| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 27841 | λειχήνας & λειχήνα | λει-χή-νας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ων κ. -ηνών} 1. ΒΟΤ. {συνηθέστ. στον πληθ.} φυτό που αποτελεί συμβιωτική σχέση συνήθ. μύκητα και φυκιού, πολύ ανθεκτικό στην ξηρασία, το κρύο και τη ζέστη: ~ες σε βράχους/σε δέντρα/στον τοίχο. Βλ. βρύα, χλωροφύκη. 2. ΙΑΤΡ. {κυρ. στο αρσ.} δερματοπάθεια που εκδηλώνεται με επίπεδες, σκληρές, ερυθρές-ιώδεις και συνήθ. κνησμώδεις βλατίδες: ομαλός ~. [< αρχ. λειχήν, αγγλ.-γαλλ. lichen] | |
| 27842 | λειχηνοειδής | , ής, ές λει-χη-νο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που μοιάζει με λειχήνα: (ΙΑΤΡ.) ~ής: δερματίτιδα/πιτυρίαση. ~ή: εξανθήματα. Βλ. -ειδής. | |
| 27843 | λειχηνοποίηση | λει-χη-νο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πάχυνση και σκλήρυνση του δέρματος ως αποτέλεσμα έντονου κνησμού. Βλ. ατοπική δερματίτιδα, -ποίηση. [< γαλλ. lichénification, αγγλ. lichenification] | |
| 27844 | λειψ- | (λόγ.): πρόθημα που δηλώνει ανεπάρκεια, έλλειψη: λειψ-ανδρία/~υδρία (πβ. αν-). | |
| 27845 | λειψανδρία | λει-ψαν-δρί-α ουσ. (θηλ.): έλλειψη ανδρών και γενικότ. επαρκούς αριθμού ικανών ατόμων: ~ λόγω υπογεννητικότητας.|| Πολιτική ~. ~ επιστημόνων. (για ομάδα) ~ στην άμυνα/σε ψηλούς (ενν. παίκτες). [< μτγν. λειψανδρία] | |
| 27846 | λείψανο | λεί-ψα-νο ουσ. (ουδ.) {λειψάν-ου | -ων} 1. ΕΚΚΛΗΣ. {συνηθέστ. στον πληθ.} το σώμα ή τα οστά Αγίου, μάρτυρα ή γενικότ. ιερού προσώπου: άγια/τίμια ~. Ανακομιδή/λιτανεία/μετακομιδή/περιφορά/υποδοχή ~ων. Το σεβάσμιο ~ό του τάφηκε στο παρεκκλήσι ... Το ~ εκτίθεται για προσκύνημα. Πβ. σκήνωμα. Βλ. κάρα.|| (κατ' επέκτ., το σώμα ή τα οστά νεκρού:) Εκταφή ~ων. Πβ. κουφάρι, πτώμα, σορός. 2. {συνηθέστ. στον πληθ.} απομεινάρι, κατάλοιπο: αρχαιολογικά/αρχιτεκτονικά/προϊστορικά ~α. Σώζονται ~α αρχαίων τειχών/ναού/οικισμού. Βρέθηκαν ~α σπιτιών από τη γεωμετρική εποχή. Πβ. εύρημα, ίχνος, υπόλειμμα. 3. (μτφ.) υπερβολικά αδύνατος, αδύναμος: Έχει καταντήσει ζωντανό/σκέτο ~. [< 1, 2: αρχ. λείψανον] | |
| 27847 | λειψανοθήκη | λει-ψα-νο-θή-κη ουσ. (θηλ.): θήκη ή κιβώτιο όπου φυλάσσονται τα λείψανα ιερού συνήθ. προσώπου: ασημένια/ξύλινη/χρυσή ~. Πβ. λάρνακα, οστεοθήκη. Βλ. -θήκη. | |
| 27848 | λειψός | , ή, ό λει-ψός επίθ. (προφ.): που δεν επαρκεί, είναι ανολοκλήρωτος ή λιγότερος από το απαιτούμενο, το κανονικό: ~ή: ενημέρωση/συμμετοχή. ~ό: προσωπικό/φεγγάρι (βλ. πανσέληνος). ~ές: γνώσεις. ~ά: μέτρα. Πβ. ανεπαρκής, ελλιπής, λιγοστός, πενιχρός. ΑΝΤ. αρκετός, επαρκής.|| (κατ' επέκτ., για πρόσ.) ~ στο ύψος (: πολύ κοντός). ~ στο μυαλό (: ανόητος). Από τότε που έφυγε, νιώθω ~ή (: υπερβολικά μόνη). Η ομάδα έχει μείνει ~ή (: έχουν αποχωρήσει βασικοί παίκτες). [< μεσν. λειψός] | |
| 27849 | λειψυδρία | λει-ψυ-δρί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): έλλειψη νερού: ο εφιάλτης της/κίνδυνος ~ας. Η ~ απειλεί/πλήττει τα ελληνικά νησιά. Βλ. ανομβρία, αφαλάτωση, ξηρασία. ΣΥΝ. ανυδρία (1) [< μτγν. λειψυδρία] | |
| 27850 | λεκάνη | λε-κά-νη ουσ. (θηλ.) 1. βαθύ, ανοιχτό σκεύος με στρογγυλό συνήθ. πάτο και επικλινείς πλευρές, για οικιακές κυρ. χρήσεις· κατ' επέκτ. ό,τι μοιάζει με αυτό: πλαστική ~. ~ γεμάτη νερό/για λούσιμο. Μουλιάζω/πλένω τα ρούχα σε ~. Ανακατεύετε/ρίχνετε όλα τα υλικά σε μια ~. Ποδόλουτρο σε ~.|| Η ~ του νεροχύτη/του νιπτήρα. Βλ. παγο~. 2. ΓΕΩΜΟΡΦ. μεγάλη υδάτινη περιοχή που περιβάλλεται από ξηρά ή λεκανοπέδιο: τεχνητή/φυσική/ωκεάνια ~. ~ λιμανιού/λίμνης/ποταμού. Η (θαλάσσια) ~ της Μεσογείου. 3. (σε αποχωρητήριο) ειδική κατασκευή, συνήθ. από πορσελάνη, για ούρηση και αφόδευση, η οποία μοιάζει με χωνί και συνδέεται με το αποχετευτικό σύστημα ή με βόθρο: η ~ του μπάνιου/της τουαλέτας. ~ τοίχου. Βουρτσάκι (βλ. πιγκάλ)/καπάκι ~ης. Βλ. είδη υγιεινής. 4. ΑΝΑΤ. οστέινη κοιλότητα στη βάση του κορμού: ανοιχτή/στενή/φαρδιά ~. Κάταγμα ~ης. Οι μύες/τα οστά (βλ. ανώνυμο οστό, ιερό οστό, κόκκυγας) της ~ης. Πβ. πύελος. Βλ. περιφέρεια. ● Υποκ.: λεκανάκι (το): στη σημ. 1., λεκανίτσα (η): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: λεκάνη απορροής & υδρολογική λεκάνη: ΓΕΩΜΟΡΦ. εδαφική έκταση στην οποία συγκεντρώνονται κατακρημνίσματα και νερά πηγών, που καταλήγουν συνήθ. σε ποταμό ή θάλασσα. [< αγγλ. drainage basin] [< αρχ. λεκάνη, γαλλ. bassin] | |
| 27851 | λεκάνιο | λε-κά-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΖΩΟΛ. μυζητικό έντομο (επιστ. ονομασ. Saissetia oleae), που προσβάλλει κυρ. τον καρπό της ελιάς. Βλ. δάκος, πυρηνοτρήτης. [< πβ. αρχ. λεκάνιον 'μικρό δοχείο', αγγλ. lecanium] | |
| 27852 | λεκανοειδής | , ής, ές λε-κα-νο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που μοιάζει με λεκάνη: ~ής: έκταση. ~ές: κοίλωμα/όρυγμα/σχήμα. ~ή: αγγεία. Βλ. -ειδής. [< μεσν. λεκανοειδής] | |
| 27853 | λεκανοπέδιο | λε-κα-νο-πέ-δι-ο ουσ. (ουδ.) {λεκανοπεδί-ου}: ΓΕΩΜΟΡΦ. πεδινή έκταση που έχει γύρω-γύρω βουνά: το ~ της Αττικής/των Ιωαννίνων.|| (ειδικότ.-συνεκδ., η περιοχή της Αττικής, συνήθ. με κεφαλ. Λ) Οι κάτοικοι του ~ου. [< γαλλ. bassin] | |
| 27854 | λεκές | λε-κές ουσ. (αρσ.) 1. σημάδι, κυρ. βρομιάς, σε ρούχο, ύφασμα ή επιφάνεια: δύσκολοι/επίμονοι/σκούροι/χρωματιστοί ~έδες. ~ από αίμα/κρασί/λάδι/σάλτσα. ~ σε πουκάμισο/στον τοίχο/στο τραπεζομάντιλο/στο χαλί. Απορρυπαντικό που αφαιρεί/εξαφανίζει/καθαρίζει τους ~έδες. Βαφή που δεν αφήνει ~έδες. Τρίψτε τον ~έ με αλάτι. ~ που δεν βγαίνει/δεν φεύγει με τίποτα.|| (κατ' επέκτ., προφ.) Έχει ~έδες (= πανάδες) στο δέρμα από τον ήλιο (βλ. δυσχρωμία). Πβ. κηλίδα. 2. (μτφ.) καθετί ντροπιαστικό. Πβ. ρετσινιά, ρύπος, στίγμα. Βλ. -ές. ● Υποκ.: λεκεδάκι (το) [< τουρκ. leke] | |
| 27855 | λεκιάζω | λε-κιά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {λέκια-σα, -σει, -στηκα, -στεί, λεκιάζ-οντας, λεκια-σμένος} 1. δημιουργώ λεκέδες (σε κάτι)· λερώνω: Αποσμητικό που δεν ~ει τα ρούχα. ~σα το πουκάμισό μου με κρασί. ~σμένη: γραβάτα/ποδιά. Πβ. λαδώνω, πιτσιλίζω. 2. (μτφ.) αμαυρώνω, κηλιδώνω: ~σαν (= σπίλωσαν) το όνομα της ομάδας τους. Εταιρεία ~σμένη (= στιγματισμένη) από τα σκάνδαλα. ● λεκιάζει: αποκτά λεκέδες: Τα λευκά ~ουν εύκολα. | |
| 27856 | λέκιασμα | λέ-κια-σμα ουσ. (ουδ.): το αποτέλεσμα του λεκιάζω: ~ των ρούχων. Πβ. λέρωμα, πιτσίλισμα. | |
| 27857 | λεκιθικός | , ή, ό λε-κι-θι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που σχετίζεται με τη λέκιθο: ~ός: ασκός/σάκος. ~ή: μεμβράνη. | |
| 27858 | λεκιθίνη | λε-κι-θί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. φωσφολιπίδιο που αποτελεί σημαντικό συστατικό των κυτταρικών μεμβρανών, παράγεται από το συκώτι, περιέχεται σε ποικιλία τροφίμων και διαδραματίζει σπουδαίο ρόλο σε όλες τις βιολογικές λειτουργίες· το αντίστοιχο συμπλήρωμα διατροφής: ~ αβγού/σόγιας. Η ~ περιέχει χολίνη και ινοσιτόλη. Η ~ διεγείρει την εγκεφαλική λειτουργία (βλ. νευροδιαβίβαση). Βλ. -ίνη, ομογενοποιητές. [< γαλλ. lécithine, αγγλ. lecithin] | |
| 27859 | λέκιθος | λέ-κι-θος ουσ. (θηλ.) 1. ΒΙΟΛ. μείγμα πρωτεϊνών και λιπιδίων στο ωοκύτταρο πτηνών και ερπετών, το οποίο θα χρησιμοποιηθεί από το έμβρυο ως θρεπτικό υλικό. 2. (λόγ.) κρόκος αβγού. [< 1: γαλλ. vitellus 2: αρχ. λέκιθος] | |
| 18038 | λεκτικά | [ἐπιτίθεμαι] ε-πι-τί-θε-μαι ρ. (αμτβ.) {επιτίθε-σαι, -ται, -μεθα, -σθε, -νται | επετίθ-ετο, -εντο | επιτέ-θηκα (λόγ. επετέ-θη, σπάν. μτχ. επιτεθείς, -θείσα, -θέν), επιτε-θεί, επιτιθέ-μενος} (+ γεν./+ σε + αιτ.) 1. κατευθύνομαι με ορμή, εχθρική διάθεση προς κάποιον/κάτι, κάνω επίθεση: ~ αιφνιδιαστικά/βάναυσα εναντίον του ... ~ενται με δακρυγόνα/μαχαίρια/μολότοφ/όπλα/χημικά. Άγνωστοι της ~θηκαν πισώπλατα και την τραυμάτισαν/χτύπησαν. Παραμόνευε για να ~θεί. Του ~θη το εξαγριωμένο πλήθος. Αδέσποτα σκυλιά ~θηκαν σε περαστικό.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ στον εχθρό/σε οχυρό/σε στόχους. Ο στρατός ~θηκε διά ξηράς και διά θαλάσσης/κατά μέτωπο (πβ. εισβάλλω, κάνω έφοδο). ~μενοι: στρατιώτες. ~μενες: δυνάμεις. ~μενα: αεροσκάφη/στρατεύματα.|| (ΑΘΛ.) Η ~μενη ομάδα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Ιός που ~εται και προσβάλλει τα αρχεία του υπολογιστή. Βλ. αντ~. ΣΥΝ. επελαύνω, εφορμώ ΑΝΤ. αμύνομαι, υπερασπίζομαι (1) 2. (μτφ.) απευθύνομαι επικριτικά, αποδοκιμαστικά σε κάποιον: ~ λεκτικά/φραστικά στην αντίπαλη παράταξη. ~θηκε δημόσια/ονομαστικά κατά της ... Του ~θη με δριμύτητα/σφοδρότητα/υβριστικούς χαρακτηρισμούς. Μην το παίρνεις προσωπικά, δεν σου ~, κουβέντα κάνουμε. Βλ. θίγω, προσβάλλω. [< 1: αρχ. ἐπιτίθεμαι, γαλλ. attaquer, αγγλ. attack] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ