Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [28480-28500]

IDΛήμμαΕρμηνεία
27760λαχούριλα-χού-ρι ουσ. (ουδ.): λεπτό μεταξωτό ύφασμα με χαρακτηριστικά διακοσμητικά μοτίβα· συνεκδ. αξεσουάρ ή ρούχο από το ύφασμα αυτό· το συγκεκριμένο ινδικό-περσικό μοτίβο που μοιάζει με δάκρυ: ~ ριγμένο στους ώμους (βλ. σάλι). Μπαντάνα/πασμίνα/φόρεμα ~.|| Γραβάτα/πουκάμισο με ~ια. Βλ. έθνικ. ● Υποκ.: λαχουράκι (το) [< τουρκ. lâhurî]
27761λαχτάραλα-χτά-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ισχυρή, ζωηρή επιθυμία· μεγάλος πόθος: ασίγαστη ~. ~ (= δίψα, θέληση) για γνώση/ζωή/μάθηση. Έχω μια (πελώρια) ~ (= όρεξη) για παγωτό (πβ. καΐλα, κάψα2).|| Τον/την κοίταξε με ~. 2. αγωνία, ανυπομονησία: Περίμενε με ανείπωτη ~ (= με πολύ μεγάλη αδημονία, πώς και πώς) να γυρίσουν. 3. ταραχή, μεγάλος φόβος· συνεκδ. αναπάντεχο, δυσάρεστο συμβάν: Πήρα μια/τέτοια ~ (= τρομάρα)! Πβ. λαχτάρισμα.|| Τι ~ (= κακό) ήταν αυτή που με βρήκε! Έχει πάθει/περάσει μεγάλες/πολλές ~ες (= βάσανα, δυστυχίες, καημούς, περιπέτειες, συμφορές). [< μεσν. λακτάρα]
27762λαχταράωβλ. λαχταρ
27763λαχταρίζωλα-χτα-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {λαχτάρι-σα, λαχταρί-σει, -σμένος, συνήθ. στον αόρ.} (προφ.): κάνω κάποιον να τρομάξει ή να ανησυχήσει πολύ· δοκιμάζω μεγάλη αγωνία, ταραχή ή φόβο: Με ~σες (= κατατρόμαξες, κοψοχόλιασες) βραδιάτικα!|| ~σαν οι επιβάτες του αεροπλάνου από την απότομη προσγείωση. ΣΥΝ. λαχταρώ (2) [< μεσν. λακταρίζω]
27764λαχτάρισμαλα-χτά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): φόβος, τρομάρα. Πβ. λαχτάρα.
27765λαχταριστός, ή, ό λα-χτα-ρι-στός επίθ.: πολύ επιθυμητός: ~ό: παγωτό. Πβ. λιγουρευτός, λιμπιστικός.|| ~ά: χείλη (= ποθητά). [< μεσν. λακταριστός]
27766λαχταρώ[λαχταρῶ] λα-χτα-ρώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {λαχταρ-άς ..., -ώντας | λαχτάρ-ησα, -ήσει} & λαχταράω 1. επιθυμώ έντονα, ποθώ: Θα σου μαγειρέψω ό,τι ~ά (= τραβά) η καρδιά/ψυχή σου (πβ. λιγουρεύ-, λιμπίζ-, ορέγ-ομαι). ~ά να επιστρέψει στην πατρίδα του (πβ. διψώ). Έχω ~ήσει ένα γλυκό (πβ. ψοφώ)!|| Σε ~ησα (= μου έλειψες)! Πβ. αποζητώ.|| ~ (= περιμένω πώς και πώς) τη στιγμή που θ' ανταμώσουμε πάλι (πβ. αδημονώ, ανυπομονώ, δεν βλέπω την ώρα να ...· βλ. ονειρεύομαι). 2. λαχταρίζω. [< μεσν. λακταρώ]
27767λαψάναλα-ψά-να ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. φυτό (επιστ. ονομασ. Lapsana communis) με μικρά κίτρινα άνθη, τα φύλλα του οποίου τρώγονται ωμά, συνήθ. ως σαλάτα. Πβ. βρούβα, σινάπι. [< μτγν. λα(μ)ψάνη]
27768ΛΔ1. (η) Λαϊκή Δημοκρατία. 2. (ο) Λόχος Διοικήσεως.
27769ΛΕΑ(η): Λωρίδα Έκτακτης Ανάγκης.
27770λέαιναλέ-αι-να ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ΖΩΟΛ. θηλυκό λιοντάρι. Πβ. λιονταρίνα. Βλ. λέων, -αινα. [< αρχ. λέαινα]
27771λεβουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. λέβα}: ΟΙΚΟΝ. το βουλγαρικό νόμισμα. [< βουλγ. lev]
27772λεβάνταλε-βά-ντα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. πολυετές θαμνώδες, ποώδες ή φρυγανώδες φυτό (γένος Lavandula) της οικογένειας των χειλανθών, με μακρόστενα γκρίζα-πράσινα φύλλα και μπλε-μοβ άνθη σε ταξιανθία στάχυος, γνωστό για τις αρωματικές και καταπραϋντικές, χαλαρωτικές του ιδιότητες· συνεκδ. το αντίστοιχο άρωμα: αιθέριο έλαιο/αφέψημα ~ας. Σακουλάκια ~ας (: σε ντουλάπες και συρτάρια, για τον αρωματισμό τους και την προστασία των μάλλινων από τον σκόρο). Βλ. βότανα.|| Κρέμα σώματος/σαπούνι ~. [< βεν. levanda]
27773λεβάντελε-βά-ντε ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (παλαιότ.-διαλεκτ.): η Ανατολή και ειδικότ. η ανατολική Μεσόγειος. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: το φιόρο του λεβάντε: η Ζάκυνθος. [< μεσν. λεβάντε < ιταλ. levante 'ανατολή']
27774λεβάντεςλε-βά-ντες ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) λεβάντης: ΝΑΥΤ. δυνατός ανατολικός άνεμος. Βλ. γαρμπής, γρέγος, λίβας, μαΐστρος, σιρόκος. ΣΥΝ. απηλιώτης [< μεσν. λεβάντες < ιταλ. levante 'ανατολή']
27775λεβαντίνικος, η, ο λε-βα-ντί-νι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τους λεβαντίνους: ~ο: συρτό (: ζακυνθινός χορός). Πβ. φραγκο~.
27776λεβαντίνος[λεβαντῖνος] λε-βα-ντί-νος ουσ. (αρσ.) , λεβαντίνα (η) (κ. με κεφαλ. Λ, παλαιότ.-διαλεκτ.): φραγκολεβαντίνος. [< μεσν. λεβαντίνος < ιταλ. levantino]
27777λεβέλε-βέ ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: (σε χαρτοπαίγνια, ιδ. στο μπριτζ) μπάζα, χαρτωσιά. [< γαλλ. levée]
27778λεβεντάνθρωποςλε-βε-ντάν-θρω-πος ουσ. (αρσ.): άνδρας με λεβέντικη κορμοστασιά και αρχοντική συμπεριφορά. Πβ. αρχοντάνθρωπος. Βλ. -άνθρωπος.
27779λεβέντηςλε-βέ-ντης ουσ. (αρσ.) {-ες (σπάν.) -ηδες} 1. άνδρας αρρενωπός, ψηλός, ευθυτενής, με περήφανο παράστημα: ένας ~ ίσαμε δυο μέτρα. Είκοσι χρονών ~. (οικ. προσφών.) Ξύπνα, ~η μου! Γεια σου, ~η! Πβ. λεβεντάνθρωπος, λεβεντόπαιδο.|| (ως επίθ.) ~ες: χορευτές. 2. (κατ' επέκτ.) γενναίος, θαρραλέος· ευθύς, τίμιος· γενναιόδωρος. Πβ. ασίκης, βλάμης, δερβίσης, ντελικανής, ντερμπεντέρης. ΣΥΝ. παλικάρι (1) ● ΦΡ.: της φυλακής τα σίδερα είναι για τους λεβέντες βλ. φυλακή [< μεσν. λεβέντης < τουρκ. levend, levent]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.