Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [28660-28680]

IDΛήμμαΕρμηνεία
27954λέπιλέ-πι ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} 1. ΖΩΟΛ. ημικυκλικό οστέινο ή κεράτινο πλακίδιο που καλύπτει το σώμα των περισσότερων ψαριών, ορισμένων ερπετών και θηλαστικών και τα πόδια μερικών πτηνών: γυαλιστερά/λεπτά ~ια. ~ια φιδιού. Πβ. φολίδα.|| (σε συνταγές) Καθαρίστε τα ψάρια, αφαιρώντας/βγάζοντας τα ~ια (βλ. απολεπίζω).|| (συνεκδ.-προφ.) Δεν έμεινε/δεν υπάρχει ούτε ~ (= ψάρι) στην αγορά. 2. ΙΑΤΡ. μικρό, ξηρό κομμάτι επιδερμίδας που αποκολλάται από το σώμα σε δερματοπάθειες. Βλ. ψωρίαση. 3. ΒΟΤ. καθένα από τα σκληρά φύλλα που περιβάλλουν τους οφθαλμούς ή βολβούς των φυτών με θρεπτικό ή προστατευτικό ρόλο: καλυπτήρια/καρπικά/σαρκώδη ~ια. [< αρχ. λέπιον 1,3: γαλλ. écaille 2: γαλλ. squame]
27955λεπίδαλε-πί-δα ουσ. (θηλ.): επίπεδο τμήμα εργαλείου, κατάλληλο για κοπή: ανοξείδωτη/ατσάλινη/καμπυλωτή (βλ. χαντζάρι)/κοφτερή/περιστρεφόμενη/πλαστική/πριονωτή/ρυθμιζόμενη ~. ~ μαχαιριού. ~ ξυρίσματος (πβ. ξυραφάκι). ~ες για πριόνια. ΣΥΝ. λάμα (1), λεπίδι [< μτγν. λεπίς]
27956λεπίδιλε-πί-δι ουσ. (ουδ.): λεπίδα και γενικότ. κοφτερό εργαλείο, όργανο. Βλ. -ίδι. ● ΦΡ.: περνώ κάποιον από λεπίδι/πέφτει λεπίδι (προφ.) 1. για μαζική σφαγή. 2. (μτφ.) για επιβολή αυστηρότατων ποινών ή δραστικών περικοπών: (Έπεσε) ~ στους μισθούς/στις συντάξεις. [< μτγν. λεπίδιον]
27957λεπίδιολε-πί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. γένος ποωδών κοσμοπολίτικων φυτών (οικογ. Σταυρανθή)· τα περισσότερα είδη του είναι ζιζάνια, ενώ άλλα χρησιμοποιούνται ως σαλατικά (π.χ. κάρδαμο). [< μτγν. λεπίδιον]
27958λεπιδοειδής, ής, ές λε-πι-δο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που έχει μορφή λεπίδας: ~είς: κρύσταλλοι.|| (ΙΑΤΡ.) ~ές: οστό. Βλ. -ειδής. [< μτγν. λεπιδοειδής]
27959λεπιδόλιθοςλε-πι-δό-λι-θος ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. μαρμαρυγίας πλούσιος σε λίθιο. [< γαλλ. lépidolite, αγγλ. lepidolite]
27960λεπιδόπτεραλε-πι-δό-πτε-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. λεπιδόπτερο}: ΖΩΟΛ. τάξη εντόμων με χαρακτηριστικά μεμβρανώδη φτερά που καλύπτονται από μικροσκοπικά, πολύχρωμα λέπια. Βλ. πεταλούδα, σκόρος, χρυσαλλίδα. [< γαλλ. lépidoptères, αγγλ. lepidoptera]
27961λεπιδωτός, ή, ό λε-πι-δω-τός επίθ. (επιστ.): που καλύπτεται από λέπια ή μοιάζει με αυτά: (ΖΩΟΛ.) ~ό: σώμα. (ως ουδ. ουσ. στον πληθ.) Φίδι της τάξης των ~ών.|| (ΙΑΤΡ.) ~ό: δέρμα/εξάνθημα. Πβ. φολιδωτός.|| (ΒΟΤ.) ~ός: βολβός/φλοιός.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Μηχανήματα παραγωγής ~ού πάγου. [< αρχ. λεπιδωτός]
27962λέπραλέ-πρα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. (ιδ. παλαιότ.) χρόνια λοιμώδης ασθένεια του νευρικού συστήματος και κυρ. του δέρματος που προκαλεί υποδόρια οζίδια, απώλεια των αισθήσεων, παράλυση, σταδιακή σήψη των ιστών των άκρων και παραμόρφωση. Πβ. λώβα. ΣΥΝ. νόσος του Χάνσεν.|| (μτφ.) Τρέμει τις ευθύνες σαν τη ~. [< αρχ. λέπρα ‘είδος ψώρας’, μτγν. ~, γαλλ. lèpre, αγγλ. lepra, leprocy]
27963λεπρός, ή, ό λε-πρός επίθ./ουσ.: που πάσχει από λέπρα. ΣΥΝ. χανσενικός [< αρχ. λεπρός, γαλλ. lépreux, αγγλ. leper]
27964λεπταίνωλε-πταί-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {λέπτ-υνα, -ύνει, λεπταίν-οντας} & (λόγ.) λεπτύνω 1. κάνω, παρουσιάζω κάποιον ή κάτι πιο λεπτό ή γίνομαι πιο λεπτός, αδύνατος: ~υνε τη γραμμή των φρυδιών της. Το μαύρο χρώμα ~ει (ΑΝΤ. παχαίνει).|| ~υνες (= αδυνάτισες. ΑΝΤ. χοντραίνω). Η περιφέρειά της έχει ~ύνει υπερβολικά. Χτυπάτε τα φιλέτα μέχρι να ~ύνουν (: σε συνταγές). 2. κάνω κάτι πιο οξύ, πιο ψιλό: Μιμήθηκε την ομιλία της, ~οντας τη φωνή του.|| Ο ήχος ~υνε (: έγινε πιο λεπτός). [< αρχ. λεπτύνω]
27965λεπταισθησίαλε-πται-σθη-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): καλαισθησία ή/και ψυχική ευγένεια: Υπηρέτησε με ~ την τέχνη. Το θέμα παρουσιάζεται με ~. Πβ. κομψότητα, φινέτσα.
27966λεπταίσθητος, η, ο λε-πταί-σθη-τος επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από λεπταισθησία: ~ος: καλλιτέχνης.|| ~η: ειρωνεία (πβ. διακριτική). ~ο: ύφος. ● επίρρ.: λεπταίσθητα
27967λεπτεπίλεπτος, η, ο λε-πτε-πί-λε-πτος επίθ. 1. (για πρόσ.) πάρα πολύ λεπτός· κατ' επέκτ. ευαίσθητος στις κακουχίες, ντελικάτος: κομψή και ~η. Είναι πολύ ~η, για ν' αντέξει σε τέτοιες συνθήκες. Πβ. εύθραυστος, ευπαθής. ΑΝΤ. σκληραγωγημένος.|| ~η: σιλουέτα. ~α: χέρια. 2. που διακρίνεται για την υψηλή του αισθητική, κομψός: ~ος: σχεδιασμός. ~ες: εργασίες (= πολύ λεπτές). ~α: κοσμήματα.|| ~ες: κινήσεις. Έχει ~ους τρόπους (πβ. διακριτικός, βλ. δανδής). Πβ. φινετσάτος. ΑΝΤ. χοντροκομμένος (2) [< 1: μτγν. λεπτεπίλεπτος]
27968λεπτίνηλε-πτί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πρωτεΐνη που παράγεται στα λιποκύτταρα και καθορίζει την όρεξη και τον ρυθμό του μεταβολισμού: ανεπάρκεια/επίπεδα/υποδοχείς (της) ~ης. Βλ. -ίνη. [< αγγλ. leptin < λεπτός + -in, 1995, γαλλ. leptine, 1996]
27969λεπτόλε-πτό ουσ. (ουδ.) & (προφ.) λεφτό 1. ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα χρόνου (σύμβ. min) ίση με το ένα εξηκοστό της ώρας ή με εξήντα δευτερόλεπτα· συνεκδ. σύντομο χρονικό διάστημα: διάρκεια ενός ~ού. Χρέωση ... ευρώ ανά/το ~. Πέντε ~ά (= πεντάλεπτο) διάλειμμα. (στην κινητή τηλεφωνία:) Δωρεάν ~ά ομιλίας. Μέσα σε δύο ~ά/εντός είκοσι ~ών. Τρία ~ά αργότερα. Πριν (από) επτά ~ά. Δεκαπέντε ~ά (= ένα τέταρτο) μετά τις δύο. Είναι τριάντα ~ά (= μισή ώρα) μακριά/με τα πόδια. Απομένουν έξι ~ά (μέχρι τη λήξη). Επιστρέφω σε δέκα ~ά (= σε ένα δεκάλεπτο). Διακόπτουμε για λίγα ~ά (: ολιγόλεπτη διακοπή). Πάλεψαν για τη νίκη μέχρι το τελευταίο ~ του αγώνα. Πβ. πρώτο.|| Τον συμπάθησα από το πρώτο ~. Θα πάρει μόνο ένα ~ (= πολύ λίγο). Ζει κάθε ~ της ζωής του. Πβ. στιγμή. 2. ΟΙΚΟΝ. νομισματική μονάδα ίση με το ένα εκατοστό του ευρώ (και παλαιότ. της δραχμής)· συνεκδ. το αντίστοιχο κέρμα: δύο/πέντε/δέκα/είκοσι/πενήντα ~ά (= δί-/πεντά-/δεκά-/εικοσά-/πενηντά-λεπτο). ΣΥΝ. ευρωλεπτό, σεντ 3. ΓΕΩΜ. μονάδα μέτρησης γωνιών, ίση με το ένα εξηκοστό της μοίρας. ● Υποκ.: λεπτάκι & λεπτούλι (το): στη σημ. 1: μισό λεπτάκι. ● ΣΥΜΠΛ.: δεύτερο (λεπτό): δευτερόλεπτο. ● ΦΡ.: από λεπτό σε λεπτό & από το ένα λεπτό στο άλλο (προφ.) 1. σε πολύ λίγο: Τους περιμένω ~ ~. Πβ. από τη μια στιγμή/μια μέρα στην άλλη, από ώρα σε ώρα, οσονούπω. ΣΥΝ. από στιγμή σε στιγμή, όπου να 'ναι (1) 2. πολύ γρήγορα: Η κατάστασή του χειροτερεύει ~ ~. [< γαλλ. d'une minute à l'autre ] , για μισό/για ένα λεπτό (προφ.): για να εκφραστεί αντίρρηση, διαφωνία ή για να ζητηθούν διευκρινίσεις, εξηγήσεις: ~ ~ (= όπα), πότε το είπα αυτό;|| ~ ~ (= κάτσε, περίμενε, στάσου), γιατί με μπέρδεψες, τι εννοείς;, ένα/μισό λεπτό (προφ.): για να δηλωθεί πολύ μικρό χρονικό διάστημα: Περίμενε ~ ~ (= λιγάκι)! Επιστρέφω σε ~ ~ (= αμέσως). Μισό ~ να κοιτάξω και θα σου πω (κ. αργκό "μισό"). ~ ~, παρακαλώ!, ενός λεπτού σιγή & μονόλεπτη/-ος σιγή & τριών λεπτών σιγή: απόδοση τιμής σε αποθανόντα συνήθ. πριν από την έναρξη επίσημης εκδήλωσης, διάρκειας ενός λεπτού ή τριών λεπτών (κυρ. στη μνήμη πολλών θυμάτων), σε σιωπηλή και όρθια στάση των παρευρισκομένων: Κράτησαν/τήρησαν ~ ~. [< γαλλ. une minute de silence] , λεπτό προς λεπτό: (συνήθ. για δημοσιογραφική κάλυψη) αναλυτική παρακολούθηση γεγονότος ή διαδικασίας την ώρα που λαμβάνει χώρα: ~ ~ η επιχείρηση απεγκλωβισμού/οι κρίσιμες πολιτικές εξελίξεις/η μάχη των εκλογών., ούτε λεπτό: καθόλου, ούτε στιγμή: Δεν υπάρχει ~ ~ για χάσιμο! Δεν σταμάτησε ~ ~ να βρέχει. Θα σε περιμένω μέχρι τις τέσσερις, ~ ~ παραπάνω., στο λεπτό: αμέσως, πάρα πολύ γρήγορα: φωτογραφίες ~ ~ (πβ. της στιγμής). Ετοιμάστηκε ~ ~ (= σε κλάσμα/κλάσματα (του) δευτερολέπτου, στη στιγμή, στο άψε σβήσε/πι και φι/πιτς φιτίλι/τάκα-τάκα/τσακ μπαμ). [< γαλλ. à la minute] [< μτγν. λεπτόν 1,2: γαλλ. minute]
27970λεπτο- & λεπτό- & λεπτ-α' συνθετικό λέξεων με τη σημασία του 1. αδύνατου ή αραιού: λεπτο-καμωμένος (πβ. μικρο-· ΑΝΤ. χοντρο-).|| Λεπτό-ρρευστος (ΑΝΤ. παχυ-). 2. προσεκτικού, ακριβούς, σχολαστικού: λεπτο-δουλειά. Πβ. ψιλο-.|| Λεπτό-τεχνος (ΑΝΤ. κακο-).|| Λεπτο-λόγος. 3. ευαίσθητου, εκλεπτυσμένου: λεπτ-αισθησία/~επίλεπτος.
27971λεπτοδείκτηςλε-πτο-δεί-κτης ουσ. (αρσ.): ο μεγαλύτερος από τους δείκτες ενός ρολογιού, που δείχνει τα λεπτά. Βλ. ωροδείκτης, -δείκτης. [< γερμ. Minutenzeiger]
27972λεπτοδουλειάλε-πτο-δου-λειά ουσ. (θηλ.): εργασία, συνήθ. χειρωνακτική, που απαιτεί μεγάλη επιδεξιότητα και χαρακτηρίζεται από προσοχή στη λεπτομέρεια και υψηλό αισθητικό αποτέλεσμα: κορνίζες και κοσμήματα με ~. Βλ. κέντημα. ΣΥΝ. ψιλοδουλειά (1) ΑΝΤ. χοντροδουλειά (2)
27973λεπτοδουλεμένος, η, ο λε-πτο-δου-λε-μέ-νος επίθ.: που έχει υποστεί λεπτομερή, επιδέξια επεξεργασία και χαρακτηρίζεται, συνεπώς, από υψηλή ποιότητα: ~ο: έργο τέχνης. ~α: έπιπλα/κοσμήματα. ΣΥΝ. ψιλοδουλεμένος. ΑΝΤ. χοντροδουλεμένος.|| ~η: ταινία. ~ο: κείμενο/σενάριο. Πβ. καλοδουλεμένος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.