| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 27757 | λαχματζούν | λαχ-μα-τζούν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & λεχματζούν: ΜΑΓΕΙΡ. ανατολίτικο φαγητό από λεπτή ζύμη με κιμά και καρυκεύματα. Βλ. πίτσα. [< αρμενικό lahmajoun ή τουρκ. lahmacun] | |
| 27758 | λάχνη | λά-χνη ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΑΝΑΤ. καθεμιά από τις μικροσκοπικές δακτυλοειδείς προεξοχές ορισμένων βλεννογόνων: εντερικές ~ες (: παρέχουν στο έντερο μεγαλύτερη δυνατότητα απορρόφησης θρεπτικών ουσιών). (μέθοδος προγεννητικού ελέγχου:) Λήψη χοριακών ~ών ή τροφοβλάστης (: από τον πλακούντα· βλ. αμνιοκέντηση). [< αρχ. λάχνη 'χνούδι', γαλλ. villosité] | |
| 27759 | λαχνός | λα-χνός ουσ. (αρσ.): αριθμημένο δελτίο με το οποίο συμμετέχει κάποιος σε κλήρωση, για να κερδίσει χρηματικό ποσό ή άλλο δώρο· συνεκδ. ο αριθμός του ή το συγκεκριμένο ποσό ή δώρο: Ο πρώτος ~ κερδίζει ενάμισι εκατομμύρια ευρώ/ένα αυτοκίνητο. Πέτυχε/τράβηξε τον τυχερό ~ό. Πβ. κλήρος, λαχείο. ● ΣΥΜΠΛ.: τρίδυμος λαχνός βλ. τρίδυμος ● ΦΡ.: μου πέφτει το λαχείο βλ. λαχείο [< μεσν. λαχνός, γαλλ. lot] | |
| 27760 | λαχούρι | λα-χού-ρι ουσ. (ουδ.): λεπτό μεταξωτό ύφασμα με χαρακτηριστικά διακοσμητικά μοτίβα· συνεκδ. αξεσουάρ ή ρούχο από το ύφασμα αυτό· το συγκεκριμένο ινδικό-περσικό μοτίβο που μοιάζει με δάκρυ: ~ ριγμένο στους ώμους (βλ. σάλι). Μπαντάνα/πασμίνα/φόρεμα ~.|| Γραβάτα/πουκάμισο με ~ια. Βλ. έθνικ. ● Υποκ.: λαχουράκι (το) [< τουρκ. lâhurî] | |
| 27761 | λαχτάρα | λα-χτά-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ισχυρή, ζωηρή επιθυμία· μεγάλος πόθος: ασίγαστη ~. ~ (= δίψα, θέληση) για γνώση/ζωή/μάθηση. Έχω μια (πελώρια) ~ (= όρεξη) για παγωτό (πβ. καΐλα, κάψα2).|| Τον/την κοίταξε με ~. 2. αγωνία, ανυπομονησία: Περίμενε με ανείπωτη ~ (= με πολύ μεγάλη αδημονία, πώς και πώς) να γυρίσουν. 3. ταραχή, μεγάλος φόβος· συνεκδ. αναπάντεχο, δυσάρεστο συμβάν: Πήρα μια/τέτοια ~ (= τρομάρα)! Πβ. λαχτάρισμα.|| Τι ~ (= κακό) ήταν αυτή που με βρήκε! Έχει πάθει/περάσει μεγάλες/πολλές ~ες (= βάσανα, δυστυχίες, καημούς, περιπέτειες, συμφορές). [< μεσν. λακτάρα] | |
| 27762 | λαχταράω | βλ. λαχταρ | |
| 27763 | λαχταρίζω | λα-χτα-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {λαχτάρι-σα, λαχταρί-σει, -σμένος, συνήθ. στον αόρ.} (προφ.): κάνω κάποιον να τρομάξει ή να ανησυχήσει πολύ· δοκιμάζω μεγάλη αγωνία, ταραχή ή φόβο: Με ~σες (= κατατρόμαξες, κοψοχόλιασες) βραδιάτικα!|| ~σαν οι επιβάτες του αεροπλάνου από την απότομη προσγείωση. ΣΥΝ. λαχταρώ (2) [< μεσν. λακταρίζω] | |
| 27764 | λαχτάρισμα | λα-χτά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): φόβος, τρομάρα. Πβ. λαχτάρα. | |
| 27765 | λαχταριστός | , ή, ό λα-χτα-ρι-στός επίθ.: πολύ επιθυμητός: ~ό: παγωτό. Πβ. λιγουρευτός, λιμπιστικός.|| ~ά: χείλη (= ποθητά). [< μεσν. λακταριστός] | |
| 27766 | λαχταρώ | [λαχταρῶ] λα-χτα-ρώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {λαχταρ-άς ..., -ώντας | λαχτάρ-ησα, -ήσει} & λαχταράω 1. επιθυμώ έντονα, ποθώ: Θα σου μαγειρέψω ό,τι ~ά (= τραβά) η καρδιά/ψυχή σου (πβ. λιγουρεύ-, λιμπίζ-, ορέγ-ομαι). ~ά να επιστρέψει στην πατρίδα του (πβ. διψώ). Έχω ~ήσει ένα γλυκό (πβ. ψοφώ)!|| Σε ~ησα (= μου έλειψες)! Πβ. αποζητώ.|| ~ (= περιμένω πώς και πώς) τη στιγμή που θ' ανταμώσουμε πάλι (πβ. αδημονώ, ανυπομονώ, δεν βλέπω την ώρα να ...· βλ. ονειρεύομαι). 2. λαχταρίζω. [< μεσν. λακταρώ] | |
| 27767 | λαψάνα | λα-ψά-να ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. φυτό (επιστ. ονομασ. Lapsana communis) με μικρά κίτρινα άνθη, τα φύλλα του οποίου τρώγονται ωμά, συνήθ. ως σαλάτα. Πβ. βρούβα, σινάπι. [< μτγν. λα(μ)ψάνη] | |
| 27768 | ΛΔ | 1. (η) Λαϊκή Δημοκρατία. 2. (ο) Λόχος Διοικήσεως. | |
| 27769 | ΛΕΑ | (η): Λωρίδα Έκτακτης Ανάγκης. | |
| 27770 | λέαινα | λέ-αι-να ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ΖΩΟΛ. θηλυκό λιοντάρι. Πβ. λιονταρίνα. Βλ. λέων, -αινα. [< αρχ. λέαινα] | |
| 27771 | λεβ | ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. λέβα}: ΟΙΚΟΝ. το βουλγαρικό νόμισμα. [< βουλγ. lev] | |
| 27772 | λεβάντα | λε-βά-ντα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. πολυετές θαμνώδες, ποώδες ή φρυγανώδες φυτό (γένος Lavandula) της οικογένειας των χειλανθών, με μακρόστενα γκρίζα-πράσινα φύλλα και μπλε-μοβ άνθη σε ταξιανθία στάχυος, γνωστό για τις αρωματικές και καταπραϋντικές, χαλαρωτικές του ιδιότητες· συνεκδ. το αντίστοιχο άρωμα: αιθέριο έλαιο/αφέψημα ~ας. Σακουλάκια ~ας (: σε ντουλάπες και συρτάρια, για τον αρωματισμό τους και την προστασία των μάλλινων από τον σκόρο). Βλ. βότανα.|| Κρέμα σώματος/σαπούνι ~. [< βεν. levanda] | |
| 27773 | λεβάντε | λε-βά-ντε ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (παλαιότ.-διαλεκτ.): η Ανατολή και ειδικότ. η ανατολική Μεσόγειος. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: το φιόρο του λεβάντε: η Ζάκυνθος. [< μεσν. λεβάντε < ιταλ. levante 'ανατολή'] | |
| 27774 | λεβάντες | λε-βά-ντες ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) λεβάντης: ΝΑΥΤ. δυνατός ανατολικός άνεμος. Βλ. γαρμπής, γρέγος, λίβας, μαΐστρος, σιρόκος. ΣΥΝ. απηλιώτης [< μεσν. λεβάντες < ιταλ. levante 'ανατολή'] | |
| 27775 | λεβαντίνικος | , η, ο λε-βα-ντί-νι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τους λεβαντίνους: ~ο: συρτό (: ζακυνθινός χορός). Πβ. φραγκο~. | |
| 27776 | λεβαντίνος | [λεβαντῖνος] λε-βα-ντί-νος ουσ. (αρσ.) , λεβαντίνα (η) (κ. με κεφαλ. Λ, παλαιότ.-διαλεκτ.): φραγκολεβαντίνος. [< μεσν. λεβαντίνος < ιταλ. levantino] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ