| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 27995 | λέπτυνση | λέ-πτυν-ση ουσ. (θηλ.): το να καθίσταται κάποιος ή κάτι (πιο) λεπτό(ς): (ΙΑΤΡ.) (σταδιακή) ~ του δέρματος (βλ. γήρανση)/των μαλλιών (βλ. εξασθένηση)/των οστών (βλ. οστεοπόρωση). Πβ. αδυνάτισμα, απίσχνανση.|| ~ σύρματος. ΑΝΤ. πάχυνση [< αρχ. λέπτυνσις] | |
| 27996 | λεπτύνω | βλ. λεπταίνω | |
| 27997 | λέπυρα | λέ-πυ-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. λέπυρο}: ΒΟΤ. τα δύο βράκτια που περιβάλλουν κάθε σταχύδιο των αγρωστωδών. [< μτγν. λέπυρον 'φλούδα, κέλυφος'] | |
| 27998 | λέρα | λέ-ρα ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-υβριστ.) αλήτης, κάθαρμα: Είναι μεγάλη/σκέτη ~! 2. (προφ.) βρομιά, λεκές. [< μεσν. λέρα] | |
| 27999 | Λερναία Ύδρα | [Λερναῖα Ὕδρα] Λερ-ναί-α Ύ-δρα ουσ. (θηλ.) 1. (μετωνυμ.) δυσάρεστο φαινόμενο ή πρόβλημα που, παρά τις προσπάθειες καταπολέμησής του, αυτό εξακολουθεί να υπάρχει ή/και ενισχύεται: η ~ ~ της γραφειοκρατίας/διαφθοράς/τρομοκρατίας. Πβ. πολυκέφαλο τέρας. 2. ΜΥΘ. τέρας με εννέα κεφάλια και μορφή φιδιού, το οποίο σκότωσε ο Ηρακλής. Βλ. άθλος. [< 2: αρχ. ὕδρη Λερναίη, αγγλ. hydra, γαλλ. hydre] | |
| 28000 | λερός | , ή, ό λε-ρός επίθ. (λογοτ.): βρόμικος, λερωμένος. Πβ. ρυπαρός. [< αρχ. ὀλερός] | |
| 28001 | λέρωμα | λέ-ρω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του λερώνω: ~ των ρούχων από/με μελάνι. Πβ. λέκιασμα. ● λερώματα (τα): βρομιές, λεκέδες· ακαθαρσίες: ~ στους τοίχους. | |
| 28002 | λερώνω | λε-ρώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {λέρω-σα, -σει, -θηκα, -θεί, λερών-οντας, λερω-μένος} 1. κάνω κάποιον ή κάτι βρόμικο: Βγάλε τις μπότες σου, θα ~σεις το χαλί. ~σε το πουκάμισό του με λάδια (βλ. λαδώνω)/λάσπη (βλ. λασπώνω). ~θηκε στα μανίκια. ~μένο: τραπεζομάντιλο. ~μένα: ρούχα. Πβ. βρομίζω, λεκιάζω, πασαλείβω, ρυπαίνω. ΑΝΤ. καθαρίζω.|| (ειδικότ., αφοδεύω ή ουρώ:) Τα περιστέρια ~σαν το μπαλκόνι. Το μωρό ~θηκε, θέλει άλλαγμα (πβ. τα κάνω πάνω μου). 2. (μτφ.) αμαυρώνω, σπιλώνω: ~σε το όνομα/την τιμή/την υπόληψη της οικογένειάς του. Πβ. κηλιδώνω, μαγαρίζω, στιγματίζω, προσβάλλω.|| ~μένο ποινικό μητρώο (ΑΝΤ. καθαρό, λευκό). ● λερώνει/λερώνεται: βρομίζει: Ωραίο το λευκό παντελόνι/μπεζ πλακάκι, αλλά ~ (εύκολα). ● ΦΡ.: απ' όπου κι αν τον πιάσεις, λερώνεσαι (προφ.): για αισχρό, ανήθικο άνθρωπο., λερώνω τα χέρια μου (μτφ.): παρανομώ: Μη μου ζητάς να ~σω ~., έχει λερωμένη/χεσμένη τη φωλιά του βλ. φωλιά, λερώνω τα χέρια μου με αίμα βλ. αίμα [< μεσν. λερώνω] | |
| 28003 | λεσβία | λε-σβί-α ουσ. (θηλ.) (προφ.): ομοφυλόφιλη γυναίκα. Βλ. γκέι. [< αρχ. Λεσβία 'κάτοικος της Λέσβου', γαλλ. lesbienne, αγγλ. lesbian] | |
| 28004 | λεσβιακός | , ή, ό λε-σβι-α-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στις λεσβίες: ~ός: έρωτας (= σαπφικός). 2. που σχετίζεται με τη Λέσβο ή/και τους Λέσβιους. Πβ. μυτιληνιός. [< μτγν. Λεσβιακός, γαλλ. lesbien , αγγλ. lesbian] | |
| 28005 | λεσβιασμός | λε-σβι-α-σμός ουσ. (αρσ.): γυναικεία ομοφυλοφιλία. ΣΥΝ. σαπφισμός [< γαλλ. lesbianisme, αγγλ. lesbianism] | |
| 28006 | Λέσβιος, Λέσβια | Λέ-σβι-ος επίθ./ουσ. (λόγ.): Μυτιληνιός, Μυτιληνιά. [< αρχ. Λέσβιος] | |
| 58684 | λεσβοφοβία | λε-σβο-φο-βί-α ουσ. (θηλ.): υπερβολικός φόβος ή αντιπάθεια για τις λεσβίες. [< γαλλ. lesbophobie, 1992] | |
| 28007 | λέσι | λέ-σι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. πτώμα ζώου που συνήθ. μυρίζει άσχημα· κατ' επέκτ. βρόμα, δυσοσμία. Πβ. θρασίμι, κουφάρι, ψοφίμι. 2. (μτφ.) βρομιάρης, ελεεινός· νωθρός, τεμπέλης. [< μεσν. λέσι < τουρκ. leş] | |
| 28008 | λέσχη | λέ-σχη ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Λ): οργάνωση προσώπων με κοινά ενδιαφέροντα, κοινές δραστηριότητες ή κοινό επάγγελμα· συνεκδ. το σύνολο των μελών της ή ο χώρος συνάντησής τους: αθλητική/ιδιωτική/καλλιτεχνική/κινηματογραφική/μοτοσικλετιστική/ορειβατική/στρατιωτική/φωτογραφική/χαρτοπαικτική ~. ~ αξιωματικών (βλ. ΛΑΕΔ)/φιλάθλων (μιας ομάδας)/φίλων (π.χ. των κόμικς). ~ ανάγνωσης/βιβλίου. ~ αυτοκινήτου (βλ. ΕΛΠΑ). Παράνομη ~ στοιχημάτων. Πβ. κλαμπ, όμιλος, σύλλογος, σωματείο. Βλ. αερο~, βιντεο~.|| Γεύμα/διάλεξη στη ~. Πβ. εντευκτήριο.|| (μειωτ.) Κλειστή ~ (βλ. κάστα, κλίκα, λόμπι). ● ΣΥΜΠΛ.: φοιτητική/πανεπιστημιακή λέσχη: αυτοδιοικούμενο, συνήθ. νομικό, πρόσωπο, επιφορτισμένο με τη σίτιση, στέγαση και ιατροφαρμακευτική και νοσοκομειακή περίθαλψη των φοιτητών του πανεπιστημίου στο οποίο υπάγεται, καθώς και με τη διοργάνωση καλλιτεχνικών, αθλητικών και κοινωνικών εκδηλώσεων· συνεκδ. το αντίστοιχο κτίριο ή κτιριακό συγκρότημα. Βλ. φοιτητική εστία. [< αρχ. λέσχη ‘τόπος καταφυγής ή συνάντησης συνήθ. ζητιάνων ή αργόσχολων, αίθουσα, συζήτηση’, γαλλ.-αγγλ. club] | |
| 28009 | λετονικός | ,-ή, -ό ε-σθο-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την Λετονία ή/και τους Λετονούς. ● Ουσ.: Λετονικά (τα) & (επίσ.) Λετονική (η): η λετονική γλώσσα. | |
| 28010 | Λετονός, Λετονή | Λε-το-νός επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στην Λετονία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει την λετονική υπηκοότητα. | |
| 28011 | λετρασέτ | λε-τρα-σέτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΥΠΟΓΡ. τυποποιημένη σειρά αυτοκόλλητων γραμμάτων ή/και χαρακτήρων που αποτυπώνονται με πίεση κυρ. πάνω σε χαρτί· το σύστημα αποτύπωσής τους. Βλ. ράστερ. [< αγγλ. εμπορ. ονομασ. Lettra-set, 1959] | |
| 28012 | λετρίνα | λε-τρί-να ουσ. (θηλ.): ΤΥΠΟΓΡ. αρχίγραμμα. | |
| 28013 | λετρισμός | λε-τρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΛΟΓΟΤ. ρεύμα κυρ. ποιητικό, που δίνει έμφαση στους συνδυασμούς ήχων και την οπτική, χωρίς λογική σημασία, διάταξη των γραμμάτων. Βλ. ντανταϊσμός, οπτική ποίηση, σουρεαλισμός. [< γαλλ. lettrisme, 1945] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ