Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [28620-28640]

IDΛήμμαΕρμηνεία
27916λεξάριθμοςλε-ξά-ριθ-μος ουσ. (αρσ.): αριθμός που προκύπτει από το άθροισμα της αριθμητικής αξίας κάθε γράμματος μιας λέξης, συνήθ. βάσει του αρχαίου ελληνικού συστήματος αρίθμησης, σύμφωνα με το οποίο κάθε γράμμα της αλφαβήτου αντιστοιχούσε και σε έναν αριθμό. Βλ. αριθμοσοφία.
27917λέξηλέ-ξη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -εως | -εις, -εων} 1. ΓΛΩΣΣ. μονάδα του λόγου, γλωσσικό σημείο που έχει μορφή και περιεχόμενο (σημασία): λεξικές (ή πλήρεις) και γραμματικές (ή λειτουργικές ή κενές) ~εις. Απλές και μη απλές (: σύνθετες ή παράγωγες) ~εις (βλ. επίθ-, μόρφ-ημα, θέμα). Φωνολογικές ~εις. Οι τύποι μιας ~ης.|| (ΓΡΑΜΜ.) Άκλιτες ή κλιτές ~εις.|| (ΛΕΞΙΚΟΓΡ.) Απαρχαιωμένες/αρχαίες ελληνικές/νέες (= νεολογισμοί)/σπάνιες ~εις. Η ετυμολογία/ο ορισμός μιας ~ης. Καταχώριση ~εων σε λεξικό. Βλ. λεξιλόγιο.|| Δυσνόητη/κακόηχη/συνθηματική (βλ. πάσγουορντ) ~. Άγνωστες/βασικές/καθημερινές/ξένες/χυδαίες ~εις. Η μελωδία των ~ων. Τα γράμματα/η έννοια/η μετάφραση μιας ~ης. Πώς γράφεται/τι σημαίνει η ~ ...; Από πού βγαίνει/προέρχεται η ~ ...; ~ που αρχίζει από/με φωνήεν. Δεν μου 'ρχεται η κατάλληλη ~. Αναζήτηση με ~εις-κλειδιά (: σε βάσεις δεδομένων). || ~εις-συνθήματα (: αλλαγή, επανίδρυση, κάθαρση). 2. κάτι που λέγεται ή γράφεται, σύντομη κουβέντα: Δεν ακούω ~ (για αυτό το ζήτημα)! Δεν μπόρεσε να αρθρώσει/βγάλει ~ (: να μιλήσει). ~ δεν έγραψε στο διαγώνισμα (: έδωσε λευκή κόλλα). Δεν έχουν ανταλλάξει ~ από το πρωί. Θέλω να σου πω δυο ~εις (= λόγια). Ξεστόμισε/χρησιμοποίησε βαριές ~εις (πβ. εκφράσεις). 3. ΠΛΗΡΟΦ. ο αριθμός των δυαδικών ψηφίων που μπορούν να αποθηκευτούν σε έναν καταχωρητή της κεντρικής μονάδας επεξεργασίας υπολογιστή και ο οποίος αποτελεί πολλαπλάσιο του οκτώ. ● Υποκ.: λεξίδιο (το) {συνήθ. στον πληθ.}: Βλ. -ίδιο., λεξούλα (η): Το μωρό είπε τις πρώτες του ~ες. ● ΣΥΜΠΛ.: λέξη-ταμπού βλ. ταμπού, μήκος λέξης βλ. μήκος, πρωτότυπη λέξη βλ. πρωτότυπος ● ΦΡ.: δεν λέω/δεν βγάζω λέξη (προφ.) 1. δεν λέω τίποτα, δεν μιλώ καθόλου: Δεν έβγαλε ~ από το στόμα του.|| (συχνά απειλητ.) Μην πεις ~ σε κανέναν! Μείνε εδώ ήσυχος και μη βγάλεις ~. Πβ. δεν βγάζω άχνα, σωπαίνω. 2. μόνο στο "δεν βγάζω λέξη": δεν καταλαβαίνω τίποτα: ~ ~ από το κείμενο., δεν μου βγαίνει λέξη (προφ.): δεν μπορώ να εκφραστώ προφορικά ή γραπτά, δεν έχω έμπνευση., δεν παίρνω λέξη πίσω (προφ.): δεν αναιρώ ή δεν μετανιώνω για προηγούμενη δήλωσή μου. ΑΝΤ. το παίρνω πίσω., επί λέξει (λόγ.) & κατά λέξη/(λόγ.) λέξιν: με τα ίδια ακριβώς λόγια: Στην παραίτησή του αναφέρει ~ ~ τα εξής ... Δήλωσε/μου είπε ~ ~ τα ακόλουθα ...|| (ως επίθ.) ~ ~ μετάφραση (= κατά γράμμα, πβ. πιστή, βλ. ελεύθερη). ΣΥΝ. αυτολεξεί, λέξη προς λέξη (1), έχω/λέω την τελευταία λέξη/τον τελευταίο λόγο/την τελευταία κουβέντα: παίρνω την οριστική απόφαση, καθορίζω το τέλος, το αποτέλεσμα: Δεν έχω πει ακόμη ~ μου ~. Ο λαός θα πει ~ ~ στις εκλογές. Θέλει να έχει ~ ~ σε όλα. [< γαλλ. avoir le dernier mot ] , λέξη προς λέξη 1. επί λέξει. 2. με κάθε λεπτομέρεια: Τα αφηγήθηκα/είπα όλα ~ ~. [< γαλλ. mot à mot] , με μια λέξη & με δυο λέξεις: με λίγα λόγια, πολύ σύντομα, συνοπτικά: Ανακεφαλαιώνω/περιγράφω/συνοψίζω/χαρακτηρίζω κάτι ~ ~. ~ ~, μου είπε ότι εγώ φταίω. [< γαλλ. en un mot] , ούτε λέξη 1. (+ για) κανένας λόγος, καμία αναφορά: (Δεν είπε) ~ ~ για άδεια. 2. απολύτως τίποτα: Δεν πιστεύω ~ ~ απ' όσα είπες.|| Δεν γνωρίζει ~ ~ (= καθόλου) Γαλλικά., παίζω με τις λέξεις & (σπάν.) παίζω με τα λόγια: κάνω περίεργους συνδυασμούς λέξεων, εκμεταλλεύομαι την πολυσημία τους, για να δημιουργήσω ασάφεια, να οδηγήσω κάποιον σε παρερμηνεία: Στα ποιήματά του ~ει ~.|| Μην ~εις ~! [< γαλλ. jouer sur les mots] , πίσω από τις λέξεις & κάτω από τις λέξεις (μτφ.): αναφορά στο βαθύτερο νόημα φράσης, ενέργειας: Τι κρύβεται ~ ~; Η ουσία ~ ~. Μάθε να διαβάζεις ~ ~ (= ανάμεσα στις/πίσω από τις γραμμές)., δεν του παίρνεις λέξη/κουβέντα βλ. κουβέντα, η τελευταία λέξη βλ. τελευταίος, με όλη τη σημασία της λέξης βλ. σημασία, μια εικόνα/μια φωτογραφία (αξίζει όσο) χίλιες λέξεις βλ. εικόνα, παιχνίδι με τις λέξεις βλ. παιχνίδι [< μεσν. λέξη < αρχ. λέξις, γαλλ. mot 3: αγγλ. word, 1946]
27918λέξημαλέ-ξη-μα ουσ. (ουδ.): ΓΛΩΣΣ. ελεύθερο (λέξη) ή δεσμευμένο (ρίζα) λεξικό μόρφημα: Το ~ "πηγαίνω" εμφανίζεται και με τους τύπους "πηγαίνεις, πήγα, πάει". [< αγγλ. lexeme, 1938, γαλλ. lexème, πριν από το 1950]
27919λεξιθήραςλε-ξι-θή-ρας ουσ. (αρσ.) (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από λεξιθηρία. Πβ. λεξιλάγνος. Βλ. -θήρας. [< μτγν. λεξιθήρας]
27920λεξιθηρίαλε-ξι-θη-ρί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.): αναζήτηση και χρήση εξεζητημένων, σπάνιων ή νέων λέξεων και εκφράσεων για εντυπωσιασμό. Πβ. λεξιλαγνεία. Βλ. -θηρία. [< μτγν. λεξιθηρία]
27921λεξικόλε-ξι-κό ουσ. (ουδ.) 1. βιβλίο με λέξεις, ταξινομημένες σε αλφαβητική συνήθ. σειρά, που μπορεί να συνοδεύονται από το ερμήνευμά τους, σχετικές εκφράσεις, ποικίλες πληροφορίες αναφορικά με τη γραμματική, την προφορά, την ετυμολογία, τη σύνταξη, τη χρήση, ή/και τη μετάφρασή τους σε μία ή περισσότερες γλώσσες ή οι οποίες ανήκουν σε συγκεκριμένο θεματικό πεδίο: εννοιολογικό (= αντιλεξικό)/επίτομο/ερμηνευτικό/ετυμολογικό/εύχρηστο/γενικό/ιστορικό/ορθογραφικό/πολύτομο/φιλοσοφικό/χρηστικό ~. ~ αντιθέτων/ανωμάλων ρημάτων/της αργκό/της ελληνικής νοηματικής γλώσσας/κοινωνιολογίας/μαθηματικών/μουσικής/ορολογίας (π.χ. φυσικών επιστημών)/παραγώγων/προφοράς/συμβόλων/συνωνύμων. ~ ιατρικών/νομικών/οικονομικών/τεχνικών όρων. Δίγλωσσα ~ά (π.χ. ελληνογαλλικό/αγγλογερμανικό ~). Ειδικά ~ά (π.χ. ~ της Πληροφορικής). Εικονογραφημένο θεματικό ~ (π.χ. για τους υπολογιστές). ~ για αρχάριους/μαθητές. Έντυπα/διαδικτυακά/ηλεκτρονικά ~ά. Βιογραφικά/ξενόγλωσσα ~ά. Λήμματα/ορισμοί/συντάκτες ~ού. ~ σε σιντί. Αξιοποίηση/χρήση ~ών στη διδασκαλία. Συμβουλεύομαι ένα ~. Ψάχνω μια λέξη στο ~. Αυτή η λέξη δεν υπάρχει στο/δεν την έχει το ~. Μεταφράζω με τη βοήθεια του ~ού. Βλ. γλωσσάριο, ευρετήριο, θησαυρός. 2. (σπάν.) λεξιλόγιο. 3. ΠΛΗΡΟΦ. λίστα των συμβολικών ονομάτων που ορίζονται σε ένα πρόγραμμα, η οποία περιέχει πληροφορίες για τη σημασία τους, τις τιμές και τις μεταξύ τους σχέσεις: ~ δεδομένων. Βλ. μεταδεδομένα. ● ΣΥΜΠΛ.: νοητικό λεξικό: ΓΛΩΣΣ. οργανωμένο σύνολο λέξεων που είναι αποθηκευμένες στον νου του ομιλητή μιας γλώσσας. [< αγγλ. mental lexicon] , αντίστροφο λεξικό βλ. αντίστροφος, εγκυκλοπαιδικό λεξικό βλ. εγκυκλοπαιδικός [< 1,2: μτγν. λεξικόν 'συναγωγή λέξεων συγγραφέα ή συγγραφέων', γαλλ. dictionnaire, lexique 3: αγγλ. dictionary, 1957, lexicon]
39122λεξικό

Πά-σχα ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΕΚΚΛΗΣ. η μεγαλύτερη χριστιανική γιορτή σε ανάμνηση της Ανάστασης του Χριστού, η οποία γιορτάζεται την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο που ακολουθεί την εαρινή ισημερία, η Κυριακή του Πάσχα· συνεκδ. το δεκαπενθήμερο από την Κυριακή των Βαΐων μέχρι την Κυριακή του Θωμά: ελληνικό/καθολικό/ορθόδοξο/παραδοσιακό ~. ~ στο χωριό. Το αρνί (βλ. οβελίας)/τα γλυκά (: κουλουράκια, τσουρέκι)/οι διακοπές/η εβδομάδα/τα έθιμα (π.χ. βάψιμο και τσούγκρισμα των αβγών)/η νηστεία (βλ. Μεγάλη Σαρακοστή) του ~. Η Δευτέρα/η Τρίτη/... του ~ (βλ. Διακαινήσιμος). (ευχετ.) Καλό ~! Πότε πέφτει (φέτος) το ~ (βλ. κινητή γιορτή); Πού θα κάνετε (= γιορτάσετε/περάσετε το) ~ (βλ. άγιες μέρες); Ξεκίνησε η έξοδος (των εκδρομέων) του ~. || Το Πάσχα του καλοκαιριού (: η εορτή της Κοίμησης της Θεοτόκου). Βλ. Μεγάλο/Μέγα Σάββατο. ΣΥΝ. Λαμπρή, Πασχαλιά2 2. ΘΡΗΣΚ. μεγάλη εβραϊκή γιορτή σε ανάμνηση της Εξόδου των Ιουδαίων από την Αίγυπτο και της διάβασης της Ερυθράς Θάλασσας. Βλ. άζυμος. ● ΦΡ.: κάθε Πάσχα και Χριστούγεννα (προφ.-ειρων.): σπάνια: Μας θυμάται ~ ~ (= αραιά και πού). [< μτγν. Πάσχα < αραμαϊκό pascha]

27922λεξικο-: ΛΕΞΙΚΟΓΡ. α' συνθετικό που αναφέρεται στη σύνταξη λεξικού ή το λεξιλόγιο μιας γλώσσας: λεξικο-γράφος.|| Λεξικο-λογία.|| (ειδικότ.) Λεξικο-ποίηση.
27923λεξικογράφησηλε-ξι-κο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του λεξικογραφώ: ηλεκτρονική ~. Βλ. -γράφηση.
27924λεξικογραφίαλε-ξι-κο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΛΕΞΙΚΟΓΡ. επιστημονική μελέτη και πρακτική των αρχών και μεθόδων σύνταξης λεξικών: διαδικτυακή/δίγλωσση/ελληνική/ηλεκτρονική/θεωρητική (= μετα~)/λατινική/παιδική/πολύγλωσση/σύγχρονη/υπολογιστική ~. Βλ. -γραφία, λεξικολογία. [< γαλλ. lexicographie, αγγλ. lexicography]
27925λεξικογραφικός, ή, ό λε-ξι-κο-γρα-φι-κός επίθ.: ΛΕΞΙΚΟΓΡ. που σχετίζεται με τη λεξικογραφία: ~ή: βάση δεδομένων/έρευνα. ~ό: άρθρο (πβ. λήμμα). Βλ. λεξικολογικός. [< γαλλ. lexicographique , αγγλ. lexicographic(al)]
27926λεξικογράφοςλε-ξι-κο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): γλωσσολόγος με ειδίκευση στη λεξικογραφία. Πβ. λημματογράφος. Βλ. -γράφος, λεξικολόγος. [< μτγν. λεξικογράφος, γαλλ. lexicographe, αγγλ. lexicographer]
27927λεξικογραφώ[λεξικογραφῶ] λε-ξι-κο-γρα-φώ ρ. (αμτβ.) {λεξικογραφ-εί | λεξικογραφ-είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: καταγράφω σε λεξικό: ~ούνται ... χιλιάδες λήμματα. Όρος που δεν έχει ακόμη ~ηθεί. ~ημένη: σημασία (ρήματος). ~ημένα: ονόματα. Πβ. λημματογραφώ. Βλ. -γραφώ.
27928λεξικολογίαλε-ξι-κο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. επιστημονική έρευνα, ανάλυση και περιγραφή του λεξιλογίου μιας γλώσσας στο φωνητικό, φωνολογικό, μορφολογικό, συντακτικό, σημασιολογικό και πραγματολογικό επίπεδο. Βλ. λεξικογραφία, -λογία. [< γαλλ. lexicologie, αγγλ. lexicology]
27929λεξικολογικός, ή, ό λε-ξι-κο-λο-γι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με τη λεξικολογία: ~ή: ανάλυση (ενός όρου)/βάση δεδομένων. Βλ. λεξικογραφ-, λεξ-ικός. [< γαλλ. lexicologique, αγγλ. lexicological]
27930λεξικολόγοςλε-ξι-κο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας με ειδίκευση στη λεξικολογία. Βλ. γλωσσολόγος, λεξικογράφος, -λόγος. [< γαλλ. lexicologue, αγγλ. lexicologist]
27931λεξικοποίησηλε-ξι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. διαδικασία μετατροπής ενός στοιχείου ή μιας φράσης σε ενιαίο λεξικό στοιχείο: π.χ. ΕΣΥ (ακρ.), τα ξέρει όλα (= ξερόλας). Βλ. γραμματικοποίηση, -ποίηση. [< γαλλ. lexicalisation, 1927, αγγλ. lexicalization, 1949]
27932λεξικός, ή, ό λε-ξι-κός επίθ. : που σχετίζεται με τις λέξεις, το λεξιλόγιο μιας γλώσσας: (ΓΛΩΣΣ.) ~ή: μονάδα/σημασία/φράση. ~ό: επίθημα/μόρφημα/πρόθημα/στοιχείο (= λέξημα). ~ές: λέξεις. (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ή: ανάλυση. Πβ. λεκτικός. Βλ. γραμματικός, δυσ~. ● ΣΥΜΠΛ.: λεξιλογικές/λεξικές συνάψεις βλ. σύναψη [< μτγν. λεξικός, γαλλ.-αγγλ. lexical]
27933λεξιλαγνείαλε-ξι-λα-γνεί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): χρήση εξεζητημένων λέξεων και φράσεων. Πβ. λεξιθηρία.
27934λεξιλάγνοςλε-ξι-λά-γνος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): αυτός που χαρακτηρίζεται από λεξιλαγνεία. Πβ. λεξιθήρας.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.