Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [28620-28640]

IDΛήμμαΕρμηνεία
27899λεμφογάγγλιαλεμ-φο-γάγ-γλι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. λεμφογάγγλιο}: ΑΝΑΤ. λεμφαδένες.
27900λεμφογενής, ής, ές λεμ-φο-γε-νής επίθ.: ΙΑΤΡ. που εμφανίζεται στο λεμφικό σύστημα ή προέρχεται από αυτό: οξεία ~ (= λεμφοβλαστική)/χρόνια ~ (= λεμφική, λεμφοκυτταρική) λευχαιμία. Βλ. -γενής. [< αγγλ. lymphogenic, 1901, lymphogenous]
27901λεμφοειδής, ής, ές λεμ-φο-ει-δής επίθ.: ΙΑΤΡ. που περιέχει λεμφοκύτταρα ή κύτταρα που μοιάζουν με αυτά: ~ής: ιστός. Πβ. λεμφικός. Βλ. -ειδής. [< γαλλ. lymphoïde, αγγλ. lymphoid]
27902λεμφοζίδιαλεμ-φο-ζί-δι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. λεμφοζίδιο}: ΑΝΑΤ. σφαιροειδείς συγκεντρώσεις λεμφικού ιστού. [< γαλλ. nodules lymphatiques, αγγλ. lymph nodules]
27903λεμφοίδημαλεμ-φοί-δη-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. οίδημα άνω (ή κάτω) άκρου λόγω απόφραξης των λεμφαγγείων: πρωτοπαθές/δευτεροπαθές ~. [< αγγλ. lympoedema, γαλλ. lymphoedème]
27904λεμφοκοκκίωμαλεμ-φο-κοκ-κί-ω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αφροδίσιο/βουβωνικό λεμφοκοκκίωμα: σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα, που οφείλεται στα χλαμύδια του τραχώματος και προκαλεί επώδυνη διόγκωση των λεμφαδένων της βουβωνικής χώρας. [< αγγλ. lymphogranuloma, 1924, γαλλ. lymphogranulome]
27905λεμφοκύτταραλεμ-φο-κύτ-τα-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. λεμφοκύτταρο}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. μικρά στρογγυλά λευκοκύτταρα με σφαιρικό πυρήνα, που βρίσκονται στο αίμα, τον μυελό των οστών και τον λεμφικό ιστό και είναι υπεύθυνα για την παραγωγή αντισωμάτων, την καταστροφή των μικροβίων που εισέρχονται στον οργανισμό και τον έλεγχο της ανάπτυξης των καρκινικών κυττάρων: Β-~. Τ-~. Ο ιός του έιτζ προσβάλλει τα Τ4 ~. Βλ. ανοσοανεπάρκεια, ιντερλευκίνη, λεμφαδένες, λέμφος. [< γαλλ. lymphocytes, 1900, αγγλ. ~]
27906λεμφοκυτταρικός, ή, ό λεμ-φο-κυτ-τα-ρι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τα λεμφοκύτταρα: ~ή: διήθηση. ~ό: λέμφωμα. Χρόνια ~ή (= λεμφική, λεμφογενής) λευχαιμία. [< αγγλ. lymphocytic, γαλλ. lymphocytaire, 1903]
27907λεμφοκυττάρωσηλεμ-φο-κυτ-τά-ρω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική αύξηση του αριθμού των λεμφοκυττάρων. Πβ. λευκοκυττάρωση. [< γαλλ. lymphocytose, 1903, αγγλ. lymphocytosis]
27908λεμφοπενίαλεμ-φο-πε-νί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) λεμφοκυτταροπενία: ΙΑΤΡ. μείωση του αριθμού των λεμφοκυττάρων. Πβ. λευκοπενία. [< αγγλ. lymphopenia, 1909, γαλλ. lymphopénie, περ. 1950]
27909λέμφοςλέμ-φος ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) λύμφη: ΦΥΣΙΟΛ. σχεδόν άχρωμο, υδαρές μεσοκυττάριο υγρό, που περιέχει πρωτεΐνες, γλυκόζη, άλατα και λεμφοκύτταρα, συλλέγεται από τους ιστούς, κυκλοφορεί στα λεμφαγγεία και επιστρέφει στο αίμα μέσω του λεμφικού συστήματος, προστατεύοντας τον οργανισμό από διάφορους παθογόνους οργανισμούς. Βλ. λεμφο-, πλάσμα. [< μτγν. λέμφος (ὁ) 'μύξα', γαλλ. lymphe, αγγλ. lymph]
27910λεμφοσάρκωμαλεμ-φο-σάρ-κω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. κακοήθης νεοπλασία του λεμφικού ιστού. Πβ. λέμφωμα. [< γαλλ. lymphosarcome , αγγλ. lymphosarcoma]
27911λεμφοφόρος, ος, ο λεμ-φο-φό-ρος επίθ.: ΙΑΤΡ. που μεταφέρει τη λέμφο: ~α: αγγεία (= λεμφαγγεία). Βλ. -φόρος. ● ΣΥΜΠΛ.: λεμφικά τριχοειδή βλ. τριχοειδής
27912λέμφωμαλέμ-φω-μα ουσ. (ουδ.) {λεμφώμ-ατα}: ΙΑΤΡ. νεοπλασία του λεμφικού ιστού: αναπλαστικό/ανθεκτικό/διάχυτο/οζώδες/πρωτοπαθές/υποτοπιάζον ~. Κακοήθη ~ατα. (Μη-) χότζκιν ~. ~ατα στομάχου. Πβ. λεμφοσάρκωμα. Βλ. λευχαιμία. [< γαλλ. lymphome, 1905, αγγλ. lymphoma]
27913λενινισμόςλε-νι-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. η θεωρία του Λένιν. Βλ. -ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: μαρξισμός-λενινισμός: επέκταση της θεωρίας του μαρξισμού από τον Λένιν που πρεσβεύει ότι ο ιμπεριαλισμός είναι το τελικό στάδιο του καπιταλισμού και επικεντρώνεται στην ταξική πάλη στις υποανάπτυκτες κοινωνίες. [< γαλλ. léninisme, 1917]
27914λεντουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΗΛΕΚΤΡ. ημιαγωγός που εκπέμπει φως στενού φάσματος: λάμπες/λυχνίες/τεχνολογία/φωτιστικά ~ (: εξοικονόμησης ενέργειας). ● Υποκ.: λεντάκι (το) [< αγγλ. L(ight)-E(mitting) D(iode), 1968]
27915λέντολέ-ντο επίρρ.: ΜΟΥΣ. σε αργό ρυθμό. Πβ. αντάτζιο. ΑΝΤ. αλέγκρο [< ιταλ. lento]
27916λεξάριθμοςλε-ξά-ριθ-μος ουσ. (αρσ.): αριθμός που προκύπτει από το άθροισμα της αριθμητικής αξίας κάθε γράμματος μιας λέξης, συνήθ. βάσει του αρχαίου ελληνικού συστήματος αρίθμησης, σύμφωνα με το οποίο κάθε γράμμα της αλφαβήτου αντιστοιχούσε και σε έναν αριθμό. Βλ. αριθμοσοφία.
27917λέξηλέ-ξη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -εως | -εις, -εων} 1. ΓΛΩΣΣ. μονάδα του λόγου, γλωσσικό σημείο που έχει μορφή και περιεχόμενο (σημασία): λεξικές (ή πλήρεις) και γραμματικές (ή λειτουργικές ή κενές) ~εις. Απλές και μη απλές (: σύνθετες ή παράγωγες) ~εις (βλ. επίθ-, μόρφ-ημα, θέμα). Φωνολογικές ~εις. Οι τύποι μιας ~ης.|| (ΓΡΑΜΜ.) Άκλιτες ή κλιτές ~εις.|| (ΛΕΞΙΚΟΓΡ.) Απαρχαιωμένες/αρχαίες ελληνικές/νέες (= νεολογισμοί)/σπάνιες ~εις. Η ετυμολογία/ο ορισμός μιας ~ης. Καταχώριση ~εων σε λεξικό. Βλ. λεξιλόγιο.|| Δυσνόητη/κακόηχη/συνθηματική (βλ. πάσγουορντ) ~. Άγνωστες/βασικές/καθημερινές/ξένες/χυδαίες ~εις. Η μελωδία των ~ων. Τα γράμματα/η έννοια/η μετάφραση μιας ~ης. Πώς γράφεται/τι σημαίνει η ~ ...; Από πού βγαίνει/προέρχεται η ~ ...; ~ που αρχίζει από/με φωνήεν. Δεν μου 'ρχεται η κατάλληλη ~. Αναζήτηση με ~εις-κλειδιά (: σε βάσεις δεδομένων). || ~εις-συνθήματα (: αλλαγή, επανίδρυση, κάθαρση). 2. κάτι που λέγεται ή γράφεται, σύντομη κουβέντα: Δεν ακούω ~ (για αυτό το ζήτημα)! Δεν μπόρεσε να αρθρώσει/βγάλει ~ (: να μιλήσει). ~ δεν έγραψε στο διαγώνισμα (: έδωσε λευκή κόλλα). Δεν έχουν ανταλλάξει ~ από το πρωί. Θέλω να σου πω δυο ~εις (= λόγια). Ξεστόμισε/χρησιμοποίησε βαριές ~εις (πβ. εκφράσεις). 3. ΠΛΗΡΟΦ. ο αριθμός των δυαδικών ψηφίων που μπορούν να αποθηκευτούν σε έναν καταχωρητή της κεντρικής μονάδας επεξεργασίας υπολογιστή και ο οποίος αποτελεί πολλαπλάσιο του οκτώ. ● Υποκ.: λεξίδιο (το) {συνήθ. στον πληθ.}: Βλ. -ίδιο., λεξούλα (η): Το μωρό είπε τις πρώτες του ~ες. ● ΣΥΜΠΛ.: λέξη-ταμπού βλ. ταμπού, μήκος λέξης βλ. μήκος, πρωτότυπη λέξη βλ. πρωτότυπος ● ΦΡ.: δεν λέω/δεν βγάζω λέξη (προφ.) 1. δεν λέω τίποτα, δεν μιλώ καθόλου: Δεν έβγαλε ~ από το στόμα του.|| (συχνά απειλητ.) Μην πεις ~ σε κανέναν! Μείνε εδώ ήσυχος και μη βγάλεις ~. Πβ. δεν βγάζω άχνα, σωπαίνω. 2. μόνο στο "δεν βγάζω λέξη": δεν καταλαβαίνω τίποτα: ~ ~ από το κείμενο., δεν μου βγαίνει λέξη (προφ.): δεν μπορώ να εκφραστώ προφορικά ή γραπτά, δεν έχω έμπνευση., δεν παίρνω λέξη πίσω (προφ.): δεν αναιρώ ή δεν μετανιώνω για προηγούμενη δήλωσή μου. ΑΝΤ. το παίρνω πίσω., επί λέξει (λόγ.) & κατά λέξη/(λόγ.) λέξιν: με τα ίδια ακριβώς λόγια: Στην παραίτησή του αναφέρει ~ ~ τα εξής ... Δήλωσε/μου είπε ~ ~ τα ακόλουθα ...|| (ως επίθ.) ~ ~ μετάφραση (= κατά γράμμα, πβ. πιστή, βλ. ελεύθερη). ΣΥΝ. αυτολεξεί, λέξη προς λέξη (1), έχω/λέω την τελευταία λέξη/τον τελευταίο λόγο/την τελευταία κουβέντα: παίρνω την οριστική απόφαση, καθορίζω το τέλος, το αποτέλεσμα: Δεν έχω πει ακόμη ~ μου ~. Ο λαός θα πει ~ ~ στις εκλογές. Θέλει να έχει ~ ~ σε όλα. [< γαλλ. avoir le dernier mot ] , λέξη προς λέξη 1. επί λέξει. 2. με κάθε λεπτομέρεια: Τα αφηγήθηκα/είπα όλα ~ ~. [< γαλλ. mot à mot] , με μια λέξη & με δυο λέξεις: με λίγα λόγια, πολύ σύντομα, συνοπτικά: Ανακεφαλαιώνω/περιγράφω/συνοψίζω/χαρακτηρίζω κάτι ~ ~. ~ ~, μου είπε ότι εγώ φταίω. [< γαλλ. en un mot] , ούτε λέξη 1. (+ για) κανένας λόγος, καμία αναφορά: (Δεν είπε) ~ ~ για άδεια. 2. απολύτως τίποτα: Δεν πιστεύω ~ ~ απ' όσα είπες.|| Δεν γνωρίζει ~ ~ (= καθόλου) Γαλλικά., παίζω με τις λέξεις & (σπάν.) παίζω με τα λόγια: κάνω περίεργους συνδυασμούς λέξεων, εκμεταλλεύομαι την πολυσημία τους, για να δημιουργήσω ασάφεια, να οδηγήσω κάποιον σε παρερμηνεία: Στα ποιήματά του ~ει ~.|| Μην ~εις ~! [< γαλλ. jouer sur les mots] , πίσω από τις λέξεις & κάτω από τις λέξεις (μτφ.): αναφορά στο βαθύτερο νόημα φράσης, ενέργειας: Τι κρύβεται ~ ~; Η ουσία ~ ~. Μάθε να διαβάζεις ~ ~ (= ανάμεσα στις/πίσω από τις γραμμές)., δεν του παίρνεις λέξη/κουβέντα βλ. κουβέντα, η τελευταία λέξη βλ. τελευταίος, με όλη τη σημασία της λέξης βλ. σημασία, μια εικόνα/μια φωτογραφία (αξίζει όσο) χίλιες λέξεις βλ. εικόνα, παιχνίδι με τις λέξεις βλ. παιχνίδι [< μεσν. λέξη < αρχ. λέξις, γαλλ. mot 3: αγγλ. word, 1946]
27918λέξημαλέ-ξη-μα ουσ. (ουδ.): ΓΛΩΣΣ. ελεύθερο (λέξη) ή δεσμευμένο (ρίζα) λεξικό μόρφημα: Το ~ "πηγαίνω" εμφανίζεται και με τους τύπους "πηγαίνεις, πήγα, πάει". [< αγγλ. lexeme, 1938, γαλλ. lexème, πριν από το 1950]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.