| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 27896 | λεμφο- & λεμφ- | : α' συνθετικό που αναφέρεται στη λέμφο ή το λεμφικό σύστημα: λεμφο-κύτταρα. Λεμφ-αγγεία/~αδένες. | |
| 27897 | λεμφοβλάστη | λεμ-φο-βλά-στη ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. η πρώιμη μορφή του λεμφοκυττάρου. Βλ. λευχαιμία. [< γαλλ. lymphoblaste, αγγλ. lymphoblast, περ. 1909] | |
| 27898 | λεμφοβλαστικός | , ή, ό λεμ-φο-βλα-στι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τις λεμφοβλάστες: (παιδική) οξεία ~ή (= λεμφογενής) λευχαιμία. [< αγγλ. lymphoblastic, 1905, γαλλ. lymphoblastique] | |
| 27899 | λεμφογάγγλια | λεμ-φο-γάγ-γλι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. λεμφογάγγλιο}: ΑΝΑΤ. λεμφαδένες. | |
| 27900 | λεμφογενής | , ής, ές λεμ-φο-γε-νής επίθ.: ΙΑΤΡ. που εμφανίζεται στο λεμφικό σύστημα ή προέρχεται από αυτό: οξεία ~ (= λεμφοβλαστική)/χρόνια ~ (= λεμφική, λεμφοκυτταρική) λευχαιμία. Βλ. -γενής. [< αγγλ. lymphogenic, 1901, lymphogenous] | |
| 27901 | λεμφοειδής | , ής, ές λεμ-φο-ει-δής επίθ.: ΙΑΤΡ. που περιέχει λεμφοκύτταρα ή κύτταρα που μοιάζουν με αυτά: ~ής: ιστός. Πβ. λεμφικός. Βλ. -ειδής. [< γαλλ. lymphoïde, αγγλ. lymphoid] | |
| 27902 | λεμφοζίδια | λεμ-φο-ζί-δι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. λεμφοζίδιο}: ΑΝΑΤ. σφαιροειδείς συγκεντρώσεις λεμφικού ιστού. [< γαλλ. nodules lymphatiques, αγγλ. lymph nodules] | |
| 27903 | λεμφοίδημα | λεμ-φοί-δη-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. οίδημα άνω (ή κάτω) άκρου λόγω απόφραξης των λεμφαγγείων: πρωτοπαθές/δευτεροπαθές ~. [< αγγλ. lympoedema, γαλλ. lymphoedème] | |
| 27904 | λεμφοκοκκίωμα | λεμ-φο-κοκ-κί-ω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αφροδίσιο/βουβωνικό λεμφοκοκκίωμα: σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα, που οφείλεται στα χλαμύδια του τραχώματος και προκαλεί επώδυνη διόγκωση των λεμφαδένων της βουβωνικής χώρας. [< αγγλ. lymphogranuloma, 1924, γαλλ. lymphogranulome] | |
| 27905 | λεμφοκύτταρα | λεμ-φο-κύτ-τα-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. λεμφοκύτταρο}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. μικρά στρογγυλά λευκοκύτταρα με σφαιρικό πυρήνα, που βρίσκονται στο αίμα, τον μυελό των οστών και τον λεμφικό ιστό και είναι υπεύθυνα για την παραγωγή αντισωμάτων, την καταστροφή των μικροβίων που εισέρχονται στον οργανισμό και τον έλεγχο της ανάπτυξης των καρκινικών κυττάρων: Β-~. Τ-~. Ο ιός του έιτζ προσβάλλει τα Τ4 ~. Βλ. ανοσοανεπάρκεια, ιντερλευκίνη, λεμφαδένες, λέμφος. [< γαλλ. lymphocytes, 1900, αγγλ. ~] | |
| 27906 | λεμφοκυτταρικός | , ή, ό λεμ-φο-κυτ-τα-ρι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τα λεμφοκύτταρα: ~ή: διήθηση. ~ό: λέμφωμα. Χρόνια ~ή (= λεμφική, λεμφογενής) λευχαιμία. [< αγγλ. lymphocytic, γαλλ. lymphocytaire, 1903] | |
| 27907 | λεμφοκυττάρωση | λεμ-φο-κυτ-τά-ρω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική αύξηση του αριθμού των λεμφοκυττάρων. Πβ. λευκοκυττάρωση. [< γαλλ. lymphocytose, 1903, αγγλ. lymphocytosis] | |
| 27908 | λεμφοπενία | λεμ-φο-πε-νί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) λεμφοκυτταροπενία: ΙΑΤΡ. μείωση του αριθμού των λεμφοκυττάρων. Πβ. λευκοπενία. [< αγγλ. lymphopenia, 1909, γαλλ. lymphopénie, περ. 1950] | |
| 27909 | λέμφος | λέμ-φος ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) λύμφη: ΦΥΣΙΟΛ. σχεδόν άχρωμο, υδαρές μεσοκυττάριο υγρό, που περιέχει πρωτεΐνες, γλυκόζη, άλατα και λεμφοκύτταρα, συλλέγεται από τους ιστούς, κυκλοφορεί στα λεμφαγγεία και επιστρέφει στο αίμα μέσω του λεμφικού συστήματος, προστατεύοντας τον οργανισμό από διάφορους παθογόνους οργανισμούς. Βλ. λεμφο-, πλάσμα. [< μτγν. λέμφος (ὁ) 'μύξα', γαλλ. lymphe, αγγλ. lymph] | |
| 27910 | λεμφοσάρκωμα | λεμ-φο-σάρ-κω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. κακοήθης νεοπλασία του λεμφικού ιστού. Πβ. λέμφωμα. [< γαλλ. lymphosarcome , αγγλ. lymphosarcoma] | |
| 27911 | λεμφοφόρος | , ος, ο λεμ-φο-φό-ρος επίθ.: ΙΑΤΡ. που μεταφέρει τη λέμφο: ~α: αγγεία (= λεμφαγγεία). Βλ. -φόρος. ● ΣΥΜΠΛ.: λεμφικά τριχοειδή βλ. τριχοειδής | |
| 27912 | λέμφωμα | λέμ-φω-μα ουσ. (ουδ.) {λεμφώμ-ατα}: ΙΑΤΡ. νεοπλασία του λεμφικού ιστού: αναπλαστικό/ανθεκτικό/διάχυτο/οζώδες/πρωτοπαθές/υποτοπιάζον ~. Κακοήθη ~ατα. (Μη-) χότζκιν ~. ~ατα στομάχου. Πβ. λεμφοσάρκωμα. Βλ. λευχαιμία. [< γαλλ. lymphome, 1905, αγγλ. lymphoma] | |
| 27913 | λενινισμός | λε-νι-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. η θεωρία του Λένιν. Βλ. -ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: μαρξισμός-λενινισμός: επέκταση της θεωρίας του μαρξισμού από τον Λένιν που πρεσβεύει ότι ο ιμπεριαλισμός είναι το τελικό στάδιο του καπιταλισμού και επικεντρώνεται στην ταξική πάλη στις υποανάπτυκτες κοινωνίες. [< γαλλ. léninisme, 1917] | |
| 27914 | λεντ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΗΛΕΚΤΡ. ημιαγωγός που εκπέμπει φως στενού φάσματος: λάμπες/λυχνίες/τεχνολογία/φωτιστικά ~ (: εξοικονόμησης ενέργειας). ● Υποκ.: λεντάκι (το) [< αγγλ. L(ight)-E(mitting) D(iode), 1968] | |
| 27915 | λέντο | λέ-ντο επίρρ.: ΜΟΥΣ. σε αργό ρυθμό. Πβ. αντάτζιο. ΑΝΤ. αλέγκρο [< ιταλ. lento] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ