| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 27879 | λεμονίτα | λε-μο-νί-τα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αεριούχος συνήθ. λεμονάδα. | |
| 27880 | λεμονόκουπα | λε-μο-νό-κου-πα ουσ. (θηλ.): το μισό του λεμονιού μετά το στύψιμο. ● ΦΡ.: πετώ κάποιον σαν στυμμένη λεμονόκουπα (προφ.): τον εγκαταλείπω, αφού τον εκμεταλλεύτηκα, όσο τον είχα ανάγκη: Με χρησιμοποίησε και μετά με πέταξε ~ ~. Όταν γέρασε, τον πέταξαν ~ ~., παίρνω κάποιον με τις λεμονόκουπες/τις ντομάτες/τα γιαούρτια/τ' αβγά βλ. παίρνω | |
| 27881 | λεμονόπιτα | λε-μο-νό-πι-τα ουσ. (θηλ.) & λέμον πάι: ΖΑΧΑΡ. γλυκιά πίτα με κρεμώδη γέμιση, που περιέχει χυμό λεμονιού: ~ με μαρέγκα. Βλ. -πιτα. [< αγγλ. lemon pie, 1909] | |
| 27882 | λεμονοστύφτης | λε-μο-νο-στύ-φτης ουσ. (αρσ.) & λεμονοστίφτης & λεμονοστείφτης: ΤΕΧΝΟΛ. σκεύος ή συσκευή για στύψιμο εσπεριδοειδών, συνήθ. λεμονιών και πορτοκαλιών: ηλεκτρικός ~. ~ χειρός. Βλ. αποχυμωτής. | |
| 27883 | λεμονότουρτα | λε-μο-νό-τουρ-τα ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. τούρτα με γλάσο και κρέμα, που περιέχει χυμό και ξύσμα λεμονιού. | |
| 27884 | λεμονόχορτο | λε-μο-νό-χο-ρτο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. σιτρονέλα. [< αγγλ. lemongrass, γαλλ. lemon-grass] | |
| 27886 | λεμοντσέλο | βλ. λιμοντσέλο | |
| 58685 | λεμούριος | λε-μού-ρι-ος ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. μακρινός πρόγονος του πιθήκου (τάξη πρωτευόντων) που επιβιώνει κυρ. στη Μαδαγασκάρη. [< αγγλ. lemur < λατ. lemures ‘πνεύματα της νύχτας’] | |
| 27887 | λεμφαγγεία | [λεμφαγγεῖα] λεμ-φαγ-γεί-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. λεμφαγγείο}: ΑΝΑΤ. αγγεία του λεμφικού συστήματος, τα οποία μεταφέρουν τη λέμφο: απαγωγά/προσαγωγά ~. Βλ. λεμφοίδημα. [< γαλλ. vaisseaux lymphatiques, αγγλ. lymphatic vessels] | |
| 27888 | λεμφαγγειίτιδα | λεμ-φαγ-γει-ί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μικροβιακή λοίμωξη των λεμφαγγείων. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. lymphangite, αγγλ. lymphangitis] | |
| 27889 | λεμφαγγειογένεση | λεμ-φαγ-γει-ο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. σχηματισμός νέων λεμφαγγείων: ~ και καρκίνος. Βλ. -γένεση. | |
| 27890 | λεμφαγγείωμα | λεμ-φαγ-γεί-ω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. καλοήθης όγκος των λεμφαγγείων: κυστικό ~. Βλ. νευρίνωμα, -ωμα2. [< γαλλ. lymphangiome, αγγλ. lymphangioma] | |
| 27891 | λεμφαδένες | λεμ-φα-δέ-νες ουσ. (αρσ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. λεμφαδένας}: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. ωοειδή όργανα μεγέθους λίγων χιλιοστών, τα οποία αποτελούνται από λεμφοκύτταρα, βρίσκονται σε διάφορα σημεία του σώματος, συνδέονται με τα λεμφαγγεία και βοηθούν στην καταπολέμηση των λοιμώξεων: επιχώριοι/μασχαλιαίοι/τραχηλικοί ~. ~ της βουβωνικής χώρας/του λαιμού/του μαστού/του μεσοθωρακίου.|| Πρησμένοι/ψηλαφητοί ~. Αφαίρεση (: σε περίπτωση καρκίνου των ~ων)/διήθηση/διόγκωση (= λεμφαδενοπάθεια)/φλεγμονή (= λεμφαδενίτιδα) των ~ων. Βλ. σαρκοείδωση. ΣΥΝ. λεμφογάγγλια ● ΣΥΜΠΛ.: φρουρός λεμφαδένας & λεμφαδένας φρουρός: ΙΑΤΡ. ο πρώτος λεμφαδένας στον οποίο γίνεται μετάσταση καρκινικών κυττάρων από έναν πρωτοπαθή όγκο: βιοψία/χαρτογράφηση του ~ού ~α. [< αγγλ. sentinel lymph node] [< νεολατ. lymphaden] | |
| 27892 | λεμφαδενίτιδα | λεμ-φα-δε-νί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή των λεμφαδένων: βουβωνική/επιχώρια/τραχηλική ~. Πβ. αδενίτιδα. Βλ. χοιράδωση, -ίτιδα. [< γαλλ. lymphadénite, αγγλ. lymphadenitis] | |
| 27893 | λεμφαδενοπάθεια | λεμ-φα-δε-νο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική διόγκωση των λεμφαδένων: θωρακική/μασχαλιαία/περιφερική/πυλαία/τραχηλική ~. Πβ. αδενοπάθεια. [< αγγλ. lymphadenopathy, 1920, γαλλ. lymphadénopathie] | |
| 27894 | λεμφατικός | , ή, ό βλ. λυμφατικός | |
| 27895 | λεμφικός | , ή, ό λεμ-φι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη λέμφο: τα πρωτογενή (: θύμος αδένας, μυελός των οστών) και δευτερογενή (: αμυγδαλές, λεμφαδένες, ~ ιστός, μυελός των οστών, σπλήνα) όργανα του ~ού συστήματος (: ~ά όργανα). ~ά: αγγεία (= λεμφαγγεία). Χρόνια ~ή (= λεμφο-γενής, -κυτταρική) λευχαιμία. Πβ. λεμφοειδής.|| ~ή μάλαξη/παροχέτευση/~ό μασάζ (: για βελτίωση της ~ής κυκλοφορίας). ΣΥΝ. λυμφατικός (1) ● ΣΥΜΠΛ.: λεμφικά τριχοειδή βλ. τριχοειδής [< γαλλ. lymphatique , αγγλ. lymphatic] | |
| 27896 | λεμφο- & λεμφ- | : α' συνθετικό που αναφέρεται στη λέμφο ή το λεμφικό σύστημα: λεμφο-κύτταρα. Λεμφ-αγγεία/~αδένες. | |
| 27897 | λεμφοβλάστη | λεμ-φο-βλά-στη ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. η πρώιμη μορφή του λεμφοκυττάρου. Βλ. λευχαιμία. [< γαλλ. lymphoblaste, αγγλ. lymphoblast, περ. 1909] | |
| 27898 | λεμφοβλαστικός | , ή, ό λεμ-φο-βλα-στι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τις λεμφοβλάστες: (παιδική) οξεία ~ή (= λεμφογενής) λευχαιμία. [< αγγλ. lymphoblastic, 1905, γαλλ. lymphoblastique] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ