Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [28580-28600]

IDΛήμμαΕρμηνεία
27876λεμονής, -ιά, -ί λε-μο-νής επίθ. & λεμονί {άκλ.}: που έχει το χρώμα του λεμονιού. Πβ. κίτρινος. ● Ουσ.: λεμονί (το): το αντίστοιχο χρώμα.
27877λεμόνιλε-μό-νι ουσ. (ουδ.) {λεμον-ιού | -ιών}: ο ωοειδής καρπός της λεμονιάς που έχει παχύ, αρωματικό φλοιό και όξινο χυμό· συνεκδ. ο χυμός ή το άρωμά του: ζουμερό/πράσινο ~. Βλ. λάιμ, κιτρο-, μοσχο-λέμονο.|| (ΖΑΧΑΡ.-ΜΑΓΕΙΡ.) Κέικ/ξύσμα/ροδέλες/σάλτσα/τάρτα/φέτες/φλούδα ~ιού. Πίτα ~ιού (= λεμονόπιτα). Σορμπέ ~. Στύβω ~ια. Βλ. αβγο-, λαδο-λέμονο.|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) Λικέρ ~ιού (= λιμοντσέλο). Γρανίτα (από) ~. Τσάι με ~. Καραμέλες με γεύση ~.|| Υγρά μαντιλάκια με άρωμα ~.|| Αιθέριο έλαιο ~ιού. Βλ. λιμονένιο, φλαβόνες.|| (μτφ.) Έγινε κίτρινος σαν (το) ~ (: χλόμιασε). Τον έστυψε σαν ~ (: τον εκμεταλλεύτηκε πλήρως, τον ξεζούμισε). ● Υποκ.: λεμονάκι (το) [< μεσν. λεμόνιον, ιταλ. limone, γαλλ. citron]
27878λεμονιάλε-μο-νιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. αειθαλές δέντρο της οικογένειας των εσπεριδοειδών (επιστ. ονομασ. Citrus limon), που καλλιεργείται για τους καρπούς του, τα λεμόνια: ευωδιαστά άνθη ~ιάς. [< μεσν. λεμονέα]
27879λεμονίταλε-μο-νί-τα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αεριούχος συνήθ. λεμονάδα.
27880λεμονόκουπαλε-μο-νό-κου-πα ουσ. (θηλ.): το μισό του λεμονιού μετά το στύψιμο. ● ΦΡ.: πετώ κάποιον σαν στυμμένη λεμονόκουπα (προφ.): τον εγκαταλείπω, αφού τον εκμεταλλεύτηκα, όσο τον είχα ανάγκη: Με χρησιμοποίησε και μετά με πέταξε ~ ~. Όταν γέρασε, τον πέταξαν ~ ~., παίρνω κάποιον με τις λεμονόκουπες/τις ντομάτες/τα γιαούρτια/τ' αβγά βλ. παίρνω
27881λεμονόπιταλε-μο-νό-πι-τα ουσ. (θηλ.) & λέμον πάι: ΖΑΧΑΡ. γλυκιά πίτα με κρεμώδη γέμιση, που περιέχει χυμό λεμονιού: ~ με μαρέγκα. Βλ. -πιτα. [< αγγλ. lemon pie, 1909]
27882λεμονοστύφτηςλε-μο-νο-στύ-φτης ουσ. (αρσ.) & λεμονοστίφτης & λεμονοστείφτης: ΤΕΧΝΟΛ. σκεύος ή συσκευή για στύψιμο εσπεριδοειδών, συνήθ. λεμονιών και πορτοκαλιών: ηλεκτρικός ~. ~ χειρός. Βλ. αποχυμωτής.
27883λεμονότουρταλε-μο-νό-τουρ-τα ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. τούρτα με γλάσο και κρέμα, που περιέχει χυμό και ξύσμα λεμονιού.
27884λεμονόχορτολε-μο-νό-χο-ρτο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. σιτρονέλα. [< αγγλ. lemongrass, γαλλ. lemon-grass]
27886λεμοντσέλοβλ. λιμοντσέλο
58685λεμούριοςλε-μού-ρι-ος ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. μακρινός πρόγονος του πιθήκου (τάξη πρωτευόντων) που επιβιώνει κυρ. στη Μαδαγασκάρη. [< αγγλ. lemur < λατ. lemures ‘πνεύματα της νύχτας’]
27887λεμφαγγεία[λεμφαγγεῖα] λεμ-φαγ-γεί-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. λεμφαγγείο}: ΑΝΑΤ. αγγεία του λεμφικού συστήματος, τα οποία μεταφέρουν τη λέμφο: απαγωγά/προσαγωγά ~. Βλ. λεμφοίδημα. [< γαλλ. vaisseaux lymphatiques, αγγλ. lymphatic vessels]
27888λεμφαγγειίτιδαλεμ-φαγ-γει-ί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μικροβιακή λοίμωξη των λεμφαγγείων. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. lymphangite, αγγλ. lymphangitis]
27889λεμφαγγειογένεσηλεμ-φαγ-γει-ο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. σχηματισμός νέων λεμφαγγείων: ~ και καρκίνος. Βλ. -γένεση.
27890λεμφαγγείωμαλεμ-φαγ-γεί-ω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. καλοήθης όγκος των λεμφαγγείων: κυστικό ~. Βλ. νευρίνωμα, -ωμα2. [< γαλλ. lymphangiome, αγγλ. lymphangioma]
27891λεμφαδένεςλεμ-φα-δέ-νες ουσ. (αρσ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. λεμφαδένας}: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. ωοειδή όργανα μεγέθους λίγων χιλιοστών, τα οποία αποτελούνται από λεμφοκύτταρα, βρίσκονται σε διάφορα σημεία του σώματος, συνδέονται με τα λεμφαγγεία και βοηθούν στην καταπολέμηση των λοιμώξεων: επιχώριοι/μασχαλιαίοι/τραχηλικοί ~. ~ της βουβωνικής χώρας/του λαιμού/του μαστού/του μεσοθωρακίου.|| Πρησμένοι/ψηλαφητοί ~. Αφαίρεση (: σε περίπτωση καρκίνου των ~ων)/διήθηση/διόγκωση (= λεμφαδενοπάθεια)/φλεγμονή (= λεμφαδενίτιδα) των ~ων. Βλ. σαρκοείδωση. ΣΥΝ. λεμφογάγγλια ● ΣΥΜΠΛ.: φρουρός λεμφαδένας & λεμφαδένας φρουρός: ΙΑΤΡ. ο πρώτος λεμφαδένας στον οποίο γίνεται μετάσταση καρκινικών κυττάρων από έναν πρωτοπαθή όγκο: βιοψία/χαρτογράφηση του ~ού ~α. [< αγγλ. sentinel lymph node] [< νεολατ. lymphaden]
27892λεμφαδενίτιδαλεμ-φα-δε-νί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή των λεμφαδένων: βουβωνική/επιχώρια/τραχηλική ~. Πβ. αδενίτιδα. Βλ. χοιράδωση, -ίτιδα. [< γαλλ. lymphadénite, αγγλ. lymphadenitis]
27893λεμφαδενοπάθειαλεμ-φα-δε-νο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική διόγκωση των λεμφαδένων: θωρακική/μασχαλιαία/περιφερική/πυλαία/τραχηλική ~. Πβ. αδενοπάθεια. [< αγγλ. lymphadenopathy, 1920, γαλλ. lymphadénopathie]
27894λεμφατικός, ή, ό βλ. λυμφατικός
27895λεμφικός, ή, ό λεμ-φι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη λέμφο: τα πρωτογενή (: θύμος αδένας, μυελός των οστών) και δευτερογενή (: αμυγδαλές, λεμφαδένες, ~ ιστός, μυελός των οστών, σπλήνα) όργανα του ~ού συστήματος (: ~ά όργανα). ~ά: αγγεία (= λεμφαγγεία). Χρόνια ~ή (= λεμφο-γενής, -κυτταρική) λευχαιμία. Πβ. λεμφοειδής.|| ~ή μάλαξη/παροχέτευση/~ό μασάζ (: για βελτίωση της ~ής κυκλοφορίας). ΣΥΝ. λυμφατικός (1) ● ΣΥΜΠΛ.: λεμφικά τριχοειδή βλ. τριχοειδής [< γαλλ. lymphatique , αγγλ. lymphatic]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.