Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [28520-28540]

IDΛήμμαΕρμηνεία
27818λέιζερλέ-ι-ζερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΦΥΣ. -ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρονική διάταξη που παράγει φωτεινή ακτινοβολία, η οποία είναι μονοχρωματική και χαρακτηρίζεται από κατευθυντικότητα, μεγάλη ένταση και συμφωνία φάσης· έχει ποικίλες εφαρμογές στη βιομηχανία, την ιατρική, τις τηλεπικοινωνίες και γενικότ. την επιστημονική έρευνα· συνεκδ. η συγκεκριμένη φωτεινή δέσμη: αποτρίχωση/(χειρουργική) επέμβαση/θεραπεία (της ακμής/της μυωπίας)/συγκόλληση/τατουάζ/φωτοπηξία με (ακτίνες) ~. Αλφάδι με ~. (ως επίθ.) Αισθητήρες/όπλα/(ασύρματο) ποντίκι/τεχνολογία/τηλέμετρο ~. ~ φαξ. Βλ. γάλλιο, κρυπτό(ν), μέιζερ, ολογραφία, οπτικός δίσκος, στερεολιθογραφία.|| Κόκκινο/μπλε-ιώδες (βλ. μπλου ρέι)/υπέρυθρο ~. ● ΣΥΜΠΛ.: εκτυπωτής λέιζερ βλ. εκτυπωτής [< αγγλ. laser (light amplification by stimulated emission of radiation), 1957]
27819λειμονίτηςλει-μο-νί-της ουσ. (αρσ.) & λειμωνίτης: ΟΡΥΚΤ. γεώδες ωχροκίτρινο ή καστανό-κίτρινο ορυκτό υδροξείδιο του σιδήρου, κύριο μετάλλευμά του. Βλ. αιματ-, μαγνητ-ίτης, σιένα. [< γερμ. Limonit > αγγλ.-γαλλ. limonite < αρχ. λειμών ]
27820λειμώναςλει-μώ-νας ουσ. (αρσ.) (λόγ.): ΒΙΟΓΕΩΓΡ. λιβάδι. [< αρχ. λειμών]
27821λειομυοσάρκωμαλει-ο-μυ-ο-σάρ-κω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. σάρκωμα των λείων μυϊκών ινών: ~ λεπτού εντέρου/μήτρας/ορθού. [< αγγλ. leiomyosarcoma, 1914, γαλλ. léiomyosarcome]
27822λειομύωμαλει-ο-μύ-ω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. καλοήθης όγκος των λείων μυϊκών ινών: ~ μήτρας (= ινομύωμα). Βλ. -ωμα2. [< γαλλ. léiomyome, αγγλ. leiomyoma, 1914]
27823λείος, α, ο [λεῖος] λεί-ος επίθ.: ομαλός, χωρίς εσοχές ή προεξοχές: ~α: επιφάνεια (= επίπεδη)/πέτρα (βλ. βότσαλο)/υφή.|| (ΑΝΑΤ.) ~ες μυϊκές ίνες.|| ~α: επιδερμίδα (πβ. αλαβάστρινη). ~ο: δέρμα. Πβ. απαλός, μαλακός. ΑΝΤ. τραχύς.|| ~ο: τρίχωμα. ~α: μαλλιά. Πβ. γυαλιστερός, στιλπνός. ΑΝΤ. άγριος. ● ΣΥΜΠΛ.: λείοι μύες : ΑΝΑΤ. οι οποίοι εκτελούν ακούσιες κινήσεις: ~ ~ των γεννητικών οργάνων. ~ ~ του πεπτικού/ουροποιητικού συστήματος. Βλ. μυοκάρδιο, σκελετικός/γραμμωτός μυς. [< αρχ. λεῖος]
27824λειότηταλει-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του λείου: η ~ της επιδερμίδας (= απαλ-, στιλπν-ότητα)/μιας επιφάνειας (= ομαλότητα). ΑΝΤ. τραχύτητα [< αρχ. λειότης]
27825λειοτρίβησηλει-ο-τρί-βη-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. μετατροπή στερεού υλικού, ιδ. ορυκτού, σε σκόνη, μέσα σε ειδικούς θραυστήρες: ξηρή/υγρή ~. Η μέθοδος της ~ης. Πβ. άλεση, κονιο-, κονιορτο-ποίηση.
27826λειοτριβώ[λειοτριβῶ] λει-ο-τρι-βώ ρ. (μτβ.) {κυρ. μεσοπαθ. -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. εφαρμόζω τη μέθοδο της λειοτρίβησης: ~ημένο: μετάλλευμα. Πβ. αλέθω, λιώνω, κονιο-, κονιορτο-ποιώ. [< μτγν. λειοτριβῶ]
27827λείπωλεί-πω ρ. (αμτβ.) {έλει-ψα, λεί-ψει, λείπ-οντας}: είμαι απών από κάπου και κυρ. βρίσκομαι μακριά από τον τόπο κατοικίας ή τον εργασιακό μου χώρο: Ποιος ~ει; Να μη ~ψει κανείς! Έλειπα όταν ήρθε. Όλοι ήταν εκεί, μόνο εσύ έλειπες. Όλη μέρα ~ει από το σπίτι. ~ουν σε διακοπές/στο εξωτερικό/σε ταξίδι. ~ει για δουλειές. Θα ~ψω για λίγο (διάστημα)/ένα μήνα. Θα ~ουμε μέχρι την άλλη βδομάδα/το Σαββατοκύριακο. Μην ξεχάσεις να ποτίζεις τα λουλούδια, όσο θα ~. Έχω έναν υπάλληλο για τις ώρες που ~. Πβ. απουσιάζω. Βλ. εγκατα~, κατα~, παρα~, παρευρίσκομαι, παρίσταμαι, παρών.|| Χρόνια ~ει από το σανίδι (: δεν συμμετέχει σε θεατρικές παραστάσεις).|| (σπάν., προφ.) Να δω τι θα κάνετε, όταν θα ~ψω (= πεθάνω) εγώ.λείπει: για κάτι που δεν υπάρχει κάπου, ενώ κανονικά θα έπρεπε, ή υπήρχε πριν: ~ ένα κομμάτι από το παζλ/ένα κουμπί. Κάτι ~ από το φαγητό. ~ η εμπιστοσύνη στις μέρες μας. Συσκευή που δεν πρέπει να ~ψει από κανένα σπίτι. Δεν ~ τίποτα από το νησί μας (: είναι αύταρκες). Δεν θα μπορούσε να ~ από τη λίστα με τα καλύτερα τραγούδια της χρονιάς. ● ΦΡ.: αυτό/αυτός μας έλειπε (τώρα)/αυτό δα μας έλειπε (προφ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος ή κάτι είναι ανεπιθύμητο(ς), καθώς έρχεται να προστεθεί σε μια ήδη δύσκολη ή δυσάρεστη κατάσταση: Αυτό ~ ~, να της δίνουμε κι αναφορά. Δεν φτάνουν όλα τ' άλλα, αυτός ~ ~ κι οι ανοησίες του!, δεν λείπει (κάτι): υπάρχει σε αρκετό βαθμό: ~ ~ουν οι εντάσεις/τα προβλήματα. ~ ~ψαν οι εκπλήξεις., μου λείπει κάποιος/κάτι 1. αισθάνομαι πολύ έντονα την έλλειψη ενός προσώπου ή πράγματος: Μου ~εις αφάνταστα/πολύ! Σου ~ψα καθόλου/λιγάκι; Μου έχει ~ψει η ηρεμία/το σπίτι μου. Πβ. αποθυμώ. 2. δεν έχω, χρειάζομαι, στερούμαι: Δεν ~ ~ τίποτα. Του ~ αυτοπεποίθηση/μυαλό/πείρα (πβ. υπολείπομαι). Σου ~ουν (ΑΝΤ. περισσεύουν) χρήματα;, να (σου) λείπουν (αυτά) (προφ., συχνά με αυστηρό ύφος): σε κάποιον που λέει ή κάνει κάτι ενοχλητικό: ~ ~ οι ειρωνείες/τα σχόλια/οι χαρακτηρισμοί!, να μου λείπει (το βύσσινο) & να λείπει/να μένει (το βύσσινο) (προφ.): έκφρ. άρνησης, απόρριψης πρότασης ή κατάστασης: Σιγά μην έρθω μαζί σου διακοπές. ~ ~! Πβ. όχι, ευχαριστώ (δεν θα πάρω)!, λείπει ο Μάρτης απ' τη Σαρακοστή; βλ. Μάρτης, λίγο έλειψε να .../λίγο ακόμα και θα .../λίγο ήθελε να (/και θα) ... βλ. λίγο, όλα τα είχαμε, (αυτό μας έλειπε) βλ. έχω, όλα τα 'χε/'χει η Μαριωρή, ο φερετζές της έλειπε/λείπει βλ. φερετζές, όταν λείπει η γάτα, χορεύουν τα ποντίκια βλ. γάτα, ράβε, ξήλωνε, δουλειά να μη σου λείπει βλ. ράβω [< αρχ. λείπω, γαλλ. manquer]
27828λειράτος, η, ο λει-ρά-τος επίθ.: στο ● ΣΥΜΠΛ.: κότα λειράτη βλ. κότα
27829λειρίλει-ρί ουσ. (ουδ.): ΟΡΝΙΘ. κόκκινο σαρκώδες λοφίο στο κεφάλι του κόκορα ή άλλων πτηνών. [< μεσν. *λειρίον < αρχ. λείριον ‘κρίνο’]
27830λεϊσμάνιαλε-ϊ-σμά-νι-α ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. μαστιγοφόρο πρωτόζωο (γένος Leishmania), που παρασιτεί στους ιστούς σπονδυλόζωων και μεταδίδεται με το τσίμπημα σκνίπας, προκαλώντας λεϊσμανίαση. Βλ. φλεβοτόμος. [< αγγλ. leishmania, 1904, αγγλ. ανθρ. W. B. Leishman]
27831λεϊσμανίασηλε-ϊ-σμα-νί-α-ση ουσ. (θηλ.) & λεϊσμανίωση: ΙΑΤΡ. λοιμώδες παρασιτικό νόσημα, που οφείλεται στη λεϊσμάνια: δερματική/σπλαγχνική ~. ~ του ανθρώπου/σκύλου (= καλααζάρ). Βλ. -ίαση. [< αγγλ. leishmaniasis, 1907]
27832λειτούργημαλει-τούρ-γη-μα ουσ. (ουδ.): επάγγελμα με σημαντική κοινωνική προσφορά: το δημοσιογραφικό/δικαστικό/ιερατικό ~. Το ~ του εκπαιδευτικού. Η ιατρική αποτελεί/είναι/θεωρείται ~. Ασκεί/επιτελεί δημόσιο/υψηλό ~. Πβ. υπούργημα. Βλ. δεοντολογία, λειτουργός. [< μτγν. λειτούργημα]
27833λειτουργήσιμος, η, ο λει-τουρ-γή-σι-μος επίθ. (λόγ.): που λειτουργεί (καλά)· κατ' επέκτ. αποτελεσματικός, εφαρμόσιμος: ~ο: σύστημα (π.χ. συναγερμού).|| ~η: λύση. Πβ. βιώσιμος, εφικτός. [< μτγν. λειτουργήσιμος 'που μπορεί να λειτουργηθεί', αγγλ. functionable]
27834λειτουργίαλει-τουρ-γί-α ουσ. (θηλ.) {λειτουργι-ών} 1. σύνολο δραστηριοτήτων που εκτελούνται ή μηχανισμών που ενεργοποιούνται, προκειμένου να παραχθεί ένα έργο ή/και να εκπληρωθεί ο σκοπός μιας διαδικασίας: αποτελεσματική/απρόσκοπτη/εύρυθμη/νυχτερινή/παράνομη ~. Η ~ της Βουλής/μιας επιχείρησης/των καταστημάτων/ενός νοσοκομείου/μιας υπηρεσίας. Δομή/οργάνωση και ~ του σχολείου. Κανόνες/κανονισμός ~ας της βιβλιοθήκης. Άδεια/αναστολή/διακοπή/έναρξη/κόστος/όροι/περίοδος/πρόβλημα/τρόπος/υπεύθυνος ~ας. Αλλαγές στην εσωτερική ~ του σωματείου. Σε δοκιμαστική/πιλοτική/πλήρη ~ ο σταθμός ... Αποκαταστάθηκε/ξεκίνησε/σταμάτησε η ~ του αεροδρομίου. Έβαλαν/μπήκε/τέθηκε σε ~ το νέο σάιτ του Δήμου.|| Βασικές/ειδικές/κύριες/προηγμένες/πρόσθετες ~ες ενός κινητού. Αυτοματοποιημένες ~ες κάμερας. ~ες κλήσης (π.χ. απάντηση, απόρριψη, επανάληψη). Οθόνη πολλαπλών ~ών. Χρόνος ~ας μπαταρίας. ~ες φωνής (βλ. φωνητική κλήση). Χαρακτηριστικά και ~ες μιας εφαρμογής.|| (ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ.) Καρδιακή ~. ~ες των κυττάρων/της πέψης. Οι ζωτικές ~ες των οργανισμών. Εγκεφαλικές/σωματικές ~ες. Για την καλή/κανονική/ομαλή/σωστή/φυσιολογική ~ του εντέρου ... Βλ. υπερ~.|| (ΨΥΧΟΛ.) Γνωστικές-νοητικές (π.χ. μνήμη)/ψυχικές ~ες. 2. (ειδικότ.) ο σκοπός της ύπαρξης ενός στοιχείου, συνήθ. εντός συνόλου, ο ιδιαίτερος ρόλος του: η κοινωνική και πολιτική ~ της τέχνης. Η εκπαιδευτική-θεραπευτική ~ της μουσικής. Οι ~ες του χρήματος (π.χ. ως μέσου συναλλαγής).|| (ΠΟΛΙΤ.) Δικαστική/εκτελεστική/νομοθετική ~ (= εξουσία).|| (ΓΛΩΣΣ.) Αναφορική/επικοινωνιακή/ποιητική ~ της γλώσσας. Οι συντακτικές ~ες των πτώσεων. ● ΣΥΜΠΛ.: Θεία Λειτουργία & (προφ.) Λειτουργία: ΕΚΚΛΗΣ. ιεροτελεστία με ορισμένο τυπικό κατά την οποία τελείται το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας: η ~ ~ του Ιωάννου του Χρυσοστόμου/του Μεγάλου Βασιλείου/των Προηγιασμένων Δώρων. Πβ. λειτουργιά. Βλ. συλλειτουργία. [< μτγν. λειτουργία] , ώρες/ωράριο λειτουργίας & μέρες λειτουργίας: (για καταστήματα, γραφεία, υπηρεσίες) τακτά χρονικά διαστήματα μέσα στην εβδομάδα, κατά τα οποία εξυπηρετείται το κοινό: θερινό/χριστουγεννιάτικο ωράριο ~. Ώρες και μέρες ~ της έκθεσης/του μουσείου/του ταμείου ... Βλ. ώρες γραφείου., αμφίδρομη λειτουργία βλ. αμφίδρομος, ασύγχρονη λειτουργία βλ. ασύγχρονος, κειμενική λειτουργία βλ. κειμενικός ● ΦΡ.: εκτός λειτουργίας (επίσ.): δεν δουλεύει, δεν είναι ανοιχτό: Η τηλεφωνική συσκευή έχει τεθεί προσωρινά ~ ~. Το κέντρο έμεινε ~ ~ για μια εβδομάδα. [< αρχ. λειτουργία 'παροχή υπηρεσίας προς τον λαό, την πολιτεία', γαλλ. fonction, fonctionnement]
27835λειτουργιάλει-τουρ-γιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. πρόσφορο. Βλ. αρτοκλασία. 2. η Θεία Λειτουργία. [< μεσν. λειτουργιά]
27836λειτουργικός, ή, ό λει-τουρ-γι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τη λειτουργία επιχείρησης, φορέα, μηχανήματος, οργανισμού: ~ός: εκσυγχρονισμός (π.χ. νοσοκομείων)/έλεγχος (π.χ. κινητήρα)/(ΟΙΚΟΝ.) κίνδυνος/σχεδιασμός (π.χ. λιμένα). ~ή: απόδοση/δομή (ομίλου). ~ό: κόστος (βλ. πάγιο). ~ές: ανάγκες/δαπάνες (σχολείων/υπουργείων). ~ά: έξοδα. Τεχνικά και ~ά στοιχεία κατασκευής. Βλ. πολυ~.|| (ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ.) ~ή: οργάνωση (του κεντρικού νευρικού συστήματος). ~ές: διαταραχές (π.χ. του εντέρου). Το κύτταρο ως δομική και ~ή μονάδα της ζωής. Ο κύριος ~ ρόλος των φύλλων είναι η φωτοσύνθεση. Βλ. οργανικός.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ή: σύνταξη. ~ές: λέξεις (= άρθρα, προθέσεις, σύνδεσμοι). 2. που εξυπηρετεί πρακτικές ανάγκες: ~ός: υπολογιστής (παλάμης). ~ό: κτίριο/σπίτι (βλ. έξυπνο σπίτι). ~ά: έπιπλα. Άνετος και/απλός, αλλά ~ χώρος. Πβ. εργονομικός, χρηστικός.|| ~ή: γνώση. 3. ΕΚΚΛΗΣ. που αφορά την τέλεση της Θείας Λειτουργίας και γενικότ. των ιερών ακολουθιών: ~ή: θεολογία. ~οί: ύμνοι. ~ά: βιβλία (βλ. Απόστολος, Ευαγγέλιο, Ευχολόγιο, Μηνολόγιο, Ψαλτήριο). ● Ουσ.: Λειτουργική (η): ΘΕΟΛ. επιστημονικός κλάδος που ερευνά και ερμηνεύει τις τελετουργίες και τους τρόπους της θείας λατρείας στα διάφορα θρησκευτικά δόγματα., λειτουργικό(ν) (το): ΕΚΚΛΗΣ. βιβλίο που περιέχει τη Θεία Λειτουργία: το ~ της ορθόδοξης/καθολικής εκκλησίας. [< μεσν. τό λειτουργικόν] ● επίρρ.: λειτουργικά ● ΣΥΜΠΛ.: λειτουργικό (σύστημα): ΠΛΗΡΟΦ. το βασικό πρόγραμμα του υπολογιστή που ελέγχει και συντονίζει την επικοινωνία των διαφόρων εφαρμογών με το υλικό του. [< αγγλ. operating system, 1961] , λειτουργικό δράμα: ΘΕΑΤΡ. θεατρικό είδος που άνθισε τον 12ο και τον 13ο αι. π.Χ. στη Δύση και αναπαριστούσε ιστορίες της Αγίας Γραφής ή σκηνές από τη ζωή των Αγίων., λειτουργικό περιβάλλον : ΠΛΗΡΟΦ. το βασικό πρόγραμμα του υπολογιστή που αναλαμβάνει την επικοινωνία μεταξύ των εφαρμογών και του υλικού του με τον χρήστη., λειτουργικά αναλφάβητος βλ. αναλφάβητος, λειτουργικά τρόφιμα βλ. τρόφιμα, λειτουργική γλωσσολογία βλ. γλωσσολογία, λειτουργική γραμματική βλ. γραμματική, λειτουργική λύση βλ. λύση, λειτουργικό κέρδος βλ. κέρδος, λειτουργικός αναλφαβητισμός βλ. αναλφαβητισμός [< 1,2: γαλλ. fonctionnel, αγγλ. functional 3: μτγν. λειτουργικός]
27837λειτουργικότηταλει-τουρ-γι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) η ιδιότητα του λειτουργικού: η ~ μιας επιχείρησης/ενός συστήματος. Έλεγχος ~ας σε μεταλλικές κατασκευές.|| (ΙΑΤΡ.) Μειωμένη ~ καρδιάς. Αποκατάσταση/βελτίωση της ~ας των άνω και κάτω άκρων. (ΨΥΧΟΛ.) Κοινωνική ~ των ασθενών.|| Υψηλή ~. Προηγμένη/προσεγμένη ~ επίπλων/χώρου. Πβ. εργονομία. Βλ. πολυ~. 2. ΠΛΗΡΟΦ. {κυρ. στον πληθ.} οι δυνατοτήτες και λειτουργίες υπολογιστικού προγράμματος: ~ες βάσης δεδομένων. Βλ. δια~. 3. ΑΡΧΙΤ. σύνολο αρχών για σχεδίαση κτιρίων, προκειμένου να πληρούν όλες τις προϋποθέσεις ασφάλειας, αισθητικής, άνεσης. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. λειτουργισμός (2) ● ΣΥΜΠΛ.: κάρτα αναπηρίας βλ. αναπηρία [< 2: αγγλ. functionality, γαλλ. fonctionalité, πριν από το 1966]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.