Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [28640-28660]

IDΛήμμαΕρμηνεία
27935λεξιλογικός, ή, ό λε-ξι-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το λεξιλόγιο: ~ός: δανεισµός/πλούτος (μιας γλώσσας). ~ές: ασκήσεις (π.χ. για το Γυμνάσιο). ~ά: λάθη/σχόλια. (ως ουσ.) Τα ~ά (ενν. θέματα, στοιχεία). Πβ. λεκτικός. Βλ. γραμματ-, συντακτ-ικός. ● ΣΥΜΠΛ.: λεξιλογικές/λεξικές συνάψεις βλ. σύναψη [< γαλλ. lexical]
27936λεξιλόγιολε-ξι-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.) {λεξιλογί-ου} 1. το σύνολο των λέξεων και συμπλόκων που διαθέτει μια γλώσσα και τις οποίες κατανοεί ή/και χρησιμοποιεί ένα άτομο ή μία ομάδα (π.χ. επαγγελματική, κοινωνική): βασικό/δύσκολο/ειδικό (π.χ. για τον κινηματογράφο)/επίσημο/ευρύ/νέο/περιθωριακό/περιορισμένο/πλούσιο/υβριστικό/φτωχό/χυδαίο ~. Ασκήσεις (= λεξιλογικές)/διδασκαλία/εκμάθηση/εμπλουτισμός/τεστ ~ου. Η σαφήνεια/συρρίκνωση του ~ου. Ενεργητικό/παθητικό (: δεκτικό ή προσληπτικό) ~ ενός μαθητή (: που χρησιμοποιεί ή μόνο κατανοεί). ~ ενηλίκων/παιδιών. Ο ρόλος του ~ου στην παραγωγή λόγου. Βλ. θησαυρός.|| (μτφ.-προφ.) Η "ζήλια" απουσιάζει από το/δεν υπάρχει στο ~ό του (: δεν ζηλεύει).|| (μτφ.) Το εικαστικό/αρχιτεκτονικό ~ ενός δημιουργού. Πβ. τεχνοτροπία. Βλ. -λόγιο. 2. (ειδικότ.) ορολογία: αθλητικό/ιατρικό/πολιτικό/τεχνικό ~. ~ του ίντερνετ. Πβ. λεξικό. 3. αλφαβητικός συνήθ. κατάλογος, λέξεων, φράσεων ή όρων που περιέχονται σε ένα σύγγραμμα: το ~ ενός σχολικού βιβλίου. Πβ. γλωσσάριο. Βλ. ευρετήριο, ίντεξ. ● ΣΥΜΠΛ.: απαιτητικό λεξιλόγιο: που απαιτεί ιδιαίτερες γνώσεις και δείχνει ποιότητα λόγου. Βλ. ακριτομυθία, ασύστολος, διαφυλάσσω, επικροτώ, μειλίχιος., διεθνές επιστημονικό λεξιλόγιο: ΓΛΩΣΣ. επιστημονικοί όροι που χρησιμοποιούνται ευρύτατα σε διάφορες γλώσσες. Βλ. διεθνισμός. [< αγγλ. International Scientific Vocabulary, περ. 1959] [< γαλλ. vocabulaire]
27937λεξιπενίαλε-ξι-πε-νί-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): ελλιπής γνώση του λεξιλογίου και γενικότ. των εκφραστικών δυνατοτήτων μιας γλώσσας συνήθ. από ομάδα φυσικών ομιλητών, οι οποίοι περιορίζονται στη χρήση κυρ. βασικών, καθημερινών λέξεων.
27938λεξιπλασίαλε-ξι-πλα-σί-α ουσ. (θηλ.): δημιουργία νέων λέξεων. Βλ. νεολογισμός, -πλασία. ΣΥΝ. γλωσσοπλασία
27939λεξιπλάστηςλε-ξι-πλά-στης ουσ. (αρσ.): αυτός που δημιουργεί καινούργιες λέξεις. ΣΥΝ. γλωσσοπλάστης
40643λεξιπλάστης

πλά-θω ρ. (μτβ.) {έπλα-σα, πλά-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, πλάθ-οντας, πλα-σμένος} & (λόγ.) πλάσσω 1. (μτφ.) δημιουργώ, φτιάχνω: ~ουν λέξεις (βλ. λεξιπλάστης)/μύθους (βλ. μυθοπλάστης)/πρόσωπα και χαρακτήρες (: συγγραφείς). Βλ. ανα~.|| ~σμένος για δράση/να ζει ελεύθερος (= προορισμένος από τη φύση του, γεννημένος). ~σμένοι ο ένας για τον άλλο.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Ο Θεός ~σε τον Αδάμ και την Εύα. Ο άνθρωπος ~στηκε/είναι ~σμένος «κατ' εικόνα και ομοίωσιν του Θεού». 2. δίνω μορφή σε κάτι εύπλαστο: ~ τη ζύμη/τον πηλό. (κυρ. παλαιότ.) Τα αγγεία ~στηκαν στον τροχό.|| ~ κουλουράκια/τον κιμά (σε) ρολό (= ζυμώνω). 3. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) επινοώ, σκαρώνω: ~ει ιστορίες/σενάρια (με το μυαλό/τη φαντασία του). ΣΥΝ. πλέκω (3) 4. διαπλάθω. ● ΦΡ.: αγγελικά πλασμένος: αθώος, αγνός, καλός: Η κοινωνία μας δεν είναι ~ ~η. (συνήθ. ειρων.) Όμορφος κόσμος ~ ~. [< αρχ. πλάσσω]

27940λεονταρισμόςλε-ο-ντα-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: επίδειξη θάρρους, τόλμης, για εκφοβισμό ή εντυπωσιασμό: απειλές και ~οί εκ του ασφαλούς. Επιδίδεται σε φραστικούς ~ούς. Πβ. μαγκιά, παλικαρισμός. Βλ. -ισμός.
27941λέονταςβλ. λέων
27942λεόντειος, α/ος, ο λε-ό-ντει-ος επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) ανισοβαρής, άδικος: ~οι: όροι. (ΝΟΜ.) ~α: σύμβαση (= ετεροβαρής)/συμφωνία (: σε βάρος του Δημοσίου, υπέρ ιδιώτη ή πολυεθνικής).|| ~α: μερίδα (= μερίδα του λέοντος). 2. (σπανιότ.) λιονταρίσιος. [< 1: γαλλ. léonin 2: αρχ. λεόντειος]
27943λεοντή[λεοντῆ] λε-ο-ντή ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. δέρμα λιονταριού. 2. (μτφ.) μάσκα, προσωπείο: Φορά τη ~ του μεταρρυθμιστή. [< 1: αρχ. λεοντῆ]
27944λεοντίδεςλε-ο-ντί-δες ουσ. (αρσ.) (οι) {λεοντιδ-ών} (συνήθ. με κεφαλ. Λ): ΑΣΤΡΟΝ. διάττοντες αστέρες που οφείλονται στον κομήτη Tempel-Tuttle, έχουν ως ακτινοβόλο σημείο τον αστερισμό του Λέοντα και εμφανίζονται κάθε χρόνο στα μέσα Νοεμβρίου: βροχή/νύχτες των ~ών. Βλ. λυρίδες. [< γαλλ. Léonides, αγγλ. Leonids]
27945λεοντόκαρδος, η, ο λε-ο-ντό-καρ-δος επίθ. (λόγ.): ατρόμητος, γενναίος, θαρραλέος. Βλ. -καρδος. ΣΥΝ. λιονταρόψυχος [< γαλλ. cœur de lion, πβ. μεσν. λεοντοκάρδιος]
27946λεοντοκεφαλήλε-ο-ντο-κε-φα-λή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): διακοσμητική κατασκευή με τη μορφή κεφαλής λιονταριού: μαρμάρινη/χάλκινη ~. Ρόπτρο με ανάγλυφη ~. Γείσο με ~ές. [< αρχ. λεοντοκεφαλή]
27947λεοντόμορφος, η, ο λε-ο-ντό-μορ-φος επίθ. (λόγ.): που έχει τη μορφή λιονταριού: ~ος: θρόνος. ~η: θεά. Βλ. -μορφος. [< μτγν. λεοντόμορφος]
27948λεοντόψαρολε-ο-ντό-ψα-ρο ουσ. (ουδ.) & λιονταρόψαρο: ΙΧΘΥΟΛ. εδώδιμο ψάρι (οικογ. Scorpaenidae, γένος Pterois, είδος P. miles), χωροκατακτητικό και επικίνδυνο, με δηλητηριώδη αγκάθια στη ράχη του. [< αγγλ. lionfish]
27949λεοπάρλε-ο-πάρ επίθ. {άκλ.}: που θυμίζει στο χρώμα και κυρ. στο σχέδιο το τρίχωμα της λεοπάρδαλης: ~ γόβες/γούνα/εσώρουχα/μαγιό/τσάντα.|| (ως ουσ.) Έχει φετίχ με τα ~.|| (ως επίρρ.) Ντυμένη ~. Βλ. τιγρέ. ΣΥΝ. λεοπαρδαλέ [< γαλλ. léopard]
27950λεοπαρδαλέλε-ο-παρ-δα-λέ επίθ. {άκλ.} (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): λεοπάρ.
27951λεοπάρδαληλε-ο-πάρ-δα-λη ουσ. (θηλ.) {λεοπαρδάλ-εις, -εων}: ΖΩΟΛ. αιλουροειδές της Αφρικής και της Ν. Ασίας (επιστ. ονομασ. Felis pardus) με καστανόξανθο τρίχωμα που φέρει μαύρες κηλίδες. Πβ. πάνθηρας. Βλ. γατόπαρδος, λιοντάρι, τζάγκουαρ, τίγρη. ● ΣΥΜΠΛ.: φώκια-λεοπάρδαλη & (σπάν.) θαλάσσια λεοπάρδαλη: ΖΩΟΛ. είδος φώκιας (επιστ. ονομασ. Ogmorhinus leptonyx) που ζει στις θάλασσες της Ανταρκτικής. [< μτγν. λεό(παρδος) + αρχ. πάρδαλις, γαλλ. léopard, αγγλ. leopard]
27952λέουλέ-ου ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. λέι}: ΟΙΚΟΝ. νομισματική μονάδα της Μολδαβίας και της Ρουμανίας. [< ρουμ. leu]
27953λέουραςλέ-ου-ρας ουσ. (αρσ.) (αργκό): παλιός σε κάποιον χώρο, έμπειρος σε ορισμένο τομέα. Πβ. βετεράνος, παλαίμαχος, παλαίουρας, παλιά καραβάνα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.