| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 27797 | λεγάμενος, λεγάμενη | λε-γά-με-νος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (προφ., συνήθ. ειρων.): χαρακτηρισμός που χρησιμοποιείται όταν δεν θέλει κάποιος να κατονομάσει ένα πρόσωπο: Αν δεν του αρέσει του ~ου, πρόβλημά του! Συνάντησα τη ~η στον δρόμο. Ήταν στο σπίτι της ~ης (: της ερωμένης του). Βλ. ο περί ου/η περί ης/το περί ου ο λόγος. [< μεσν. λεγάμενος] | |
| 27799 | λεγεώνα | λε-γε-ώ-να ουσ. (θηλ.) 1. ΙΣΤ. η βασική μονάδα του ρωμαϊκού στρατού. Βλ. φάλαγγα1.|| (κατ' επέκτ., στρατιωτικό σώμα εθελοντών ή μισθοφόρων, κυρ. ξένων:) Η ~ των φιλελλήνων (: το 1821 και στον πόλεμο του 1897). Η Λ~ των Ξένων (: στη Γαλλία). 2. (σπάν.-μτφ.) πλήθος: ~ες ανέργων. ● ΣΥΜΠΛ.: η Λεγεώνα της Τιμής: το ανώτατο γαλλικό εθνικό παράσημο που απονέμεται σε πρόσωπο ως ανταμοιβή κυρ. για τις πολιτικές ή στρατιωτικές υπηρεσίες του· το ομώνυμο τιμητικό τάγμα. [< γαλλ. Légion d'honneur] [< 1: μτγν. λεγεών] | |
| 27800 | λεγεωνάριος | λε-γε-ω-νά-ρι-ος ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) παίκτης, συνήθ. ποδοσφαιριστής, που αγωνίζεται σε ξένο πρωτάθλημα. 2. ΙΣΤ. στρατιώτης λεγεώνας· ειδικότ. μέλος της Λεγεώνας της Τιμής ή της Λεγεώνας των Ξένων. ● ΣΥΜΠΛ.: νόσος των λεγεωνάριων/λεγεωναρίων βλ. νόσος [< 2: μτγν. λεγιωνάριος, γαλλ. légionnaire] | |
| 27801 | λεγκαλισμός | λε-γκα-λι-σμός ουσ. (αρσ.) (αρνητ. συνυποδ.): (στον μαρξισμό) απόλυτη προσήλωση στην αστική νομιμότητα· κατ' επέκτ. αυστηρή συμμόρφωση με το γράμμα του νόμου, νομιμοφροσύνη. Πβ. νομικισμός. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. legalism] | |
| 27802 | λεγκάτο | λε-γκά-το ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. εκτέλεση διαδοχικών φθόγγων κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δίνεται η εντύπωση ότι δεν υπάρχει διακοπή ανάμεσά τους, αλλά ομαλή συνέχεια. ΑΝΤ. στακάτο (1) [< ιταλ. legato, γαλλ. légato] | |
| 27803 | λεγόμενα | λε-γό-με-να ουσ. (ουδ.) (τα) {λεγομέν-ων}: λόγια: η ακρίβεια/ορθότητα/ουσία των ~ων κάποιου. Καθένας έχει την ευθύνη των πράξεων και των ~ων του. Προς επιβεβαίωση των ~ων, ανέφερε ότι ... Αμφισβήτησε τα ~ του βουλευτή ... Θα συμφωνήσω με τα ~ των υπολοίπων. Αν κρίνω από τα ~ά του, δεν θα έρθει. Κατά τα/με βάση τα/σύμφωνα με τα ~ά του, ... Πβ. λεχθέντα. | |
| 27804 | λεγόμενος | , η, ο λε-γό-με-νος επίθ. (με άρθ.): που λέγεται, αποκαλείται: Ο 5ος αι. π.Χ., ο ~ (= επονομαζόμενος) και "χρυσός αιώνας του Περικλή". Οι ~ες "χώρες του Τρίτου Κόσμου". ● ΣΥΜΠΛ.: άπαξ λεγόμενον/λέξη άπαξ βλ. άπαξ ● ΦΡ.: κατά το κοινώς λεγόμενο(ν) (λόγ.) & (λογιότ.) κατά το δη λεγόμενον: (για να χρησιμοποιηθεί, ειρωνικά ή χιουμοριστικά, λέξη ή φράση του προφορικού λεξιλογίου) όπως συνήθως λέγεται: Είναι εξουθενωμένος· ~ ~, τα 'χει φτύσει! Πβ. απλοελληνικά. | |
| 27805 | λέγω | βλ. λέω | |
| 27806 | λεζάντα | λε-ζά-ντα ουσ. (θηλ.): σύντομο συνοδευτικό κείμενο εικόνας ή σχεδίου: ~ γελοιογραφίας/σκίτσου/σχήματος. (ΠΛΗΡΟΦ.) Προσθήκη ~ας. Διαφήμιση με κυλιόμενη ~ (= κρόουλ, τρέιλερ). Η ~ γράφει/λέει ... Βλ. κόμικς, υπότιτλος. ● ΦΡ.: κάνω λεζάντα (προφ.): αυτοπροβάλλομαι, επιδεικνύομαι: ~ει ~ (: φιγούρα) μπροστά στις κάμερες. [< γαλλ. légende] | |
| 27807 | λεηλασία | λε-η-λα-σί-α ουσ. (θηλ.) {λεηλασιών} 1. βίαιη αρπαγή αντικειμένων αξίας και γενικότ. περιουσιακών στοιχείων: (σε περίοδο πολέμου:) ~ες εκκλησιών (= σύληση)/πόλεων/σπιτιών. Σφαγές και ~ες από τα στρατεύματα κατοχής. Ο κατακτητής επιδόθηκε/ξέσπασε/προέβη σε άγριες ~ες. Πβ. διαγούμισμα, λαφυραγώγηση.|| Συλλήψεις για ~ες καταστημάτων. Πβ. βανδαλισμός, πλιάτσικο. ΣΥΝ. λεηλάτηση 2. (μτφ.) κλοπή, κατασπατάληση ή καταστροφική εκμετάλλευση: ~ του δημόσιου χρήματος/της ιστορίας/της πολιτιστικής κληρονομιάς. Όργιο ~ας. Πβ. διαρπαγή, καταπάτηση, σκύλευση. [< 1: αρχ. λεηλασία, γαλλ. pillage] | |
| 27808 | λεηλάτης | λε-η-λά-της ουσ. (αρσ.): αυτός που λεηλατεί: (κυρ. μτφ.) ~ες του φυσικού περιβάλλοντος. Πβ. κατα-πατητής, -στροφέας, λαφυραγωγός, πλιατσικολόγος. | |
| 27809 | λεηλάτηση | λε-η-λά-τη-ση ουσ. (θηλ.): λεηλασία. [< αρχ. λεηλάτησις] | |
| 27810 | λεηλατώ | [λεηλατῶ] λε-η-λα-τώ ρ. (μτβ.) {λεηλατ-είς ..., -ώντας | λεηλάτ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος}: διαπράττω λεηλασία: Το νησί ~ήθηκε και κάηκε ολοσχερώς. ~ημένα μνημεία. Πβ. διαγουμίζω, κουρσεύω, λαφυραγωγώ.|| Ομάδα κουκουλοφόρων ~ησε εμπορικά καταστήματα. Πβ. βανδαλίζω, πλιατσικολογώ.|| (μτφ.) ~ούμενα: δικαιώματα (πβ. καταπατώ)/ταμεία (πβ. διαρπάζω, κατασπαταλώ). ~ησαν τα όνειρά μας. Πβ. σκυλεύω, συλώ. [< αρχ. λεηλατῶ, γαλλ. piller] | |
| 27811 | λέι απ | λέ-ι απ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) σουτ που γίνεται με το ένα χέρι κάτω από το καλάθι ή δίπλα σε αυτό μετά το μπάσιμο: ανάποδο/άστοχο/εύστοχο ~. Έχασε το ~. Μείωσε (ενν. τη διαφορά)/σκόραρε με δύσκολο ~. Βλ. κάρφωμα, τζαμπ σουτ. [< αμερικ. lay-up, leyup, 1948] | |
| 27812 | λεία | λεί-α ουσ. (θηλ.) 1. ό,τι αποτελεί αντικείμενο βίαιης αρπαγής, κλοπής ή εκμετάλλευσης: πλούσια ~. ~ πολέμου (= λάφυρα). Ληστεία με ~ ... χιλιάδες ευρώ. Πβ. πλιάτσικο. 2. (ειδικότ.) βορά, θήραμα: καταβρόχθιση/κυνήγι/σύλληψη της ~ας. ● ΣΥΜΠΛ.: εύκολη λεία (μτφ.): για κάποιον που πέφτει εύκολα θύμα: Οι αφελείς γίνονται ~ ~ των αετονύχηδων.|| (κατ' επέκτ.) Η γηπεδούχος αποδείχτηκε ~ ~ για τους φιλοξενούμενους. Τα εξοχικά αποτελούν ~ ~ για τους διαρρήκτες. [< αρχ. λεία] | |
| 27813 | λειαίνω | λει-αί-νω ρ. (μτβ.) {λεί-ανα, -άνει, -άνθηκε, -ανθεί, -ασμένος, λειαίν-οντας} (επίσ.) 1. κάνω κάτι λείο: Σαμπουάν που ~ει τα μαλλιά. Βάζετε το μείγμα σε φόρμα και ~ετε την επιφάνεια με μία σπάτουλα. Τα βότσαλα ~άνθηκαν από το νερό. ~ασμένος: λίθος. ~ασμένο: μάρμαρο/ξύλο. Βλ. ξύνω, τρίβω. ΑΝΤ. τραχύνω (1) 2. (μτφ.) εξομαλύνω: ~ονται οι πολιτικές και κομματικές αντιθέσεις/τα προβλήματα. Πβ. αμβλύνω, προ~. [< αρχ. λεαίνω, λειαίνω] | |
| 27814 | λείανση | λεί-αν-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. το να καθίσταται μια επιφάνεια λεία: επίπεδη/μηχανική ~. ~ δαπέδων/διαμαντιών/μαρμάρων/ρυτίδων. Δίσκος ~ης μετάλλων. Βλ. ξύσιμο, τρίψιμο. ΑΝΤ. τράχυνση 2. (μτφ.) εξομάλυνση, άμβλυνση: ~ των διαφορών/κοινωνικών ανισοτήτων. Πβ. ομαλοποίηση, προ~. [< μτγν. λείανσις, γαλλ. polissage] | |
| 27815 | λειαντήρας | λει-α-ντή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρική συσκευή για λείανση επιφανειών: γωνιακός/ευθύς ~. ~ες δαπέδων/δομικών υλικών. Πβ. λειαντής. Βλ. -τήρας. [< γαλλ. polissoir] | |
| 27816 | λειαντής | λει-α-ντής ουσ. (αρσ.): εργαλείο ή σπανιότ. πρόσωπο που λειαίνει επιφάνειες, αντικείμενα, υλικά: κόπτης και ~ πολύτιμων λίθων. Πβ. λειαντήρας. [< γαλλ. polisseur] | |
| 27817 | λειαντικός | , ή, ό λει-α-ντι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που λειαίνει: ~ός: δίσκος. ~ή: βούρτσα/μηχανή. ~ά: μέσα. Πβ. αποξεστικός. ● Ουσ.: λειαντικά (τα): κοκκώδη υλικά που χρησιμοποιούνται για τη λείανση επιφανειών: συνθετικά (βλ. κορούνδιο)/φυσικά (βλ. άμμος, γρανάτης, μαγειρική σόδα, πυριτόλιθος, σμύριδα) ~. ~ μαρμάρων/μετάλλων. Βλ. γυαλόχαρτο. [< πβ. αρχ. λεαντικός ‘ικανός να γλυκαίνει ή να χαλαρώνει’, γαλλ. abrasif, 1905] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ