Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [28500-28520]

IDΛήμμαΕρμηνεία
27780λεβεντιάλε-βε-ντιά ουσ. (θηλ.) 1. το σύνολο των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων του λεβέντη: ελληνική ~. Νέοι με ήθος και ~. Είχε τη ~ (= το θάρρος, τη μαγκιά) να ζητήσει συγγνώμη. Πβ. αρχοντιά. Βλ. φιλότιμο. ΣΥΝ. παλικαριά 2. (ως οικ. προσφών.) λεβέντης: Φίλε μου, είσαι ~! ● ΣΥΜΠΛ.: λεβεντιά καμαρωτή (προφ.): για πρόσωπο με λεβέντικο παράστημα: ~ ~ ο παππούς!
27781λεβέντικος, η, ο λε-βέ-ντι-κος επίθ.: που ταιριάζει σε λεβέντη: ~ος: χορός (π.χ. τσάμικο). ~η: καρδιά/κορμοστασιά/στάση. ~ο: παράστημα (= καμαρωτό). Πβ. αντρίκειος, ασίκικος, παλικαρίσιος. ● επίρρ.: λεβέντικα [< μεσν. λεβέντικος]
27782λεβέντισσα: γυναίκα με δυναμισμό, ευθύτητα, θάρρος, τόλμη και συνήθ. επιβλητική εμφάνιση: ~ες, μπροστάρισσες του Αγώνα.|| (ως επίθ.) ~ μάνα. ● βλ. λεβέντης
27783λεβεντο- & λεβεντό- & λεβεντ-α' συνθετικό ουσιαστικών και επιθέτων∙ αναφέρεται 1. στην αρχοντιά, το επιβλητικό παράστημα ή τη γενναιότητα: λεβεντο-γυναίκα. Λεβεντ-άνθρωπος.|| Λεβεντό-κορμος. Βλ. ανδρο-.|| Λεβεντό-παιδο. 2. (σπανιότ.) στον λεβέντη: λεβεντο-πνίχτρα.|| (για τόπο) Λεβεντο-γέννα/~μάνα.
27784λεβεντογένναλε-βε-ντο-γέν-να ουσ. (θηλ.): (για τόπο) που γεννά λεβέντες: (συνήθ. ως επίθ.) η ~ Κρήτη/Μάνη/Ρούμελη. ΣΥΝ. λεβεντομάνα
27785λεβεντόκορμος, η, ο λε-βε-ντό-κορ-μος επίθ.: που έχει λεβέντικο παράστημα: ~ος: νέος. ~ο: παλικάρι. Πβ. ευθυτενής, ευσταλής, καμαρωτός.
27786λεβεντομάναλε-βε-ντο-μά-να ουσ. (θηλ.): λεβεντογέννα. Βλ. -μάνα.
27787λεβεντόπαιδολε-βε-ντό-παι-δο ουσ. (ουδ.): (για νεαρό άνδρα) λεβέντης: (οικ. προσφών.) Γεια σου, ~! Πβ. παλικάρι. Βλ. -παιδο.
27788λεβεντοπνίχτραλε-βε-ντο-πνί-χτρα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. ως επίθ.} (λαϊκό-λογοτ.): (για τη θάλασσα) που πνίγει τους λεβέντες (ναυτικούς).
27789λεβέτιλε-βέ-τι ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.-λαϊκό): μεγάλο καζάνι. [< μεσν. λεβέτιν]
27790λέβηταςλέ-βη-τας ουσ. (αρσ.) {λεβήτων} & (λόγ.) λέβης {λέβητος} 1. ΤΕΧΝΟΛ. μεταλλική δεξαμενή, απαραίτητη συσκευή κάθε συστήματος κεντρικής θέρμανσης, μέσα στην οποία παράγεται θερμό νερό ή ατμός, για να χρησιμεύσει ως μέσο μεταφοράς της θερμότητας: επίτοιχος/ηλεκτρικός ~. ~ από χάλυβα/χυτοσίδηρο. (ανάλογα με το καύσιμο που χρησιμοποιείται:) ~ βιομάζας/ξύλου/πετρελαίου/υγραερίου/φυσικού αερίου. Έκρηξη ~α. Πβ. καζάνι. Βλ. ατμο~, καπναγωγός, καυστήρας, κυκλοφορητής, τυρο~. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. μεγάλο ανοιχτό αγγείο, χωρίς λαβές, με στρογγυλεμένη βάση: τριποδικός/χάλκινος ~. [< 1: γαλλ. chaudière 2: αρχ. λέβης]
27791λεβητοποιίαλε-βη-το-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.): κατασκευή λεβήτων· συνεκδ. το αντίστοιχο εργοστάσιο. Βλ. -ποιία.
27792λεβητοστάσιολε-βη-το-στά-σι-ο ουσ. (ουδ.): χώρος συνήθ. στο υπόγειο κτιρίου, όπου είναι εγκατεστημένο το συγκρότημα λέβητα-καυστήρα· χώρος στο κύτος πλοίου, όπου υπάρχει ατμολέβητας μαζί με όλα τα απαραίτητα για τη λειτουργία του μηχανήματα: το ~ της πολυκατοικίας. ~ πετρελαίου/(φυσικού) αερίου. Μπόιλερ ~ου. Μέτρα πυροπροστασίας σε ~α. Βλ. μηχανοστάσιο, -στάσιο. [< γαλλ. chaufferie]
27793λεβιάθανλε-βι-ά-θαν ουσ. (αρσ.) {άκλ.} 1. (με κεφαλ. Λ) βιβλικό θαλάσσιο τέρας. 2. (μτφ.) κάτι πολύ μεγάλο ή πολύ ισχυρό ή ανεξέλεγκτο λόγω του μεγέθους του: ο ~ των τηλεσκοπίων.|| Ο ~ της γραφειοκρατίας. [< 1: μτγν. Λευϊαθάν 2: γαλλ. Léviathan, αγγλ. leviathan]
27794λεβιέλε-βιέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.) & (λαϊκό) λεβιές (ο): ΤΕΧΝΟΛ. μοχλός: το ~ του χειρόφρενου. ● ΣΥΜΠΛ.: λεβιέ(ς)/μοχλός ταχυτήτων βλ. ταχύτητα [< γαλλ. levier]
27795λεβίθεςλε-βί-θες ουσ. (θηλ.) (οι): ΖΩΟΛ. έλμινθες. [< μεσν. λεβίθα]
27796λεβοντόπαλε-βο-ντό-πα ουσ. (θηλ.) & L-Ντόπα: ΧΗΜ. -ΦΑΡΜΑΚ. συνθετική ουσία, αριστερόστροφο ισομερές της ντόπα, η οποία μετατρέπεται σε ντοπαμίνη μόλις φτάσει στον εγκέφαλο· χρησιμοποιείται ως φάρμακο για τη θεραπεία της νόσου του Πάρκινσον. [< αγγλ. levodopa, L-dopa, 1939]
27797λεγάμενος, λεγάμενηλε-γά-με-νος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (προφ., συνήθ. ειρων.): χαρακτηρισμός που χρησιμοποιείται όταν δεν θέλει κάποιος να κατονομάσει ένα πρόσωπο: Αν δεν του αρέσει του ~ου, πρόβλημά του! Συνάντησα τη ~η στον δρόμο. Ήταν στο σπίτι της ~ης (: της ερωμένης του). Βλ. ο περί ου/η περί ης/το περί ου ο λόγος. [< μεσν. λεγάμενος]
27799λεγεώναλε-γε-ώ-να ουσ. (θηλ.) 1. ΙΣΤ. η βασική μονάδα του ρωμαϊκού στρατού. Βλ. φάλαγγα1.|| (κατ' επέκτ., στρατιωτικό σώμα εθελοντών ή μισθοφόρων, κυρ. ξένων:) Η ~ των φιλελλήνων (: το 1821 και στον πόλεμο του 1897). Η Λ~ των Ξένων (: στη Γαλλία). 2. (σπάν.-μτφ.) πλήθος: ~ες ανέργων. ● ΣΥΜΠΛ.: η Λεγεώνα της Τιμής: το ανώτατο γαλλικό εθνικό παράσημο που απονέμεται σε πρόσωπο ως ανταμοιβή κυρ. για τις πολιτικές ή στρατιωτικές υπηρεσίες του· το ομώνυμο τιμητικό τάγμα. [< γαλλ. Légion d'honneur] [< 1: μτγν. λεγεών]
27800λεγεωνάριοςλε-γε-ω-νά-ρι-ος ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) παίκτης, συνήθ. ποδοσφαιριστής, που αγωνίζεται σε ξένο πρωτάθλημα. 2. ΙΣΤ. στρατιώτης λεγεώνας· ειδικότ. μέλος της Λεγεώνας της Τιμής ή της Λεγεώνας των Ξένων. ● ΣΥΜΠΛ.: νόσος των λεγεωνάριων/λεγεωναρίων βλ. νόσος [< 2: μτγν. λεγιωνάριος, γαλλ. légionnaire]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.