| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 27973 | λεπτοδουλεμένος | , η, ο λε-πτο-δου-λε-μέ-νος επίθ.: που έχει υποστεί λεπτομερή, επιδέξια επεξεργασία και χαρακτηρίζεται, συνεπώς, από υψηλή ποιότητα: ~ο: έργο τέχνης. ~α: έπιπλα/κοσμήματα. ΣΥΝ. ψιλοδουλεμένος. ΑΝΤ. χοντροδουλεμένος.|| ~η: ταινία. ~ο: κείμενο/σενάριο. Πβ. καλοδουλεμένος. | |
| 27974 | λεπτοκαμωμένος | , η, ο λε-πτο-κα-μω-μέ-νος επίθ.: λεπτός και συνήθ. κομψός: ~ο: κορίτσι.|| ~η: σιλουέτα. ~α: χαρακτηριστικά (ΑΝΤ. αδρά)/χέρια. Πβ. λεπτοφυής, μινιόν, ντελικάτος. ΑΝΤ. χοντροκαμωμένος (2) | |
| 27975 | λεπτοκαρυά | λε-πτο-κα-ρυά ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ΒΟΤ. φουντουκιά. [< μεσν. λεπτοκαρυά] | |
| 27976 | λεπτοκάρυο | λε-πτο-κά-ρυ-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): φουντούκι. [< μτγν. λεπτοκάρυον] | |
| 27977 | λεπτόκοκκος | , η, ο λε-πτό-κοκ-κος επίθ.: που αποτελείται από λεπτούς, μικρούς κόκκους: (ΟΡΥΚΤ.) ~η: άμμος. ~ο: χαλίκι (= γαρμπίλι). ~α: πετρώματα (βλ. αραγωνίτης, γη διατόμων, παιπάλη, σχιστόλιθος). Πβ. ψιλός.|| (ΦΩΤΟΓΡ.) ~ο: φιλμ. ΑΝΤ. χονδρόκοκκος [< γαλλ. aux grains fins] | |
| 27978 | λεπτολογία | λε-πτο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): υπερβολικά λεπτομερής έρευνα ή εξέταση θέματος: ακαδημαϊκή/νομική ~. Πβ. ακρίβεια, σχολαστικότητα, ψείρισμα. Βλ. αυστηρότητα, -λογία. [< αρχ. λεπτολογία] | |
| 27979 | λεπτολόγος | , ος/α, ο λε-πτο-λό-γος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από λεπτολογία: ~ και τελειομανής (στη δουλειά του). Πβ. ψείρας.|| ~ος: περιγραφή. Πβ. ακριβής, ενδελεχής, εξαντλητικός, εξονυχιστικός, λεπτομερής, σχολαστικός. Βλ. -λόγος. [< αρχ. λεπτολόγος] | |
| 27980 | λεπτολογώ | [λεπτολογῶ] λε-πτο-λο-γώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {λεπτολογ-εί, -ώντας}: εξετάζω ή αναλύω σχολαστικά: ~εί τα πάντα (πβ. βασαν-, κοσκιν-, ξεψαχν-, (ξε)ψειρ-ίζω, παιδεύω, υπεραναλύω). Βλ. -λογώ. [< αρχ. λεπτολογῶ] | |
| 27981 | λεπτομέρεια | λε-πτο-μέ-ρει-α ουσ. (θηλ.) {λεπτομερει-ών}: μεμονωμένο στοιχείο εξεταζόμενο χωριστά από το ευρύτερο σύνολο στο οποίο ανήκει: αρχιτεκτονικές (βλ. φουρούσι)/διαδικαστικές/διακοσμητικές (βλ. φινίρισμα)/κατασκευαστικές/στιλιστικές/σχεδιαστικές/τεχνικές ~ες. Έμφαση/επιμονή/προσοχή/σημασία στη ~ (βλ. λεπτοδουλειά). Η ~ κάνει τη διαφορά. Φροντίζει (μέχρι/ως) και την παραμικρή/και την τελευταία ~ (πβ. ένα προς ένα).|| Σου διαφεύγει μια μικρή (= μικρο~)/σημαντική ~. (εμφατ.) Εξετάζει τη ~ της ~ας (: λεπτολογεί). Δεν γνωρίζουμε τις ακριβείς/όλες τις ~ες του συμβάντος (πβ. καθέκαστα). Ήρθαν στο φως ανατριχιαστικές ~ες για τη δολοφονία. Αποκάλυψε πικάντικες (/γαργαλιστικές/ζουμερές/πιπεράτες) ~ες από τη ζωή του. Για περισσότερες ~ες (: πληροφορίες), επισκεφτείτε την ιστοσελίδα μας. Περιέγραψε με εξονυχιστικές ~ες τη μέθοδό του. Δεν αναφέρθηκε/επεκτάθηκε/προχώρησε σε ~ες.|| Απόδοση της ~ας (σε έναν πίνακα). Εικόνα εξαιρετικής/υψηλής ~ας (= ευκρίνειας). Αντίληψη της ~ας (βλ. ωχρά/ωχρή κηλίδα).|| ~ από μια τοιχογραφία. Βάζο με ανάγλυφες/τσάντα με δερμάτινες ~ες (= νότες, πινελιές).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Απόκρυψη/εμφάνιση/προβολή ~ών (ενός αρχείου). ● λεπτομέρειες (οι): δευτερεύοντα, επουσιώδη ζητήματα ή στοιχεία: Μην αναλώνεσαι/μην κολλάς/μην μπαίνεις/μη στέκεσαι/μην υπεισέρχεσαι σε (ασήμαντες) ~. Βλ. βλέπει το δέντρο και χάνει το δάσος, διυλίζει τον κώνωπα. ● ΦΡ.: με κάθε λεπτομέρεια: λεπτομερώς: Διηγήθηκε/εξήγησε ~ ~ τι είχε συμβεί. Πβ. μέχρι κεραίας, σχολαστικά. ΑΝΤ. σε γενικές γραμμές [< μτγν. λεπτομέρεια, γαλλ. détail] | |
| 27982 | λεπτομερειακός | , ή, ό λε-πτο-με-ρει-α-κός επίθ.: λεπτομερής. ● επίρρ.: λεπτομερειακά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] | |
| 27983 | λεπτομερής | , ής, ές λε-πτο-με-ρής επίθ. {λεπτομερ-ούς | -είς (ουδ. -ή)}: που χαρακτηρίζεται από ή γίνεται με λεπτομέρεια: ~ής: έλεγχος (= βασανιστ-, σχολαστ-ικός, ενδελεχής)/κατάλογος (= διεξοδικός, εκτενής, εξαντλητικός). ~ής: αναζήτηση (= αναλυτική)/αναφορά/εξέταση/έρευνα (= εξονυχιστική, επισταμένη, σε βάθος)/καταγραφή/παρουσίαση/περιγραφή. ~είς: αναλύσεις/οδηγίες. ~ή: στοιχεία. ΣΥΝ. λεπτομερειακός ΑΝΤ. αδρομερής, γενικός (2), πρόχειρος (1), συνοπτικός, σύντομος (2) ● επίρρ.: λεπτομερώς [-ῶς]: με κάθε λεπτομέρεια. ΑΝΤ. ακροθιγώς [< αρχ. λεπτομερής] | |
| 27984 | λεπτόνιο | λε-πτό-νι-ο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΦΥΣ. ΠΥΡ. κάθε ελαφρύ υποατομικό στοιχειώδες σωματίδιο (ηλεκτρόνιο, μιόνιο, σωματίδιο ταυ, νετρίνο), που δεν υπόκειται σε ισχυρές αλληλεπιδράσεις: αδρόνια και ~α. Βλ. κοσμική ακτινοβολία, φερμιόνιο. [< αγγλ. lepton, 1948, γαλλ. ~. περ. 1962] | |
| 27985 | λεπτόρρευστος | , η, ο λε-πτόρ-ρευ-στος επίθ. & λεπτόρευστος: (για υγρό) αραιό ως προς τη σύσταση: ~ο: γαλάκτωμα/λάδι (μηχανής). Αντηλιακό με ~η υφή. Πβ. υδαρής. ΑΝΤ. παχύρρευστος, πυκνόρρευστος [< γερμ. dünnflüssig] | |
| 27986 | λεπτός | , ή, ό λε-πτός επίθ. {λεπτότ-ερος, -ατος} 1. που έχει μικρό πάχος: ~ός: σωλήνας. ~ή: βελόνα/ζύμη/μεμβράνη/οθόνη/στρώση. (ΑΝΑΤ.) ~ό: έντερο. ~ό: σύρμα/χαρτί. ~ές: ροδέλες/ρυτίδες (ΑΝΤ. βαθιές)/φέτες. ~ά: δάχτυλα (: λεπτοκαμωμένα)/μαλλιά. Μαρκαδόρος με ~ή μύτη. Πβ. λιανός. Βλ. υπέρλεπτος.|| ~ή: μέση/σιλουέτα (= λεπτεπίλεπτη). ~ό: σώμα. Πβ. λεπτοφυής, ντελικάτος.|| ~ή: άμμος (= λεπτόκοκκη)/ζάχαρη. ΣΥΝ. ψιλός.|| (για υγρά:) ~ό: λάδι μηχανής (= λεπτόρρευστο).|| (για υφάσματα:) ~ό: μετάξι (= φίνο). Πβ. αραιός, αραχνοΰφαντος.|| (για πρόσ., ΑΝΤ. παχύς) Ψηλή και ~ή (= ψηλόλιγνη). ΣΥΝ. αδύνατος. Πβ. ισχνός, κοκαλιάρης, λιγνός, λιπόσαρκος, ξερακιανός. ΑΝΤ. χοντρός (1) 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από διακριτικότητα, ευγένεια, καλλιέργεια: ~ός: άνθρωπος. Πβ. ευγενικός.|| ~ή: γοητεία/χειρονομία. ~ό: γούστο/χιούμορ (ΑΝΤ. χοντρό). ~οί: τρόποι (= αβροί, σικ). ~ά: αισθήματα (πβ. αγνά). Με ~ατες, σχεδόν αέρινες κινήσεις. Πβ. κομψός. 3. (μτφ.) που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή· κατ' επέκτ. ευπαθής, ευπρόσβλητος, εύθραυστος: ~ή: εγχείρηση/εργασία. ~ό: ζήτημα/θέμα (πβ. ευαίσθητο). Είναι ~ή η θέση μου. Οι διαπραγματεύσεις βρίσκονται σε ~ό (: κρίσιμο) σημείο. Πρόβλημα που απαιτεί ~ατους χειρισμούς (: πολύ επιδέξιους, προσεκτικούς).|| ~ή η ισορροπία στις σχέσεις των δύο χωρών (πβ. επισφαλής, οριακή). 4. (μτφ.) για κάτι που το διακρίνει η προσοχή στη λεπτομέρεια, η δεξιοτεχνία, η υψηλή αισθητική: ~ός: σχεδιασμός. ~ή: επεξεργασία. ~ές: εργασίες. Πβ. λεπτεπίλεπτος, φινετσάτος. 5. (μτφ.) που δεν είναι δυνατός, οξύς, έντονος: ~ός: ήχος (= απαλός).|| ~ή: γεύση/μυρωδιά. ~ό: άρωμα (= ελαφρύ). ΑΝΤ. βαρύς. 6. (μτφ.) που έχει υψηλή συχνότητα: ~ή: φωνούλα (= ψιλή). Πβ. οξύς. ΑΝΤ. βαρύς (9), χοντρός (3) 7. (μτφ.) που μόλις γίνεται αντιληπτός: ~ός: διαχωρισμός. ~ή: διάκριση/διαφορά/ειρωνεία. ~ές: αποχρώσεις. Πβ. δυσδιάκριτος. 8. (μτφ.) ευαίσθητος, ακριβής: ~ός: μηχανισμός. ~ά: όργανα.|| (για αισθήσεις) Ιχνηλάτης με πολύ ~ή όσφρηση (= οξεία). ● Υποκ.: λεπτούλης , α, ικο & λεπτούλικος, η, ο & λεπτούτσικος, η, ο ● ΣΥΜΠΛ.: λεπτή γραμμή βλ. γραμμή, λεπτή υφή βλ. υφή, λεπτό υμένιο βλ. υμένιο ● ΦΡ.: κρέμεται από/σε μια (λεπτή) κλωστή βλ. κλωστή [< αρχ. λεπτός] | |
| 27988 | λεπτόσπειρα | λε-πτό-σπει-ρα ουσ. (θηλ.) & λεπτοσπείρα: ΒΙΟΛ. βακτήριο (επιστ. ονομασ. Leptospira interrogans) που προκαλεί τη λεπτοσπείρωση. Βλ. σπειροχαίτη. [<γαλλ. leptospire, 1945, αγγλ. leptospire, 1952] | |
| 27989 | λεπτοσπείρωση | λε-πτο-σπεί-ρω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ζωοανθρωπονόσος που προκαλείται από τη λεπτόσπειρα: ~ από τρωκτικά/του σκύλου. Το εμβόλιο/τα συμπτώματα της ~ης. ΣΥΝ. νόσος του Weil [< αγγλ. leptospirosis, περ. 1926, γαλλ. leptospirose, 1937] | |
| 27990 | λεπτότητα | λε-πτό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του λεπτού: η ~ του δέρματος/ενός υφάσματος.|| (μτφ.) ~ στους τρόπους. ~ αισθημάτων. Χειρίστηκε το θέμα με ~. Από ~ δεν υπεισήλθε σε λεπτομέρειες. Πβ. αβρ-, διακριτικ-ότητα, ευγένεια, τακτ. ΑΝΤ. αγαρμποσύνη, χοντροκοπιά.|| (μτφ.) Καταλαβαίνω τη ~ του ζητήματος (: δυσκολία, ιδιαιτερότητα).|| (μτφ.) Κατασκευές με απαράμιλλη ~. Πβ. κομψότητα, φινέτσα, χάρη. Βλ. -ότητα. [< αρχ. λεπτότης] | |
| 27991 | λεπτούργημα | λε-πτούρ-γη-μα ουσ. (ουδ.) {λεπτουργήμ-ατα, συνηθέστ. στον πληθ.} (λόγ.): λεπτοδουλεμένο έργο, κομψοτέχνημα. [< μεσν. λεπτούργημα] | |
| 27992 | λεπτουργικός | , ή, ό λε-πτουρ-γι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τή λεπτή εργασία: ~ό: αριστούργημα (= λεπτούργημα).|| (ως ουσ.) Η ~ή (ενν. τέχνη). Βλ. ξυλογλυπτική. [< μτγν. λεπτουργικός] | |
| 27993 | λεπτουργός | λε-πτουρ-γός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): τεχνίτης που κατασκευάζει λεπτουργήματα: ~ του ασημιού/ξύλου (= ξυλογλύπτης). Βλ. -ουργός1. [< μτγν. λεπτουργός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ