Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [28540-28560]

IDΛήμμαΕρμηνεία
27838λειτουργισμόςλει-τουρ-γι-σμός ουσ. (αρσ.) ΣΥΝ. φονξιοναλισμός 1. επιστημονική θεωρία με εφαρμογές στην κοινωνιολογία και τη γλωσσολογία, που υποστηρίζει την αλληλεπίδραση των επιμέρους στοιχείων ή φαινομένων σε ένα ευρύτερο, συνθετότερο σύνολο μέσω των λειτουργιών που επιτελούν: δομικός ~. Βλ. στρουκτουραλισμός. 2. ΑΡΧΙΤ. λειτουργικότητα. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. fonctionnalisme]
27839λειτουργόςλει-τουρ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. δημόσιος υπάλληλος του οποίου το επάγγελμα έχει σημαντικό κοινωνικό ρόλο: δικαστικός/εκπαιδευτικός/κρατικός ~. (στην Κύπρο:) Ανώτερος ~ εργασιακών σχέσεων/προγραμματισμού. Πρώτος ~ εκπαίδευσης. 2. ΕΚΚΛΗΣ. ιερέας: ~ των Θείων Μυστηρίων/του Υψίστου. Πβ. ιερωμένος, κληρικός. Βλ. συλ~. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνικός λειτουργός {συνηθέστ. στο θηλ. κοινωνική λειτουργός}: πρόσωπο του οποίου κύριο έργο αποτελεί η πρόληψη, αντιμετώπιση και θεραπεία κοινωνικών, οικονομικών και συναισθηματικών προβλημάτων ατόμων ή κοινωνικών ομάδων και γενικότ. η διατήρηση ή αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ αυτών και του περιβάλλοντός τους: ~ ~ σε ίδρυμα/σχολείο/φυλακές. [< γαλλ. assistante sociale] , θρησκευτικός λειτουργός βλ. θρησκευτικός, οι λειτουργοί/υπηρέτες της Θέμιδος/Θέμιδας βλ. Θέμιδα [< 1: αρχ. λειτουργός, γαλλ. fonctionnaire 2: μτγν. λειτουργός]
27840λειτουργώ[λειτουργῶ] λει-τουρ-γώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {λειτουργ-εί, -ώντας | λειτούργ-ησα, -ήσει, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, λόγ. μτχ. -ών, -ούσα, -ούν} 1. (για μηχανές, μηχανισμούς, όργανα) {κυρ. στο γ' πρόσ.} εκτελώ, παράγω έργο, επιτελώ ορισμένη λειτουργία· ενεργοποιώ, θέτω σε κίνηση, χειρίζομαι: Η συσκευή ~εί με ρεύμα ή μπαταρίες. Το σύστημα ~εί αποδοτικά/αυτόματα/σωστά/τέλεια. Η τηλεφωνική σύνδεση που καλείτε δεν ~εί προσωρινά για τεχνικούς λόγους. Πώς ~εί (βλ. υπερ~) η καρδιά; Πβ. δουλεύει.|| (σπάν.-προφ.) Το σύστημα το ~ εδώ κι ένα μήνα. 2. {στο γ' πρόσ.} παρέχω υπηρεσίες· αναπτύσσω δραστηριότητες προκειμένου να παράγω κάποιο έργο, να εκπληρώσω έναν σκοπό: Η βιβλιοθήκη/η γραμματεία/το γυμναστήριο ~εί καθημερινά. Το ίδρυμα άρχισε/έπαψε να ~εί το έτος ... Κανονικά ~ούν από αύριο τα σχολεία. Τα καταστήματα θα ~ήσουν (: θα είναι ανοιχτά) από τις ... ως τις ... ~ούν προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών. (επίσ.) ~ούσα: μονάδα/οικονομία. (Νομίμως) ~ούντες ραδιοσταθμοί/ΧΥΤΑ. ~ούσες: επιχειρήσεις. ~ούντα: (πανεπιστημιακά) τμήματα/φαρμακεία. 3. (προφ.) ενεργώ, συμπεριφέρομαι με ορισμένο ή κατά τον συνήθη τρόπο: ~ησες απερίσκεπτα/εγωιστικά. ~ καλύτερα σε ομάδα/υπό πίεση. Δεν μπορώ να ~ήσω κάτω από αυτές τις συνθήκες. Άτομο που ~εί με το ένστικτο/τη λογική/το συναίσθημα. Η εταιρεία ~εί με γνώμονα το κέρδος/την ποιότητα. Η άμυνα της ομάδας ~ησε σωστά. 4. επιτελώ συγκεκριμένο ρόλο: || (ΓΛΩΣΣ.) Πρόταση που ~εί ως υποκείμενο της απρόσωπης έκφρασης. 5. ΕΚΚΛΗΣ. & (προφ.) λειτουργάω: (για ιερέα) τελώ τη Θεία Λειτουργία: ~ στον ιερό ναό ... Οι ~ούντες ιερείς. Βλ. συλ~. ΣΥΝ. ιερουργώ ● Παθ.: λειτουργείται: ΕΚΚΛΗΣ. για ναό στον οποίο τελείται η Θεία Λειτουργία: Το ξωκλήσι ~ μια φορά τον χρόνο. Η εκκλησία ~ήθηκε για πρώτη φορά το ..., λειτουργούμαι & (σπάν.-προφ.) λειτουργιέμαι: πηγαίνω στη Θεία Λειτουργία: Οι προσκυνητές ~ήθηκαν (= εκκλησιάστηκαν) και μετέλαβαν. Βλ. αλειτούργητος. [< 1-4: αρχ. λειτουργῶ, γαλλ. fonctionner 5: μτγν. λειτουργῶ]
27841λειχήνας & λειχήναλει-χή-νας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ων κ. -ηνών} 1. ΒΟΤ. {συνηθέστ. στον πληθ.} φυτό που αποτελεί συμβιωτική σχέση συνήθ. μύκητα και φυκιού, πολύ ανθεκτικό στην ξηρασία, το κρύο και τη ζέστη: ~ες σε βράχους/σε δέντρα/στον τοίχο. Βλ. βρύα, χλωροφύκη. 2. ΙΑΤΡ. {κυρ. στο αρσ.} δερματοπάθεια που εκδηλώνεται με επίπεδες, σκληρές, ερυθρές-ιώδεις και συνήθ. κνησμώδεις βλατίδες: ομαλός ~. [< αρχ. λειχήν, αγγλ.-γαλλ. lichen]
27842λειχηνοειδής, ής, ές λει-χη-νο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που μοιάζει με λειχήνα: (ΙΑΤΡ.) ~ής: δερματίτιδα/πιτυρίαση. ~ή: εξανθήματα. Βλ. -ειδής.
27843λειχηνοποίησηλει-χη-νο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πάχυνση και σκλήρυνση του δέρματος ως αποτέλεσμα έντονου κνησμού. Βλ. ατοπική δερματίτιδα, -ποίηση. [< γαλλ. lichénification, αγγλ. lichenification]
27844λειψ-(λόγ.): πρόθημα που δηλώνει ανεπάρκεια, έλλειψη: λειψ-ανδρία/~υδρία (πβ. αν-).
27845λειψανδρίαλει-ψαν-δρί-α ουσ. (θηλ.): έλλειψη ανδρών και γενικότ. επαρκούς αριθμού ικανών ατόμων: ~ λόγω υπογεννητικότητας.|| Πολιτική ~. ~ επιστημόνων. (για ομάδα) ~ στην άμυνα/σε ψηλούς (ενν. παίκτες). [< μτγν. λειψανδρία]
27846λείψανολεί-ψα-νο ουσ. (ουδ.) {λειψάν-ου | -ων} 1. ΕΚΚΛΗΣ. {συνηθέστ. στον πληθ.} το σώμα ή τα οστά Αγίου, μάρτυρα ή γενικότ. ιερού προσώπου: άγια/τίμια ~. Ανακομιδή/λιτανεία/μετακομιδή/περιφορά/υποδοχή ~ων. Το σεβάσμιο ~ό του τάφηκε στο παρεκκλήσι ... Το ~ εκτίθεται για προσκύνημα. Πβ. σκήνωμα. Βλ. κάρα.|| (κατ' επέκτ., το σώμα ή τα οστά νεκρού:) Εκταφή ~ων. Πβ. κουφάρι, πτώμα, σορός. 2. {συνηθέστ. στον πληθ.} απομεινάρι, κατάλοιπο: αρχαιολογικά/αρχιτεκτονικά/προϊστορικά ~α. Σώζονται ~α αρχαίων τειχών/ναού/οικισμού. Βρέθηκαν ~α σπιτιών από τη γεωμετρική εποχή. Πβ. εύρημα, ίχνος, υπόλειμμα. 3. (μτφ.) υπερβολικά αδύνατος, αδύναμος: Έχει καταντήσει ζωντανό/σκέτο ~. [< 1, 2: αρχ. λείψανον]
27847λειψανοθήκηλει-ψα-νο-θή-κη ουσ. (θηλ.): θήκη ή κιβώτιο όπου φυλάσσονται τα λείψανα ιερού συνήθ. προσώπου: ασημένια/ξύλινη/χρυσή ~. Πβ. λάρνακα, οστεοθήκη. Βλ. -θήκη.
27848λειψός, ή, ό λει-ψός επίθ. (προφ.): που δεν επαρκεί, είναι ανολοκλήρωτος ή λιγότερος από το απαιτούμενο, το κανονικό: ~ή: ενημέρωση/συμμετοχή. ~ό: προσωπικό/φεγγάρι (βλ. πανσέληνος). ~ές: γνώσεις. ~ά: μέτρα. Πβ. ανεπαρκής, ελλιπής, λιγοστός, πενιχρός. ΑΝΤ. αρκετός, επαρκής.|| (κατ' επέκτ., για πρόσ.) ~ στο ύψος (: πολύ κοντός). ~ στο μυαλό (: ανόητος). Από τότε που έφυγε, νιώθω ~ή (: υπερβολικά μόνη). Η ομάδα έχει μείνει ~ή (: έχουν αποχωρήσει βασικοί παίκτες). [< μεσν. λειψός]
27849λειψυδρίαλει-ψυ-δρί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): έλλειψη νερού: ο εφιάλτης της/κίνδυνος ~ας. Η ~ απειλεί/πλήττει τα ελληνικά νησιά. Βλ. ανομβρία, αφαλάτωση, ξηρασία. ΣΥΝ. ανυδρία (1) [< μτγν. λειψυδρία]
27850λεκάνηλε-κά-νη ουσ. (θηλ.) 1. βαθύ, ανοιχτό σκεύος με στρογγυλό συνήθ. πάτο και επικλινείς πλευρές, για οικιακές κυρ. χρήσεις· κατ' επέκτ. ό,τι μοιάζει με αυτό: πλαστική ~. ~ γεμάτη νερό/για λούσιμο. Μουλιάζω/πλένω τα ρούχα σε ~. Ανακατεύετε/ρίχνετε όλα τα υλικά σε μια ~. Ποδόλουτρο σε ~.|| Η ~ του νεροχύτη/του νιπτήρα. Βλ. παγο~. 2. ΓΕΩΜΟΡΦ. μεγάλη υδάτινη περιοχή που περιβάλλεται από ξηρά ή λεκανοπέδιο: τεχνητή/φυσική/ωκεάνια ~. ~ λιμανιού/λίμνης/ποταμού. Η (θαλάσσια) ~ της Μεσογείου. 3. (σε αποχωρητήριο) ειδική κατασκευή, συνήθ. από πορσελάνη, για ούρηση και αφόδευση, η οποία μοιάζει με χωνί και συνδέεται με το αποχετευτικό σύστημα ή με βόθρο: η ~ του μπάνιου/της τουαλέτας. ~ τοίχου. Βουρτσάκι (βλ. πιγκάλ)/καπάκι ~ης. Βλ. είδη υγιεινής. 4. ΑΝΑΤ. οστέινη κοιλότητα στη βάση του κορμού: ανοιχτή/στενή/φαρδιά ~. Κάταγμα ~ης. Οι μύες/τα οστά (βλ. ανώνυμο οστό, ιερό οστό, κόκκυγας) της ~ης. Πβ. πύελος. Βλ. περιφέρεια. ● Υποκ.: λεκανάκι (το): στη σημ. 1., λεκανίτσα (η): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: λεκάνη απορροής & υδρολογική λεκάνη: ΓΕΩΜΟΡΦ. εδαφική έκταση στην οποία συγκεντρώνονται κατακρημνίσματα και νερά πηγών, που καταλήγουν συνήθ. σε ποταμό ή θάλασσα. [< αγγλ. drainage basin] [< αρχ. λεκάνη, γαλλ. bassin]
27851λεκάνιολε-κά-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΖΩΟΛ. μυζητικό έντομο (επιστ. ονομασ. Saissetia oleae), που προσβάλλει κυρ. τον καρπό της ελιάς. Βλ. δάκος, πυρηνοτρήτης. [< πβ. αρχ. λεκάνιον 'μικρό δοχείο', αγγλ. lecanium]
27852λεκανοειδής, ής, ές λε-κα-νο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που μοιάζει με λεκάνη: ~ής: έκταση. ~ές: κοίλωμα/όρυγμα/σχήμα. ~ή: αγγεία. Βλ. -ειδής. [< μεσν. λεκανοειδής]
27853λεκανοπέδιολε-κα-νο-πέ-δι-ο ουσ. (ουδ.) {λεκανοπεδί-ου}: ΓΕΩΜΟΡΦ. πεδινή έκταση που έχει γύρω-γύρω βουνά: το ~ της Αττικής/των Ιωαννίνων.|| (ειδικότ.-συνεκδ., η περιοχή της Αττικής, συνήθ. με κεφαλ. Λ) Οι κάτοικοι του ~ου. [< γαλλ. bassin]
27854λεκέςλε-κές ουσ. (αρσ.) 1. σημάδι, κυρ. βρομιάς, σε ρούχο, ύφασμα ή επιφάνεια: δύσκολοι/επίμονοι/σκούροι/χρωματιστοί ~έδες. ~ από αίμα/κρασί/λάδι/σάλτσα. ~ σε πουκάμισο/στον τοίχο/στο τραπεζομάντιλο/στο χαλί. Απορρυπαντικό που αφαιρεί/εξαφανίζει/καθαρίζει τους ~έδες. Βαφή που δεν αφήνει ~έδες. Τρίψτε τον ~έ με αλάτι. ~ που δεν βγαίνει/δεν φεύγει με τίποτα.|| (κατ' επέκτ., προφ.) Έχει ~έδες (= πανάδες) στο δέρμα από τον ήλιο (βλ. δυσχρωμία). Πβ. κηλίδα. 2. (μτφ.) καθετί ντροπιαστικό. Πβ. ρετσινιά, ρύπος, στίγμα. Βλ. -ές. ● Υποκ.: λεκεδάκι (το) [< τουρκ. leke]
27855λεκιάζωλε-κιά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {λέκια-σα, -σει, -στηκα, -στεί, λεκιάζ-οντας, λεκια-σμένος} 1. δημιουργώ λεκέδες (σε κάτι)· λερώνω: Αποσμητικό που δεν ~ει τα ρούχα. ~σα το πουκάμισό μου με κρασί. ~σμένη: γραβάτα/ποδιά. Πβ. λαδώνω, πιτσιλίζω. 2. (μτφ.) αμαυρώνω, κηλιδώνω: ~σαν (= σπίλωσαν) το όνομα της ομάδας τους. Εταιρεία ~σμένη (= στιγματισμένη) από τα σκάνδαλα.λεκιάζει: αποκτά λεκέδες: Τα λευκά ~ουν εύκολα.
27856λέκιασμαλέ-κια-σμα ουσ. (ουδ.): το αποτέλεσμα του λεκιάζω: ~ των ρούχων. Πβ. λέρωμα, πιτσίλισμα.
27857λεκιθικός, ή, ό λε-κι-θι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που σχετίζεται με τη λέκιθο: ~ός: ασκός/σάκος. ~ή: μεμβράνη.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.