| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 27860 | λεκτικός | , ή, ό λε-κτι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τις λέξεις, που γίνεται με τον λόγο ή αναφέρεται σε αυτόν: ~ός: πλούτος/(ΓΛΩΣΣ.) τύπος. ~ό: λάθος (βλ. σαρδάμ)/σήμα (βλ. λογότυπο)/σύνολο (: πρόταση, φράση). (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ός: αναλυτής. Πβ. λεξικός.|| ~ή: αντιπαράθεση (= λογομαχία)/επίθεση (εναντίον κάποιου). ~ό: επεισόδιο. (ΓΛΩΣΣ.) ~ό: εφεύρημα/σχήμα (= σχήμα λόγου). (ΠΑΙΔΑΓ.) ~ές: δεξιότητες/δυσκολίες (π.χ. τραυλισμός· βλ. μαθησιακές δυσκολίες). Εκδήλωση συναισθημάτων με (μη) ~ό τρόπο/σε (μη) ~ό επίπεδο. Πβ. γλωσσ-, φραστ-ικός. Βλ. μονο~, πολυ~. ● Ουσ.: λεκτικό (το) (λόγ.): τρόπος έκφρασης, ύφος: το ~ ενός άρθρου/μιας επιστολής. ● επίρρ.: λεκτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: λεκτικά ρήματα: ΓΡΑΜΜ. όσα σχετίζονται σημασιολογικά με το "λέω", π.χ. αναγγέλλω, διηγούμαι., λεκτική επικοινωνία: που γίνεται προφορικά ή γραπτά: λεκτική και μη ~ ~ στη σχολική τάξη. Βλ. μιμόγλωσσα, παραγλώσσα., λεκτικές/ρητορικές ακροβασίες βλ. ακροβασία, λεκτική βία βλ. βία [< αρχ. λεκτικός, γαλλ. verbal] | |
| 27861 | λέκτορας | λέ-κτο-ρας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {γεν. θηλ. λέκτορος | λεκτόρων} & (λόγ.) λέκτωρ (ο) & (σπάν.-προφ.) λεκτόρισσα (η) (παλαιότ., 1982-2011): μη μόνιμο μέλος του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ιεραρχικά πριν από τον επίκουρο. [< γερμ. Lektor] | |
| 27862 | λελέκι | λε-λέ-κι ουσ. (ουδ.) & λέλεκας (ο) 1. (μτφ.-μειωτ.) πολύ ψηλός και αδύνατος άνδρας. Πβ. τηλεγραφόξυλο. Βλ. ταβανόσκουπα. ΣΥΝ. ψηλολέλεκας ΑΝΤ. ζουμπάς (1) 2. ΟΡΝΙΘ. (λαϊκό) (λευκός) πελαργός. [< τουρκ. leylek] | |
| 27863 | λελές | λε-λές ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): καλομαθημένος νεαρός, συνήθ. πλούσιος, με λεπτούς τρόπους ή θηλυπρεπή συμπεριφορά. Πβ. βουτυρόπαιδο, κουνενές, μαμόθρεφτος, μπούλης, φλούφλης, φλώρος, χαλβάς. Βλ. -ές. | |
| 27864 | λελογισμένος | , η, ο λε-λο-γι-σμέ-νος επίθ. (λόγ.): λογικός, συνετός: ~η: αύξηση (των δαπανών)/εκμετάλλευση (των δασών)/κατανάλωση (αλκοόλ)/χρήση (νερού). ~ες: κινήσεις (πβ. προσεκτικές, συγκρατημένες). Πβ. μετρημένος, ορθολογικός. ΑΝΤ. αλόγιστος, απερίσκεπτος. Βλ. άκριτος.|| (ως ουσ.) Στα όρια του δυνατού και του ~ου. ● επίρρ.: λελογισμένα [< μτχ. παρακ. του ρ. λογίζομαι ‘σκέπτομαι’, γαλλ. modéré] | |
| 27865 | λέμβαρχος | λέμ-βαρ-χος ουσ. (αρσ.) (σπάν.-επίσ.): κυβερνήτης λέμβου. Πβ. λεμβούχος. Βλ. -αρχος. [< μτγν. λέμβαρχος] | |
| 27866 | λεμβοδρομία | λεμ-βο-δρο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. αγώνας ταχύτητας λέμβων. Πβ. ρεγκάτα. Βλ. ιστιο-δρομία, -πλοΐα, κωπηλασία. [< γαλλ. régate] | |
| 27867 | λέμβος | λέμ-βος ουσ. (θηλ.) {λέμβων} (επίσ.) 1. ΝΑΥΤ. μικρό πλεούμενο: κωπηλατική (βλ. δίκωπος)/μηχανοκίνητη (βλ. λάντζα)/πλαστική/φουσκωτή ~. Αποβίβαση στο νησί/μεταφορά επιβατών με ~ους. Εντοπίστηκε ~ με λαθρομετανάστες. Πβ. άκατος, βάρκα. 2. καλάθι αερόστατου. ● ΣΥΜΠΛ.: σωστική/σωσίβια λέμβος & ναυαγοσωστική λέμβος: ΝΑΥΤ. που χρησιμεύει κυρ. για διάσωση ναυαγών. [< αγγλ. life-boat] [< αρχ. λέμβος (ὁ)] | |
| 27868 | λεμβουχικός | , ή, ό λεμ-βου-χι-κός επίθ. (επίσ.): που σχετίζεται με τον λεμβούχο: ~ές: εργασίες. ● Ουσ.: λεμβουχικά (τα): τέλη που επιβαρύνουν την τιμή των ακτοπλοϊκών εισιτηρίων και αφορούν τη μεταφορά επιβατών και φορτίων με λέμβο: αχθοφορικά και ~. | |
| 27869 | λεμβούχος | [λεμβοῦχος] λεμ-βού-χος ουσ. (αρσ.) (επίσ.): ιδιοκτήτης ή/και κυβερνήτης λέμβου. Πβ. βαρκάρης, λέμβαρχος. Βλ. -ούχος1. | |
| 27870 | λεμές | λε-μές ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) ελεμές: αλήτης, κάθαρμα, παλιάνθρωπος. Βλ. -ές. [< τουρκ. elleme] | |
| 27871 | λέμινγκ | λέ-μινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. μικρό φυτοφάγο τρωκτικό του αρκτικού κύκλου (επιστ. ονομασ. Myodes lemmus), που μοιάζει με ποντίκι, έχει πολύ κοντή ουρά, ζει κοντά στο νερό, γεννά πολλές φορές τον χρόνο και είναι γνωστό για τις ετήσιες μεταναστεύσεις του για αναζήτηση τροφής. [< αγγλ. lemming] | |
| 27885 | λέμον πάι | βλ. λεμονόπιτα | |
| 27872 | λεμονάδα | λε-μο-νά-δα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αναψυκτικό από χυμό λεμονιού, ζάχαρη και νερό: παγωμένη/σπιτική ~. Πβ. λεμονίτα. || ~ με τσίντζερ. Βλ. -άδα, γκαζόζα, λιμοντσέλο. ● Υποκ.: λεμοναδίτσα (η) [< βεν. limonada] | |
| 27873 | λεμονανθός | λε-μο-ναν-θός ουσ. (αρσ.): άνθος λεμονιάς: άρωμα ~ού. Ροδίτης με ~ό και κίτρο. Γλυκό του κουταλιού από ~ό. Μαλλιά στολισμένα με ~ούς. | |
| 27874 | λεμονάτος | , η, ο [λεμονᾶτος] λε-μο-νά-τος επίθ.: ΜΑΓΕΙΡ. μαγειρεμένος με χυμό λεμονιού: αρακάς/γαύρος ~. Πατάτες ~ες. Μοσχάρι ~ο (στην κατσαρόλα). Βλ. κοκκινιστός, κρασάτος.|| ~η: κρέμα/σάλτσα (: που περιέχει λεμόνι). Βλ. -άτος. [< μεσν. λεμονάτος] | |
| 27875 | λεμονένιο | βλ. λιμονένιο | |
| 27876 | λεμονής | , -ιά, -ί λε-μο-νής επίθ. & λεμονί {άκλ.}: που έχει το χρώμα του λεμονιού. Πβ. κίτρινος. ● Ουσ.: λεμονί (το): το αντίστοιχο χρώμα. | |
| 27877 | λεμόνι | λε-μό-νι ουσ. (ουδ.) {λεμον-ιού | -ιών}: ο ωοειδής καρπός της λεμονιάς που έχει παχύ, αρωματικό φλοιό και όξινο χυμό· συνεκδ. ο χυμός ή το άρωμά του: ζουμερό/πράσινο ~. Βλ. λάιμ, κιτρο-, μοσχο-λέμονο.|| (ΖΑΧΑΡ.-ΜΑΓΕΙΡ.) Κέικ/ξύσμα/ροδέλες/σάλτσα/τάρτα/φέτες/φλούδα ~ιού. Πίτα ~ιού (= λεμονόπιτα). Σορμπέ ~. Στύβω ~ια. Βλ. αβγο-, λαδο-λέμονο.|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) Λικέρ ~ιού (= λιμοντσέλο). Γρανίτα (από) ~. Τσάι με ~. Καραμέλες με γεύση ~.|| Υγρά μαντιλάκια με άρωμα ~.|| Αιθέριο έλαιο ~ιού. Βλ. λιμονένιο, φλαβόνες.|| (μτφ.) Έγινε κίτρινος σαν (το) ~ (: χλόμιασε). Τον έστυψε σαν ~ (: τον εκμεταλλεύτηκε πλήρως, τον ξεζούμισε). ● Υποκ.: λεμονάκι (το) [< μεσν. λεμόνιον, ιταλ. limone, γαλλ. citron] | |
| 27878 | λεμονιά | λε-μο-νιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. αειθαλές δέντρο της οικογένειας των εσπεριδοειδών (επιστ. ονομασ. Citrus limon), που καλλιεργείται για τους καρπούς του, τα λεμόνια: ευωδιαστά άνθη ~ιάς. [< μεσν. λεμονέα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ