Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [28640-28660]

IDΛήμμαΕρμηνεία
27919λεξιθήραςλε-ξι-θή-ρας ουσ. (αρσ.) (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από λεξιθηρία. Πβ. λεξιλάγνος. Βλ. -θήρας. [< μτγν. λεξιθήρας]
27920λεξιθηρίαλε-ξι-θη-ρί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.): αναζήτηση και χρήση εξεζητημένων, σπάνιων ή νέων λέξεων και εκφράσεων για εντυπωσιασμό. Πβ. λεξιλαγνεία. Βλ. -θηρία. [< μτγν. λεξιθηρία]
27921λεξικόλε-ξι-κό ουσ. (ουδ.) 1. βιβλίο με λέξεις, ταξινομημένες σε αλφαβητική συνήθ. σειρά, που μπορεί να συνοδεύονται από το ερμήνευμά τους, σχετικές εκφράσεις, ποικίλες πληροφορίες αναφορικά με τη γραμματική, την προφορά, την ετυμολογία, τη σύνταξη, τη χρήση, ή/και τη μετάφρασή τους σε μία ή περισσότερες γλώσσες ή οι οποίες ανήκουν σε συγκεκριμένο θεματικό πεδίο: εννοιολογικό (= αντιλεξικό)/επίτομο/ερμηνευτικό/ετυμολογικό/εύχρηστο/γενικό/ιστορικό/ορθογραφικό/πολύτομο/φιλοσοφικό/χρηστικό ~. ~ αντιθέτων/ανωμάλων ρημάτων/της αργκό/της ελληνικής νοηματικής γλώσσας/κοινωνιολογίας/μαθηματικών/μουσικής/ορολογίας (π.χ. φυσικών επιστημών)/παραγώγων/προφοράς/συμβόλων/συνωνύμων. ~ ιατρικών/νομικών/οικονομικών/τεχνικών όρων. Δίγλωσσα ~ά (π.χ. ελληνογαλλικό/αγγλογερμανικό ~). Ειδικά ~ά (π.χ. ~ της Πληροφορικής). Εικονογραφημένο θεματικό ~ (π.χ. για τους υπολογιστές). ~ για αρχάριους/μαθητές. Έντυπα/διαδικτυακά/ηλεκτρονικά ~ά. Βιογραφικά/ξενόγλωσσα ~ά. Λήμματα/ορισμοί/συντάκτες ~ού. ~ σε σιντί. Αξιοποίηση/χρήση ~ών στη διδασκαλία. Συμβουλεύομαι ένα ~. Ψάχνω μια λέξη στο ~. Αυτή η λέξη δεν υπάρχει στο/δεν την έχει το ~. Μεταφράζω με τη βοήθεια του ~ού. Βλ. γλωσσάριο, ευρετήριο, θησαυρός. 2. (σπάν.) λεξιλόγιο. 3. ΠΛΗΡΟΦ. λίστα των συμβολικών ονομάτων που ορίζονται σε ένα πρόγραμμα, η οποία περιέχει πληροφορίες για τη σημασία τους, τις τιμές και τις μεταξύ τους σχέσεις: ~ δεδομένων. Βλ. μεταδεδομένα. ● ΣΥΜΠΛ.: νοητικό λεξικό: ΓΛΩΣΣ. οργανωμένο σύνολο λέξεων που είναι αποθηκευμένες στον νου του ομιλητή μιας γλώσσας. [< αγγλ. mental lexicon] , αντίστροφο λεξικό βλ. αντίστροφος, εγκυκλοπαιδικό λεξικό βλ. εγκυκλοπαιδικός [< 1,2: μτγν. λεξικόν 'συναγωγή λέξεων συγγραφέα ή συγγραφέων', γαλλ. dictionnaire, lexique 3: αγγλ. dictionary, 1957, lexicon]
39122λεξικό

Πά-σχα ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΕΚΚΛΗΣ. η μεγαλύτερη χριστιανική γιορτή σε ανάμνηση της Ανάστασης του Χριστού, η οποία γιορτάζεται την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο που ακολουθεί την εαρινή ισημερία, η Κυριακή του Πάσχα· συνεκδ. το δεκαπενθήμερο από την Κυριακή των Βαΐων μέχρι την Κυριακή του Θωμά: ελληνικό/καθολικό/ορθόδοξο/παραδοσιακό ~. ~ στο χωριό. Το αρνί (βλ. οβελίας)/τα γλυκά (: κουλουράκια, τσουρέκι)/οι διακοπές/η εβδομάδα/τα έθιμα (π.χ. βάψιμο και τσούγκρισμα των αβγών)/η νηστεία (βλ. Μεγάλη Σαρακοστή) του ~. Η Δευτέρα/η Τρίτη/... του ~ (βλ. Διακαινήσιμος). (ευχετ.) Καλό ~! Πότε πέφτει (φέτος) το ~ (βλ. κινητή γιορτή); Πού θα κάνετε (= γιορτάσετε/περάσετε το) ~ (βλ. άγιες μέρες); Ξεκίνησε η έξοδος (των εκδρομέων) του ~. || Το Πάσχα του καλοκαιριού (: η εορτή της Κοίμησης της Θεοτόκου). Βλ. Μεγάλο/Μέγα Σάββατο. ΣΥΝ. Λαμπρή, Πασχαλιά2 2. ΘΡΗΣΚ. μεγάλη εβραϊκή γιορτή σε ανάμνηση της Εξόδου των Ιουδαίων από την Αίγυπτο και της διάβασης της Ερυθράς Θάλασσας. Βλ. άζυμος. ● ΦΡ.: κάθε Πάσχα και Χριστούγεννα (προφ.-ειρων.): σπάνια: Μας θυμάται ~ ~ (= αραιά και πού). [< μτγν. Πάσχα < αραμαϊκό pascha]

27922λεξικο-: ΛΕΞΙΚΟΓΡ. α' συνθετικό που αναφέρεται στη σύνταξη λεξικού ή το λεξιλόγιο μιας γλώσσας: λεξικο-γράφος.|| Λεξικο-λογία.|| (ειδικότ.) Λεξικο-ποίηση.
27923λεξικογράφησηλε-ξι-κο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του λεξικογραφώ: ηλεκτρονική ~. Βλ. -γράφηση.
27924λεξικογραφίαλε-ξι-κο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΛΕΞΙΚΟΓΡ. επιστημονική μελέτη και πρακτική των αρχών και μεθόδων σύνταξης λεξικών: διαδικτυακή/δίγλωσση/ελληνική/ηλεκτρονική/θεωρητική (= μετα~)/λατινική/παιδική/πολύγλωσση/σύγχρονη/υπολογιστική ~. Βλ. -γραφία, λεξικολογία. [< γαλλ. lexicographie, αγγλ. lexicography]
27925λεξικογραφικός, ή, ό λε-ξι-κο-γρα-φι-κός επίθ.: ΛΕΞΙΚΟΓΡ. που σχετίζεται με τη λεξικογραφία: ~ή: βάση δεδομένων/έρευνα. ~ό: άρθρο (πβ. λήμμα). Βλ. λεξικολογικός. [< γαλλ. lexicographique , αγγλ. lexicographic(al)]
27926λεξικογράφοςλε-ξι-κο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): γλωσσολόγος με ειδίκευση στη λεξικογραφία. Πβ. λημματογράφος. Βλ. -γράφος, λεξικολόγος. [< μτγν. λεξικογράφος, γαλλ. lexicographe, αγγλ. lexicographer]
27927λεξικογραφώ[λεξικογραφῶ] λε-ξι-κο-γρα-φώ ρ. (αμτβ.) {λεξικογραφ-εί | λεξικογραφ-είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: καταγράφω σε λεξικό: ~ούνται ... χιλιάδες λήμματα. Όρος που δεν έχει ακόμη ~ηθεί. ~ημένη: σημασία (ρήματος). ~ημένα: ονόματα. Πβ. λημματογραφώ. Βλ. -γραφώ.
27928λεξικολογίαλε-ξι-κο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. επιστημονική έρευνα, ανάλυση και περιγραφή του λεξιλογίου μιας γλώσσας στο φωνητικό, φωνολογικό, μορφολογικό, συντακτικό, σημασιολογικό και πραγματολογικό επίπεδο. Βλ. λεξικογραφία, -λογία. [< γαλλ. lexicologie, αγγλ. lexicology]
27929λεξικολογικός, ή, ό λε-ξι-κο-λο-γι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με τη λεξικολογία: ~ή: ανάλυση (ενός όρου)/βάση δεδομένων. Βλ. λεξικογραφ-, λεξ-ικός. [< γαλλ. lexicologique, αγγλ. lexicological]
27930λεξικολόγοςλε-ξι-κο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας με ειδίκευση στη λεξικολογία. Βλ. γλωσσολόγος, λεξικογράφος, -λόγος. [< γαλλ. lexicologue, αγγλ. lexicologist]
27931λεξικοποίησηλε-ξι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. διαδικασία μετατροπής ενός στοιχείου ή μιας φράσης σε ενιαίο λεξικό στοιχείο: π.χ. ΕΣΥ (ακρ.), τα ξέρει όλα (= ξερόλας). Βλ. γραμματικοποίηση, -ποίηση. [< γαλλ. lexicalisation, 1927, αγγλ. lexicalization, 1949]
27932λεξικός, ή, ό λε-ξι-κός επίθ. : που σχετίζεται με τις λέξεις, το λεξιλόγιο μιας γλώσσας: (ΓΛΩΣΣ.) ~ή: μονάδα/σημασία/φράση. ~ό: επίθημα/μόρφημα/πρόθημα/στοιχείο (= λέξημα). ~ές: λέξεις. (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ή: ανάλυση. Πβ. λεκτικός. Βλ. γραμματικός, δυσ~. ● ΣΥΜΠΛ.: λεξιλογικές/λεξικές συνάψεις βλ. σύναψη [< μτγν. λεξικός, γαλλ.-αγγλ. lexical]
27933λεξιλαγνείαλε-ξι-λα-γνεί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): χρήση εξεζητημένων λέξεων και φράσεων. Πβ. λεξιθηρία.
27934λεξιλάγνοςλε-ξι-λά-γνος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): αυτός που χαρακτηρίζεται από λεξιλαγνεία. Πβ. λεξιθήρας.
27935λεξιλογικός, ή, ό λε-ξι-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το λεξιλόγιο: ~ός: δανεισµός/πλούτος (μιας γλώσσας). ~ές: ασκήσεις (π.χ. για το Γυμνάσιο). ~ά: λάθη/σχόλια. (ως ουσ.) Τα ~ά (ενν. θέματα, στοιχεία). Πβ. λεκτικός. Βλ. γραμματ-, συντακτ-ικός. ● ΣΥΜΠΛ.: λεξιλογικές/λεξικές συνάψεις βλ. σύναψη [< γαλλ. lexical]
27936λεξιλόγιολε-ξι-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.) {λεξιλογί-ου} 1. το σύνολο των λέξεων και συμπλόκων που διαθέτει μια γλώσσα και τις οποίες κατανοεί ή/και χρησιμοποιεί ένα άτομο ή μία ομάδα (π.χ. επαγγελματική, κοινωνική): βασικό/δύσκολο/ειδικό (π.χ. για τον κινηματογράφο)/επίσημο/ευρύ/νέο/περιθωριακό/περιορισμένο/πλούσιο/υβριστικό/φτωχό/χυδαίο ~. Ασκήσεις (= λεξιλογικές)/διδασκαλία/εκμάθηση/εμπλουτισμός/τεστ ~ου. Η σαφήνεια/συρρίκνωση του ~ου. Ενεργητικό/παθητικό (: δεκτικό ή προσληπτικό) ~ ενός μαθητή (: που χρησιμοποιεί ή μόνο κατανοεί). ~ ενηλίκων/παιδιών. Ο ρόλος του ~ου στην παραγωγή λόγου. Βλ. θησαυρός.|| (μτφ.-προφ.) Η "ζήλια" απουσιάζει από το/δεν υπάρχει στο ~ό του (: δεν ζηλεύει).|| (μτφ.) Το εικαστικό/αρχιτεκτονικό ~ ενός δημιουργού. Πβ. τεχνοτροπία. Βλ. -λόγιο. 2. (ειδικότ.) ορολογία: αθλητικό/ιατρικό/πολιτικό/τεχνικό ~. ~ του ίντερνετ. Πβ. λεξικό. 3. αλφαβητικός συνήθ. κατάλογος, λέξεων, φράσεων ή όρων που περιέχονται σε ένα σύγγραμμα: το ~ ενός σχολικού βιβλίου. Πβ. γλωσσάριο. Βλ. ευρετήριο, ίντεξ. ● ΣΥΜΠΛ.: απαιτητικό λεξιλόγιο: που απαιτεί ιδιαίτερες γνώσεις και δείχνει ποιότητα λόγου. Βλ. ακριτομυθία, ασύστολος, διαφυλάσσω, επικροτώ, μειλίχιος., διεθνές επιστημονικό λεξιλόγιο: ΓΛΩΣΣ. επιστημονικοί όροι που χρησιμοποιούνται ευρύτατα σε διάφορες γλώσσες. Βλ. διεθνισμός. [< αγγλ. International Scientific Vocabulary, περ. 1959] [< γαλλ. vocabulaire]
27937λεξιπενίαλε-ξι-πε-νί-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): ελλιπής γνώση του λεξιλογίου και γενικότ. των εκφραστικών δυνατοτήτων μιας γλώσσας συνήθ. από ομάδα φυσικών ομιλητών, οι οποίοι περιορίζονται στη χρήση κυρ. βασικών, καθημερινών λέξεων.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.