. Πβ. χορτόπιτα. Βλ. -πιτα. [< μεσν. λαχανόπιττα]
27748λαχανοπώληςλα-χα-νο-πώ-λης ουσ. (αρσ.): μανάβης. Βλ. -πώλης. [< αρχ. λαχανοπώλης]
27749λαχανόρυζολα-χα-νό-ρυ-ζο ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. λαδερό φαγητό κατσαρόλας με βασικά συστατικά το λάχανο και το ρύζι. Βλ. πρασό-, σπανακό-ρυζο.
27750λαχανοσαλάταλα-χα-νο-σα-λά-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. σαλάτα με λάχανο και συνήθ. καρότο. Βλ. -σαλάτα.
27751λαχανοσαρμάδεςλα-χα-νο-σαρ-μά-δες ουσ. (αρσ.) (οι) {σπάν. στον εν. λαχανοσαρμάς} (διαλεκτ.): ΜΑΓΕΙΡ. λαχανοντολμάδες.
27752λαχανόφυλλαλα-χα-νό-φυλ-λα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. λαχανόφυλλο}: φύλλα λάχανου: (ΜΑΓΕΙΡ.) ~α γεμιστά/με κιμά (= λαχανοντολμάδες). Βλ. αμπελόφυλλα.
27753λαχανοφυλλάδαλα-χα-νο-φυλ-λά-δα ουσ. (θηλ.) (σπάν.): έντυπο, κυρ. εφημερίδα, χαμηλής ποιότητας, με ευτελές περιεχόμενο. Πβ. παλιοφυλλάδα. [< γαλλ. feuille de chou]
27754λαχείο[λαχεῖο] λα-χεί-ο ουσ. (ουδ.) 1. αριθμημένο δελτίο με το οποίο ο κάτοχός του συμμετέχει σε κλήρωση και, εφόσον κληρωθούν όλα ή κάποια από τα ψηφία του, κερδίζει χρηματικό ποσό ή δώρο· συνεκδ. το συγκεκριμένο τυχερό παιχνίδι: Το τυχερό ~ αγοράστηκε/πουλήθηκε από το πρακτορείο ... Εξαργύρωσε το ~. ΣΥΝ. λαχνός.|| Ο χρυσός αριθμός του ~ου. Εθνικό/Ευρωπαϊκό/Κρατικό/Λαϊκό/Στιγμιαίο (= ξυστό)/Πρωτοχρονιάτικο ~. Πβ. λοταρία. Βλ. λόττο, πρότο, σουιπστέικ, τζόκερ, τρίδυμος λαχνός. 2. (μτφ.) ανέλπιστη ή καθαρή τύχη: πραγματικό ~ (: μοναδική ευκαιρία) αυτό το οικοπεδάκι.|| Ο γάμος είναι ~. ● ΦΡ.: μου πέφτει το λαχείο & (σπάν.) μου τυχαίνει το λαχείο (προφ.) 1. κερδίζω σε κλήρωση λαχείου. 2. & μου πέφτει ο πρώτος αριθμός του λαχείου/ο πρώτος λαχνός (συνήθ. μτφ.): μου τυχαίνει κάτι πολύ καλό, είμαι πολύ τυχερός σε κάτι: Για να βρεις να παρκάρεις στο κέντρο, πρέπει να σου πέσει το ~.|| (ειρων.) Σε μένα έπεσε το ~ (= έλαχε ο κλήρος) να του ανακοινώσω τα δυσάρεστα., την κάνω λαχείο {συνηθέστ. στον αόρ.} (προφ.): μου συμβαίνει κάτι αναπάντεχα ευχάριστο και γενικότ. είμαι τυχερός: Με τέτοιες γνωριμίες την έχει κάνει ~. Βλ. κάνω/βρίσκω την τύχη μου, πιάνω την καλή. [< γαλλ. loterie]
27755λαχειοπώληςλα-χει-ο-πώ-λης ουσ. (αρσ.): πλανόδιος πωλητής λαχείων. Βλ. -πώλης.
27756λαχειοφόρος, ος, ο λα-χει-ο-φό-ρος επίθ. (λόγ.): που αφορά λαχνούς: ~ος: κλήρωση. Βλ. -φόρος. ● ΣΥΜΠΛ.: λαχειοφόρος αγορά & (προφ.) λαχειοφόρος: πώληση λαχνών με στόχο τη συγκέντρωση χρημάτων για κοινωφελή σκοπό· οι κάτοχοι των τυχερών λαχνών κερδίζουν δώρα, κατόπιν κλήρωσης: Ο σύλλογος/το σωματείο διοργάνωσε ~ο ~. Βλ. έρανος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.