| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 1888 | ακτινοβολητής | [ἀκτινοβολητής] α-κτι-νο-βο-λη-τής ουσ. (αρσ.): ΦΥΣ.-ΙΑΤΡ. (φυσική ή τεχνητή) πηγή ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας ή ηχητικών σημάτων: ισοτροπικός ~. ~ ακτίνων Χ/υπερύθρων. [< γαλλ. radiateur] | |
| 1889 | ακτινοβολία | [ἀκτινοβολία] α-κτι-νο-βο-λί-α ουσ. (θηλ.) {ακτινοβολι-ών} 1. ΦΥΣ. ενέργεια η οποία εκπέμπεται με τη μορφή κυμάτων ή δεσμών σωματιδίων: επικίνδυνη/ηλεκτρομαγνητική/ηλιακή/θερμική/ορατή/πυρηνική/υπέρυθρη ~. ~ λέιζερ. Πβ. λάμψη, φεγγο-βολή, -βόλημα, φέγγος.|| Έκθεση στην ~ (πβ. ακτινοβόληση). ~ από κινητά τηλέφωνα/πυλώνες υψηλής τάσης/ραντάρ. Απορροφάται/διαδίδεται/διαθλάται/εκλύεται ~. Συσκευές που εκπέμπουν (ισχυρή/χαμηλή) ~. Χρήση ~ών σε καρκινοπαθείς.|| (ΜΕΤΕΩΡ.) Παγετός ~ας. Βλ. ακτίνες Χ, -βολία, γεω~, ραδιο~. 2. {μόνο στον εν.} (μτφ.) θετική επίδραση, απήχηση, αίγλη: οικουμενική ~. ~ του Πατριαρχείου/του πολιτισμού. Προσωπικότητα με διεθνή ~/παγκοσμίου κύρους και ~ας. Η θετική ~ ενός ατόμου. Εκδήλωση πανελλήνιας εμβέλειας και ~ας. Πολιτιστική κληρονομιά ανεκτίμητης αξίας και ~ας. ΣΥΝ. λάμψη (2) ● ΣΥΜΠΛ.: ακτινοβολία άλφα: ΦΥΣ. ΠΥΡ. τύπος πυρηνικής ακτινοβολίας που εκπέμπεται από πυρήνες του ηλίου (He) (σωματίδια άλφα): ηλιακή/σωματιδιακή/υπεριώδης ~ ~. Η ~ ~ μόλις που διαπερνά ένα φύλλο χαρτί. Βλ. ακτίνες γάμμα., ακτινοβολία βήτα: ΦΥΣ. μορφή ιονίζουσας ακτινοβολίας που παράγεται από υψηλής ταχύτητας ηλεκτρόνια (σωματίδια βήτα)., κοσμική/μικροκυματική ακτινοβολία υποβάθρου & (σπάν.) κοσμικό υπόβαθρο μικροκυμάτων: ΦΥΣ. ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία που υπάρχει διάχυτη στο Σύμπαν και είναι το σημερινό κατάλοιπο της μεγάλης έκρηξης. [< αγγλ. cosmic microwave background radiation (CMBR)] , ραδιενεργός ακτινοβολία: που εκπέμπεται από ραδιενεργά στοιχεία. Πβ. ιονίζουσα/ιοντίζουσα ακτινοβολία. Βλ. ακτίνες γάμμα, ακτίνες X, ακτινοβολία άλφα, ακτινοβολία βήτα. [< γαλλ. rayonnement radioactif] , ιονίζουσα ακτινοβολία βλ. ιονίζω, κοσμική ακτινοβολία/κοσμικές ακτίνες βλ. κοσμικός, υπεριώδης ακτινοβολία βλ. υπεριώδης, υπέρυθρη ακτινοβολία βλ. υπέρυθρος [< μτγν. ἀκτινοβολία ‘εκπομπή ακτίνων’ 1: γαλλ. radiation] | |
| 1890 | ακτινοβόλος | , ος/α, ο [ἀκτινοβόλος] α-κτι-νο-βό-λος επίθ. (λόγ.) 1. που εκπέμπει φως ή ειδικότ. ακτινοβολία: ~ος: αστέρας (πβ. τηλαυγής)/ήλιος (= λαμπερός, λαμπρός). ~α: οπτασία. ~ο: φάσμα. Πβ. φεγγοβόλος.|| ~ος: ενέργεια/(ΦΥΣ.) θερμότητα (= θερμική ακτινοβολία). Βλ. -βόλος. 2. (μτφ.) που αναδίδει χαρά, ζωντάνια, γοητεία, που ασκεί θετική επιρροή: ~ος/α: μορφή/ομορφιά/προσωπικότητα (= λαμπερή). ~ο: έργο/μέλλον (= ελπιδοφόρο)/μυαλό/πνεύμα (πβ. σπινθηροβόλος)/χαμόγελο. ● ΣΥΜΠΛ.: ακτινοβόλο σημείο: ΑΣΤΡΟΝ. το κέντρο μικρής επιφάνειας στην ουράνια σφαίρα, από όπου, λόγω προοπτικής, φαίνεται να ξεκινούν οι διάττοντες αστέρες. [< αρχ. ἀκτινοβόλος, γαλλ. radiant] | |
| 1891 | ακτινοβολώ | [ἀκτινοβολῶ] α-κτι-νο-βο-λώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ακτινοβολ-είς ..., -ώντας | ακτινοβόλ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ούμενος, -ημένος} 1. (μτφ.) αναδίδω κάτι θετικό (συνήθ. για συναίσθημα) ή γοητεύω, εντυπωσιάζω, ασκώ θετική επίδραση: ~ αγάπη/αισιοδοξία/αυτοπεποίθηση/ζεστασιά/ηρεμία. ~ούσαν (= έλαμπαν, φεγγοβολούσαν) από δύναμη/ομορφιά/υγεία/χαρά. Το πρόσωπό της ~ούσε (= άστραφτε). Το έργο/η προσωπικότητά της ~εί στους αιώνες. 2. εκθέτω κάποιον ή κάτι σε ακτινοβολία ή ακτινοβόληση: Ιστοί/όργανα/τρόφιμα που ~ήθηκαν. Άτομα του άνθρακα ~ήθηκαν με ακτίνες Χ. ~ημένη: περιοχή. ~ημένο: καύσιμο. ~ημένα: προϊόντα/υλικά. Βλ. -βολώ. ● ακτινοβολεί: εκπέμπει φως ή ακτινοβολία: Τα άστρα/τα κινητά ~ούν. Ηλιακή ενέργεια/θερμότητα ~είται προς τη Γη. Πβ. φωτοβολεί. [< μτγν. ἀκτινοβολῶ, γαλλ. rayonner 2: αγγλ. irradiate, 1901] | |
| 1892 | ακτινογράφηση | [ἀκτινογράφηση] α-κτι-νο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. η διαδικασία της φωτογραφικής απεικόνισης οργάνων ή μελών σώματος (συνήθ. του ανθρώπινου) με ακτίνες Χ για διαγνωστικούς σκοπούς. Βλ. -γράφηση. 2. (μτφ.) ακτινογραφία. [< 1: γαλλ. radiographie, αγγλ. radiography] | |
| 1893 | ακτινογραφία | [ἀκτινογραφία] α-κτι-νο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. το αποτέλεσμα της ακτινογράφησης: απλή/διαγνωστική/ιατρική/κεφαλομετρική/λοξή/πλάγια/ψηφιακή ~. ~ άκρων/της αυχενικής μοίρας/θώρακος και καρδιάς/οδόντων/ποδοκνημικής/στομάχου. Βγάζω/κάνω ~. Βλ. αξονική/μαγνητική τομογραφία, ραδιογραφία. 2. (μτφ.) αντικειμενική περιγραφή και σε βάθος ανάλυση, εξέταση: ~ της κοινωνίας/της παγκόσμιας οικονομίας/των ψηφοφόρων. ΣΥΝ. ακτινοσκόπηση (2) ● ΣΥΜΠΛ.: πανοραμική ακτινογραφία βλ. πανοραμικός ● ΦΡ.: σαν ακτινογραφία (προφ.): για πρόσωπο πολύ αδύνατο: Πώς έγινες έτσι; Είσαι ~ ~! [< πβ. αρχ. ἀκτινογραφίη 'περιγραφή των ακτίνων του φωτός', γαλλ. radio(photo)graphie, αγγλ. radiography] | |
| 1894 | ακτινογραφικός | , ή, ό [ἀκτινογραφικός] α-κτι-νο-γρα-φι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ακτινογραφία: ~ός: έλεγχος. ~ή: διάγνωση/εξέταση/πλάκα. ~ό: εργαστήριο/μηχάνημα/φιλμ. ~ά: ευρήματα. Πβ. απεικονιστικός ΣΥΝ. ραδιογραφικός ● επίρρ.: ακτινογραφικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. radiographique, αγγλ. radiographic] | |
| 1895 | ακτινογραφώ | [ἀκτινογραφῶ] α-κτι-νο-γρα-φώ ρ. (μτβ.) {ακτινογραφ-είς ... | ακτινογράφ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος} 1. ΙΑΤΡ. βγάζω ακτινογραφία: Ο ασθενής ~ήθηκε. Βλ. -γραφώ. 2. (μτφ.) περιγράφω αντικειμενικά, αναλύω, εξετάζω σε βάθος: ~ τις ανάγκες/την οικονομία/τα προβλήματα/τις προοπτικές. ~είται η αγορά/η πραγματικότητα. [< γαλλ. radiographier] | |
| 1896 | ακτινοδιάγνωση | [ἀκτινοδιάγνωση] α-κτι-νο-δι-ά-γνω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διάγνωση που γίνεται με χρήση ακτινογραφίας ή ακτινοσκόπησης: Τμήμα ~ης με αξονικό τομογράφο. Βλ. ακτινο-θεραπεία, -προστασία. [< αγγλ. radiodiagnosis, 1904] | |
| 1897 | ακτινοδιαγνώστης, ακτινοδιαγνώστρια | [ἀκτινοδιαγνώστης] α-κτι-νο-δι-α-γνώ-στης ουσ. (αρσ. + θηλ.) & ακτινοδιαγνωστής: ΙΑΤΡ. γιατρός ειδικευμένος στην ακτινοδιαγνωστική: ειδικός ~ μαστού. Πβ. ακτινολόγος. | |
| 1898 | ακτινοδιαγνωστική | [ἀκτινοδιαγνωστική] α-κτι-νο-δι-α-γνω-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κλάδος της ακτινολογίας με αντικείμενο τη διάγνωση μέσω ακτινογραφίας ή/και ακτινοσκόπησης: Σκιαγραφικές ουσίες που χρησιμοποιούνται στην ~. Βλ. ακτινοθεραπευτική. [< γαλλ. radiodiagnostic, 1907] | |
| 1899 | ακτινοδιαγνωστικός | , ή, ό [ἀκτινοδιαγνωστικός] α-κτι-νο-δι-α-γνω-στι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στην ακτινοδιαγνωστική: ~ός: εξοπλισμός. ~ή: εικόνα/εξέταση. ~ό: κέντρο/τμήμα. ~ές: απεικονίσεις. [< αγγλ. radiodiagnostic, 1907] | |
| 1900 | ακτινοειδής | , ής, ές [ἀκτινοειδής] α-κτι-νο-ει-δής επίθ. (επιστ.): ακτινωτός: ~ές: σχήμα. ~ή: ελάσματα. Βλ. -ειδής. ● επίρρ.: ακτινοειδώς [-ῶς] [< μτγν. ἀκτινοειδής] | |
| 1901 | ακτινοθεραπεία | [ἀκτινοθεραπεία] α-κτι-νο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χρήση ιονίζουσας ακτινοβολίας, ακτίνων Χ ή ραδιενεργών ουσιών για θεραπευτικούς σκοπούς: εξωτερική/εσωτερική (βλ. βραχυθεραπεία) ~. ~ με ηλεκτρόνια/πρωτόνια. Απόκριση όγκου στην ~. Βλ. -θεραπεία. ΣΥΝ. ραδιοθεραπεία [< γαλλ. radiothérapie, 1901, αγγλ. radiotherapy, 1903] | |
| 1902 | ακτινοθεραπευτής, ακτινοθεραπεύτρια | [ἀκτινοθεραπευτής] α-κτι-νο-θε-ρα-πευ-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΙΑΤΡ. γιατρός ειδικός στην ακτινοθεραπεία: ογκολόγος ~. ~ές έμπειροι στη βραχυθεραπεία. [< γαλλ. radiothérapeute, 1905, αγγλ. radiotherapist, 1918] | |
| 1903 | ακτινοθεραπευτική | [ἀκτινοθεραπευτική] α-κτι-νο-θε-ρα-πευ-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κλάδος της ακτινολογίας με αντικείμενο την ακτινοθεραπεία: ρομποτική ~. Ειδικότητα ~ής-ογκολογίας. Βλ. ακτινοδιαγνωστική. ΣΥΝ. ραδιοθεραπευτική [< γαλλ. radiothérapie, 1901, αγγλ. radiotherapeutics] | |
| 1904 | ακτινοθεραπευτικός | , ή, ό [ἀκτινοθεραπευτικός] α-κτι-νο-θε-ρα-πευ-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ακτινοθεραπεία ή την ακτινοθεραπευτική: ~ή: αγωγή/κλινική/ογκολογία. ~ό: κέντρο.|| (ως ουσ.) Το ~ό (: το σχετικό τμήμα νοσηλευτικού ιδρύματος). [< γαλλ. radiothérapique, αγγλ. radiotherapeutic, 1906] | |
| 1905 | ακτινολογία | [ἀκτινολογία] α-κτι-νο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. επιστημονικός κλάδος που μελετά τη χρήση και εφαρμογή ακτίνων X και άλλων ακτινοβολιών για διαγνωστικούς και θεραπευτικούς σκοπούς: επεμβατική/κλασική/ψηφιακή ~. ~-ραδιολογία. Εργαστήριο/τεχνικές/τεχνολόγος ~ας. ~ και απεικονιστική ιατρική. Βλ. ακτινο-διαγνωστική, -θεραπευτική, νευρο~, τηλε~, -λογία. ΣΥΝ. ραδιολογία (1) [< γαλλ. radiologie, 1904, αγγλ. radiology, 1900] | |
| 1906 | ακτινολογικός | , ή, ό [ἀκτινολογικός] α-κτι-νο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ακτινολογία ή/και τον ακτινολόγο: ~ός: έλεγχος/εξοπλισμός. ~ή: απεικόνιση/διάγνωση/εξέταση/τράπεζα. ~ό: εργαστήριο/ιατρείο. ~ές: εξετάσεις. ~ά: ευρήματα. ● Ουσ.: ακτινολογικό (το): το αντίστοιχο τμήμα νοσηλευτικού ιδρύματος. [< γαλλ. radiologique, 1904, αγγλ. radiological, 1909] | |
| 1907 | ακτινολόγος | [ἀκτινολόγος] α-κτι-νο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΙΑΤΡ. γιατρός ή τεχνικός ειδικός στην ακτινολογία: τεχνολόγος ~. ~-ραδιολόγος. Πβ. ακτινο-διαγνώστης, -θεραπευτής. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. radiologue, 1932, αγγλ. radiologist, 1906] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ