| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 27938 | λεξιπλασία | λε-ξι-πλα-σί-α ουσ. (θηλ.): δημιουργία νέων λέξεων. Βλ. νεολογισμός, -πλασία. ΣΥΝ. γλωσσοπλασία | |
| 27939 | λεξιπλάστης | λε-ξι-πλά-στης ουσ. (αρσ.): αυτός που δημιουργεί καινούργιες λέξεις. ΣΥΝ. γλωσσοπλάστης | |
| 40643 | λεξιπλάστης | πλά-θω ρ. (μτβ.) {έπλα-σα, πλά-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, πλάθ-οντας, πλα-σμένος} & (λόγ.) πλάσσω 1. (μτφ.) δημιουργώ, φτιάχνω: ~ουν λέξεις (βλ. λεξιπλάστης)/μύθους (βλ. μυθοπλάστης)/πρόσωπα και χαρακτήρες (: συγγραφείς). Βλ. ανα~.|| ~σμένος για δράση/να ζει ελεύθερος (= προορισμένος από τη φύση του, γεννημένος). ~σμένοι ο ένας για τον άλλο.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Ο Θεός ~σε τον Αδάμ και την Εύα. Ο άνθρωπος ~στηκε/είναι ~σμένος «κατ' εικόνα και ομοίωσιν του Θεού». 2. δίνω μορφή σε κάτι εύπλαστο: ~ τη ζύμη/τον πηλό. (κυρ. παλαιότ.) Τα αγγεία ~στηκαν στον τροχό.|| ~ κουλουράκια/τον κιμά (σε) ρολό (= ζυμώνω). 3. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) επινοώ, σκαρώνω: ~ει ιστορίες/σενάρια (με το μυαλό/τη φαντασία του). ΣΥΝ. πλέκω (3) 4. διαπλάθω. ● ΦΡ.: αγγελικά πλασμένος: αθώος, αγνός, καλός: Η κοινωνία μας δεν είναι ~ ~η. (συνήθ. ειρων.) Όμορφος κόσμος ~ ~. [< αρχ. πλάσσω] | |
| 27940 | λεονταρισμός | λε-ο-ντα-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: επίδειξη θάρρους, τόλμης, για εκφοβισμό ή εντυπωσιασμό: απειλές και ~οί εκ του ασφαλούς. Επιδίδεται σε φραστικούς ~ούς. Πβ. μαγκιά, παλικαρισμός. Βλ. -ισμός. | |
| 27941 | λέοντας | βλ. λέων | |
| 27942 | λεόντειος | , α/ος, ο λε-ό-ντει-ος επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) ανισοβαρής, άδικος: ~οι: όροι. (ΝΟΜ.) ~α: σύμβαση (= ετεροβαρής)/συμφωνία (: σε βάρος του Δημοσίου, υπέρ ιδιώτη ή πολυεθνικής).|| ~α: μερίδα (= μερίδα του λέοντος). 2. (σπανιότ.) λιονταρίσιος. [< 1: γαλλ. léonin 2: αρχ. λεόντειος] | |
| 27943 | λεοντή | [λεοντῆ] λε-ο-ντή ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. δέρμα λιονταριού. 2. (μτφ.) μάσκα, προσωπείο: Φορά τη ~ του μεταρρυθμιστή. [< 1: αρχ. λεοντῆ] | |
| 27944 | λεοντίδες | λε-ο-ντί-δες ουσ. (αρσ.) (οι) {λεοντιδ-ών} (συνήθ. με κεφαλ. Λ): ΑΣΤΡΟΝ. διάττοντες αστέρες που οφείλονται στον κομήτη Tempel-Tuttle, έχουν ως ακτινοβόλο σημείο τον αστερισμό του Λέοντα και εμφανίζονται κάθε χρόνο στα μέσα Νοεμβρίου: βροχή/νύχτες των ~ών. Βλ. λυρίδες. [< γαλλ. Léonides, αγγλ. Leonids] | |
| 27945 | λεοντόκαρδος | , η, ο λε-ο-ντό-καρ-δος επίθ. (λόγ.): ατρόμητος, γενναίος, θαρραλέος. Βλ. -καρδος. ΣΥΝ. λιονταρόψυχος [< γαλλ. cœur de lion, πβ. μεσν. λεοντοκάρδιος] | |
| 27946 | λεοντοκεφαλή | λε-ο-ντο-κε-φα-λή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): διακοσμητική κατασκευή με τη μορφή κεφαλής λιονταριού: μαρμάρινη/χάλκινη ~. Ρόπτρο με ανάγλυφη ~. Γείσο με ~ές. [< αρχ. λεοντοκεφαλή] | |
| 27947 | λεοντόμορφος | , η, ο λε-ο-ντό-μορ-φος επίθ. (λόγ.): που έχει τη μορφή λιονταριού: ~ος: θρόνος. ~η: θεά. Βλ. -μορφος. [< μτγν. λεοντόμορφος] | |
| 27948 | λεοντόψαρο | λε-ο-ντό-ψα-ρο ουσ. (ουδ.) & λιονταρόψαρο: ΙΧΘΥΟΛ. εδώδιμο ψάρι (οικογ. Scorpaenidae, γένος Pterois, είδος P. miles), χωροκατακτητικό και επικίνδυνο, με δηλητηριώδη αγκάθια στη ράχη του. [< αγγλ. lionfish] | |
| 27949 | λεοπάρ | λε-ο-πάρ επίθ. {άκλ.}: που θυμίζει στο χρώμα και κυρ. στο σχέδιο το τρίχωμα της λεοπάρδαλης: ~ γόβες/γούνα/εσώρουχα/μαγιό/τσάντα.|| (ως ουσ.) Έχει φετίχ με τα ~.|| (ως επίρρ.) Ντυμένη ~. Βλ. τιγρέ. ΣΥΝ. λεοπαρδαλέ [< γαλλ. léopard] | |
| 27950 | λεοπαρδαλέ | λε-ο-παρ-δα-λέ επίθ. {άκλ.} (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): λεοπάρ. | |
| 27951 | λεοπάρδαλη | λε-ο-πάρ-δα-λη ουσ. (θηλ.) {λεοπαρδάλ-εις, -εων}: ΖΩΟΛ. αιλουροειδές της Αφρικής και της Ν. Ασίας (επιστ. ονομασ. Felis pardus) με καστανόξανθο τρίχωμα που φέρει μαύρες κηλίδες. Πβ. πάνθηρας. Βλ. γατόπαρδος, λιοντάρι, τζάγκουαρ, τίγρη. ● ΣΥΜΠΛ.: φώκια-λεοπάρδαλη & (σπάν.) θαλάσσια λεοπάρδαλη: ΖΩΟΛ. είδος φώκιας (επιστ. ονομασ. Ogmorhinus leptonyx) που ζει στις θάλασσες της Ανταρκτικής. [< μτγν. λεό(παρδος) + αρχ. πάρδαλις, γαλλ. léopard, αγγλ. leopard] | |
| 27952 | λέου | λέ-ου ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. λέι}: ΟΙΚΟΝ. νομισματική μονάδα της Μολδαβίας και της Ρουμανίας. [< ρουμ. leu] | |
| 27953 | λέουρας | λέ-ου-ρας ουσ. (αρσ.) (αργκό): παλιός σε κάποιον χώρο, έμπειρος σε ορισμένο τομέα. Πβ. βετεράνος, παλαίμαχος, παλαίουρας, παλιά καραβάνα. | |
| 27954 | λέπι | λέ-πι ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} 1. ΖΩΟΛ. ημικυκλικό οστέινο ή κεράτινο πλακίδιο που καλύπτει το σώμα των περισσότερων ψαριών, ορισμένων ερπετών και θηλαστικών και τα πόδια μερικών πτηνών: γυαλιστερά/λεπτά ~ια. ~ια φιδιού. Πβ. φολίδα.|| (σε συνταγές) Καθαρίστε τα ψάρια, αφαιρώντας/βγάζοντας τα ~ια (βλ. απολεπίζω).|| (συνεκδ.-προφ.) Δεν έμεινε/δεν υπάρχει ούτε ~ (= ψάρι) στην αγορά. 2. ΙΑΤΡ. μικρό, ξηρό κομμάτι επιδερμίδας που αποκολλάται από το σώμα σε δερματοπάθειες. Βλ. ψωρίαση. 3. ΒΟΤ. καθένα από τα σκληρά φύλλα που περιβάλλουν τους οφθαλμούς ή βολβούς των φυτών με θρεπτικό ή προστατευτικό ρόλο: καλυπτήρια/καρπικά/σαρκώδη ~ια. [< αρχ. λέπιον 1,3: γαλλ. écaille 2: γαλλ. squame] | |
| 27955 | λεπίδα | λε-πί-δα ουσ. (θηλ.): επίπεδο τμήμα εργαλείου, κατάλληλο για κοπή: ανοξείδωτη/ατσάλινη/καμπυλωτή (βλ. χαντζάρι)/κοφτερή/περιστρεφόμενη/πλαστική/πριονωτή/ρυθμιζόμενη ~. ~ μαχαιριού. ~ ξυρίσματος (πβ. ξυραφάκι). ~ες για πριόνια. ΣΥΝ. λάμα (1), λεπίδι [< μτγν. λεπίς] | |
| 27956 | λεπίδι | λε-πί-δι ουσ. (ουδ.): λεπίδα και γενικότ. κοφτερό εργαλείο, όργανο. Βλ. -ίδι. ● ΦΡ.: περνώ κάποιον από λεπίδι/πέφτει λεπίδι (προφ.) 1. για μαζική σφαγή. 2. (μτφ.) για επιβολή αυστηρότατων ποινών ή δραστικών περικοπών: (Έπεσε) ~ στους μισθούς/στις συντάξεις. [< μτγν. λεπίδιον] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ