| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 27777 | λεβέ | λε-βέ ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: (σε χαρτοπαίγνια, ιδ. στο μπριτζ) μπάζα, χαρτωσιά. [< γαλλ. levée] | |
| 27778 | λεβεντάνθρωπος | λε-βε-ντάν-θρω-πος ουσ. (αρσ.): άνδρας με λεβέντικη κορμοστασιά και αρχοντική συμπεριφορά. Πβ. αρχοντάνθρωπος. Βλ. -άνθρωπος. | |
| 27779 | λεβέντης | λε-βέ-ντης ουσ. (αρσ.) {-ες (σπάν.) -ηδες} 1. άνδρας αρρενωπός, ψηλός, ευθυτενής, με περήφανο παράστημα: ένας ~ ίσαμε δυο μέτρα. Είκοσι χρονών ~. (οικ. προσφών.) Ξύπνα, ~η μου! Γεια σου, ~η! Πβ. λεβεντάνθρωπος, λεβεντόπαιδο.|| (ως επίθ.) ~ες: χορευτές. 2. (κατ' επέκτ.) γενναίος, θαρραλέος· ευθύς, τίμιος· γενναιόδωρος. Πβ. ασίκης, βλάμης, δερβίσης, ντελικανής, ντερμπεντέρης. ΣΥΝ. παλικάρι (1) ● ΦΡ.: της φυλακής τα σίδερα είναι για τους λεβέντες βλ. φυλακή [< μεσν. λεβέντης < τουρκ. levend, levent] | |
| 27780 | λεβεντιά | λε-βε-ντιά ουσ. (θηλ.) 1. το σύνολο των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων του λεβέντη: ελληνική ~. Νέοι με ήθος και ~. Είχε τη ~ (= το θάρρος, τη μαγκιά) να ζητήσει συγγνώμη. Πβ. αρχοντιά. Βλ. φιλότιμο. ΣΥΝ. παλικαριά 2. (ως οικ. προσφών.) λεβέντης: Φίλε μου, είσαι ~! ● ΣΥΜΠΛ.: λεβεντιά καμαρωτή (προφ.): για πρόσωπο με λεβέντικο παράστημα: ~ ~ ο παππούς! | |
| 27781 | λεβέντικος | , η, ο λε-βέ-ντι-κος επίθ.: που ταιριάζει σε λεβέντη: ~ος: χορός (π.χ. τσάμικο). ~η: καρδιά/κορμοστασιά/στάση. ~ο: παράστημα (= καμαρωτό). Πβ. αντρίκειος, ασίκικος, παλικαρίσιος. ● επίρρ.: λεβέντικα [< μεσν. λεβέντικος] | |
| 27782 | λεβέντισσα | : γυναίκα με δυναμισμό, ευθύτητα, θάρρος, τόλμη και συνήθ. επιβλητική εμφάνιση: ~ες, μπροστάρισσες του Αγώνα.|| (ως επίθ.) ~ μάνα. ● βλ. λεβέντης | |
| 27783 | λεβεντο- & λεβεντό- & λεβεντ- | α' συνθετικό ουσιαστικών και επιθέτων∙ αναφέρεται 1. στην αρχοντιά, το επιβλητικό παράστημα ή τη γενναιότητα: λεβεντο-γυναίκα. Λεβεντ-άνθρωπος.|| Λεβεντό-κορμος. Βλ. ανδρο-.|| Λεβεντό-παιδο. 2. (σπανιότ.) στον λεβέντη: λεβεντο-πνίχτρα.|| (για τόπο) Λεβεντο-γέννα/~μάνα. | |
| 27784 | λεβεντογέννα | λε-βε-ντο-γέν-να ουσ. (θηλ.): (για τόπο) που γεννά λεβέντες: (συνήθ. ως επίθ.) η ~ Κρήτη/Μάνη/Ρούμελη. ΣΥΝ. λεβεντομάνα | |
| 27785 | λεβεντόκορμος | , η, ο λε-βε-ντό-κορ-μος επίθ.: που έχει λεβέντικο παράστημα: ~ος: νέος. ~ο: παλικάρι. Πβ. ευθυτενής, ευσταλής, καμαρωτός. | |
| 27786 | λεβεντομάνα | λε-βε-ντο-μά-να ουσ. (θηλ.): λεβεντογέννα. Βλ. -μάνα. | |
| 27787 | λεβεντόπαιδο | λε-βε-ντό-παι-δο ουσ. (ουδ.): (για νεαρό άνδρα) λεβέντης: (οικ. προσφών.) Γεια σου, ~! Πβ. παλικάρι. Βλ. -παιδο. | |
| 27788 | λεβεντοπνίχτρα | λε-βε-ντο-πνί-χτρα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. ως επίθ.} (λαϊκό-λογοτ.): (για τη θάλασσα) που πνίγει τους λεβέντες (ναυτικούς). | |
| 27789 | λεβέτι | λε-βέ-τι ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.-λαϊκό): μεγάλο καζάνι. [< μεσν. λεβέτιν] | |
| 27790 | λέβητας | λέ-βη-τας ουσ. (αρσ.) {λεβήτων} & (λόγ.) λέβης {λέβητος} 1. ΤΕΧΝΟΛ. μεταλλική δεξαμενή, απαραίτητη συσκευή κάθε συστήματος κεντρικής θέρμανσης, μέσα στην οποία παράγεται θερμό νερό ή ατμός, για να χρησιμεύσει ως μέσο μεταφοράς της θερμότητας: επίτοιχος/ηλεκτρικός ~. ~ από χάλυβα/χυτοσίδηρο. (ανάλογα με το καύσιμο που χρησιμοποιείται:) ~ βιομάζας/ξύλου/πετρελαίου/υγραερίου/φυσικού αερίου. Έκρηξη ~α. Πβ. καζάνι. Βλ. ατμο~, καπναγωγός, καυστήρας, κυκλοφορητής, τυρο~. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. μεγάλο ανοιχτό αγγείο, χωρίς λαβές, με στρογγυλεμένη βάση: τριποδικός/χάλκινος ~. [< 1: γαλλ. chaudière 2: αρχ. λέβης] | |
| 27791 | λεβητοποιία | λε-βη-το-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.): κατασκευή λεβήτων· συνεκδ. το αντίστοιχο εργοστάσιο. Βλ. -ποιία. | |
| 27792 | λεβητοστάσιο | λε-βη-το-στά-σι-ο ουσ. (ουδ.): χώρος συνήθ. στο υπόγειο κτιρίου, όπου είναι εγκατεστημένο το συγκρότημα λέβητα-καυστήρα· χώρος στο κύτος πλοίου, όπου υπάρχει ατμολέβητας μαζί με όλα τα απαραίτητα για τη λειτουργία του μηχανήματα: το ~ της πολυκατοικίας. ~ πετρελαίου/(φυσικού) αερίου. Μπόιλερ ~ου. Μέτρα πυροπροστασίας σε ~α. Βλ. μηχανοστάσιο, -στάσιο. [< γαλλ. chaufferie] | |
| 27793 | λεβιάθαν | λε-βι-ά-θαν ουσ. (αρσ.) {άκλ.} 1. (με κεφαλ. Λ) βιβλικό θαλάσσιο τέρας. 2. (μτφ.) κάτι πολύ μεγάλο ή πολύ ισχυρό ή ανεξέλεγκτο λόγω του μεγέθους του: ο ~ των τηλεσκοπίων.|| Ο ~ της γραφειοκρατίας. [< 1: μτγν. Λευϊαθάν 2: γαλλ. Léviathan, αγγλ. leviathan] | |
| 27794 | λεβιέ | λε-βιέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.) & (λαϊκό) λεβιές (ο): ΤΕΧΝΟΛ. μοχλός: το ~ του χειρόφρενου. ● ΣΥΜΠΛ.: λεβιέ(ς)/μοχλός ταχυτήτων βλ. ταχύτητα [< γαλλ. levier] | |
| 27795 | λεβίθες | λε-βί-θες ουσ. (θηλ.) (οι): ΖΩΟΛ. έλμινθες. [< μεσν. λεβίθα] | |
| 27796 | λεβοντόπα | λε-βο-ντό-πα ουσ. (θηλ.) & L-Ντόπα: ΧΗΜ. -ΦΑΡΜΑΚ. συνθετική ουσία, αριστερόστροφο ισομερές της ντόπα, η οποία μετατρέπεται σε ντοπαμίνη μόλις φτάσει στον εγκέφαλο· χρησιμοποιείται ως φάρμακο για τη θεραπεία της νόσου του Πάρκινσον. [< αγγλ. levodopa, L-dopa, 1939] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ